Γράφει η Ευαγγελία Τσαπατσάρη, Κοινωνιολόγος-Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας
Ο σακχαρώδης διαβήτης μπορεί να εμφανιστεί στον καθένα ανεξάρτητα από την ηλικία, το χρώμα ή το φύλο. Είναι μια χρόνια νόσος, που…
όταν δεν είναι σωστά ρυθμισμένη μπορεί να δημιουργήσει απειλητικές για τη ζωή επιπλοκές.

Η διάγνωση του διαβήτη αποτελεί για το νέο και την οικογένειά του μια πρόκληση στην οποίαν καλούνται να ανταποκριθούν, σε πολλά επίπεδα. Ο διαβήτης “παίζει ” και με τα συναισθήματα μας. Όπως πολύ καλά γνωρίζουν τα άτομα με διαβήτη, αλλά και τα άτομα που σχετίζονται μαζί τους, ο διαβήτης είναι μια χρόνια πάθηση, που εμφανίζεται απότομα και η πορεία του είναι μακρά και απρόβλεπτη.

Η διαχείρισή του δεν είναι καθόλου εύκολο ζήτημα. Για να ζει κανείς καλά με το διαβήτη απαιτείται χρόνος, γνώση και προσπάθεια. Η συνεχής προσπάθεια για τη ρύθμιση του διαβήτη, δεν έχει πάντα τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Μπορεί να δημιουργήσει έντονο stress και να πυροδοτήσει συναισθήματα, όπως ματαίωση, απογοήτευση, κούραση, θυμός, ενοχή και φόβο.

Εκείνο όμως που συνήθως αγνοούμε, είναι το πόσο καθοριστική σημασία έχει η προσωπικότητα και οι συναισθηματικές αντιδράσεις του ατόμου και πώς οι αντιδράσεις αυτές μπορούν να επηρεάσουν την πορεία του διαβήτη.

Η ανακοίνωση στον ασθενή ότι πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη, συνήθως προκαλεί ποικίλα αρνητικά βέβαια συναισθήματα, όπως αυτό του θυμού, της απελπισίας και του φόβου και μπορεί να έχει σημαντική επίπτωση στην αυτοπεποίθησή του.

Οι καθημερινές δυσκολίες που προκύπτουν από το διαβήτη και οι ψυχολογικές μεταπτώσεις, συχνά διαταράσσουν την ομαλή διαχείρισή του. Πολύ συχνό είναι και το φαινόμενο της άρνησης των συμπτωμάτων, της μη παραδοχής της νόσου. Ιδιαίτερα όταν εμφανίζεται σε νεανική ηλικία, κατά τη διάρκεια της οποίας το άτομο αισθάνεται πιο υγιές, γεμάτο ενέργεια, δύναμη και ζωτικότητα, αγνοεί τα συμπτώματα και δεν αποδέχεται τη σοβαρότητα της πάθησής του, με αποτέλεσμα να μην ακολουθεί πιστά τις οδηγίες των γιατρών, να επιφορτίζεται με σωρό πληροφοριών – συμβουλών, πλήθος φαρμάκων, επισκέψεις γιατρών, τα οποία συνήθως οδηγούν σε ένα αίσθημα ανικανότητας και ασταθή ψυχισμού.

Τα παιδιά με διαβήτη συχνά εκδηλώνουν τα ψυχολογικά προβλήματα με διαφορετικούς τρόπους από τους ενήλικες. Οι σχολικές δραστηριότητες προάγουν στο παιδί το αίσθημα ότι είναι ένα ξεχωριστό πρόσωπο με δικές του ανάγκες, επιθυμίες, συναισθήματα, στόχους και επιδόσεις. Το παιδί, καθώς εντάσσεται σταδιακά στο σχολικό περιβάλλον, έρχεται αντιμέτωπο με νέες καταστάσεις που συμβάλλουν στη διαμόρφωση ταυτότητας, δηλαδή, το αίσθημα του παιδιού αναφορικά με το ποιος ή ποια είναι, το οποίο έχει ως κύριο άξονα το αίσθημα αξίας του εαυτού.

Τα ψυχοκοινωνικά προβλήματα, που σχετίζονται με το διαβήτη στα παιδιά συχνότερα, παρατηρούνται στην κακή σχολική επίδοση, στις δυσκολίες των σχέσεων με τους συνομηλίκους, στις αλλαγές στη συμπεριφορά στο σχολείο και στο σπίτι και στις συγκρουσιακές σχέσεις με τους γονείς τους .

Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι το «αίσθημα αξίας», που ένα παιδί έχει για τον εαυτό του καθορίζεται από την αξία που οι ”σημαντικοί άλλοι” (οι γονείς, τα αδέλφια, άλλα μέλη του οικογενειακού περιβάλλοντος, ο δάσκαλος, οι φίλοι, κ.λπ.) του αποδίδουν. Το παιδί χρειάζεται να ξέρει ποιος ή ποια είναι σε σχέση με την οικογένειά του, τους φίλους, τις φίλες, και τα άτομα που έχουν για το ίδιο σημαντικό ρόλο στο σχολικό περιβάλλον (τον δάσκαλο ή τον καθηγητή, τους συμμαθητές, κ.λπ.).

Οι έφηβοι με διαβήτη, από την άλλη μεριά, επηρεάζονται από ψυχολογικούς παράγοντες που σχετίζονται με την ιδιαίτερη φάση της ανάπτυξής τους Η εφηβεία είναι μία εποχή επανάστασης και πολύ συχνά η επανάσταση αυτή ξεσπάει και στον ίδιο το διαβήτη μέσω συμπεριφορών άρνησης της τήρησης των υποχρεώσεών τους. Κατά την περίοδο της αρχικής προσαρμογής μετά τη διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη, είναι αναμενόμενο λόγω της έκθεσής του στην ψυχοπιεστική κατάσταση που βιώνει  ένα παιδί, να αισθάνεται θλίψη, αγωνία, φόβο, άγχος θυμό, ενοχές, απογοήτευση, ή να βιώνει ένα “αίσθημα αβοήθητου”, ή έλλειψη ελπίδας. Είναι φανερό πως για το άτομο που ζει με διαβήτη και διευθύνει αυτή τη σύνθετη κατάσταση συμπεριφοράς, να υπάρχουν πολλά σημεία όπου διαβήτης και διάθεση αλληλεπιδρούν.

Πολλές φορές η καταθλιπτική συμπτωματολογία (π.χ. κοινωνική απόσυρση, απάθεια, ευερεθιστότητα, αντικοινωνική ή επιθετική συμπεριφορά) ερμηνεύεται ως “αντίδραση”, ή “τεμπελιά”, ή ένδειξη “κακού χαρακτήρα” Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα το παιδί αντί για την απαιτούμενη θεραπευτική υποστήριξη να δέχεται “τιμωρητικές” στάσεις από το περιβάλλον, που επιδεινώνουν την κατάσταση διαμορφώνοντας ένα φαύλο κύκλο. Ναι μεν, υπάρχουν  έρευνες που μας δείχνουν ότι οι διαβητικοί έχουν διπλάσιες πιθανότητες να πάθουν κατάθλιψη σε σχέση με μη διαβητικά άτομα, αυτό όμως δε σημαίνει ότι ο διαβήτης προκαλεί κατάθλιψη ή ότι η κατάθλιψη προκαλεί διαβήτη.

Γενικότερα, όσοι πάσχουν από διαβήτη αισθάνονται, μερικές φορές, τόση θλίψη και απογοήτευση, που μοιάζουν να πενθούν για την προηγούμενη ξέγνοιαστη ζωή τους. Τα αισθήματα θλίψης και η “κακή” διάθεση που μπορεί κάποιος άνθρωπος να βιώνει είναι κάτι διαφορετικό από την κατάθλιψη.

Παράγοντες, όπως χαμηλά επίπεδα ψυχικών συγκρούσεων, υψηλά επίπεδα συνοχής, καλύτερη επικοινωνία και ισχυρότερος οικογενειακός προσανατολισμός επίτευξης στόχου, μέσα στην οικογένεια συνδέονται άμεσα με τον καλύτερο έλεγχο του διαβήτη. Οι καλές σχέσεις στην οικογένεια, η απουσία εντάσεων, η λειτουργική επικοινωνία και η κατανόηση καθώς και η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση της συγκινησιακής διαταραχής του ανθρώπου με διαβήτη, είναι το ζητούμενο.

Είναι φανερό πως οι διαβητικοί ασθενείς έχουν μια αξιοσημείωτη ψυχολογική ελαστικότητα, αλλά όπως και οποιοσδήποτε άλλος είναι πιθανό να βιώνουν ψυχολογικό στρες. Αυτό που χρειάζεται πρώτα από όλα να γίνει κατανοητό από το περιβάλλον του παιδιού είναι ότι ένα παιδί με διαβήτη, εξακολουθεί να είναι ένας άνθρωπος, που μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί, να διατηρήσει την ανεξαρτησία του και να αναλάβει ο ίδιος προσωπικά, με την κατάλληλη υποστήριξη, την ευθύνη γι’ αυτό. Τίποτα δεν μπορεί να τους στερήσει τις χαρές της ζωής τις οποίες απολάμβαναν και πριν την εμφάνιση της νόσου, παρά μονάχα ο πεσιμισμός, η παραίτηση και η τυφλή «υποταγή» στην πάθησή τους.

Οι ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις του διαβήτη καθιστούν αναγκαίο η θεραπευτική διαδικασία να προσανατολίζεται τόσο στην ιατρική όσο και στην ψυχολογική αντιμετώπιση. Η ψυχολογική αντιμετώπιση περιλαμβάνει παρεμβάσεις που έχουν ως στόχους την ενίσχυση, την υποστήριξη, τη συμβουλευτική των ατόμων με διαβήτη, με ατομική ή ομαδική ψυχοθεραπεία, ή ακόμα και με οικογενειακή θεραπεία σε περιπτώσεις, που υπάρχουν ενδοοικογενειακές συγκρούσεις.

Η υποστήριξη των παιδιών με διαβήτη, ώστε να αντιμετωπίσουν τις συναισθηματικές και ψυχολογικές πτυχές του διαβήτη, είναι ιδιαίτερα σημαντική για την επίτευξη της αποτελεσματικής αυτοδιαχείρισής του, την ελαχιστοποίηση των επιπλοκών και τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής.

Τα παιδιά που πάσχουν από διαβήτη είναι σημαντικό όχι μόνο να αντιμετωπίσουν την ασθένεια, αλλά και να βρουν τρόπους να χαίρονται την καθημερινότητα τους και να βλέπουν τη ζωή τους με προοπτική χωρίς να χάνονται στον κυκεώνα της ασθένειας τους.

Ο συνδυασμός της ιατρικής, ψυχολογικής και διατροφικής υποστήριξης έχουν σαν βασικό στόχο την αντιμετώπιση του διαβήτη σφαιρικά, «νου και σώμα» μαζί, σαν δύο παράγοντες που αλληλεπιδρούν, και θεωρείται η βασικότερη και η πιο σύγχρονη εξέλιξη στην ολιστική αντιμετώπιση του διαβήτη.

Ο διαβήτης είναι μια κατάσταση με την οποία μαθαίνεις να ζεις και να είσαι καλά. Η αποδοχή αυτού που μας συμβαίνει σε οποιοδήποτε επίπεδο της ζωής μας, είναι αυτή που θα μας οδηγήσει σε μια λειτουργική και δημιουργική ζωή. Κι  αυτό γιατί πάντα υπάρχει η θετική οπτική στις καταστάσεις τις οποίες βιώνουμε και οφείλουμε στον εαυτό μας να τον φροντίζουμε.

Όσοι ασχολούμαστε με τον διαβήτη οφείλουμε να μεταδώσουμε αισιοδοξία στους ανθρώπους που ζουν μαζί του, το «πρόσωπο» του Διαβήτη είναι πλέον πιο φιλικό και η αντιμετώπισή του πιο εύκολη. Ο διαβήτης μπορεί να είναι ένα κομμάτι της ζωής αλλά δεν πρέπει να ταυτίζεται με την ίδια την ύπαρξη.

Να θυμάστε:

Κάθε παιδί με διαβήτη είναι διαφορετικό
Μην είστε υπερπροστατευτικοί
Να είστε διακριτικοί
Μην στιγματίζετε το παιδί
Να είστε πάντα σε εγρήγορση
Να ζητάτε βοήθεια
Μη νοιώθετε οίκτο
Να είστε υπομονετικοί
Να επιδιώκετε συχνή επικοινωνία
Τέλος, οι παρεμβάσεις που αφορούν στα άτομα με διαβήτη τύπου 1, πρέπει να επικεντρώνονται στο ίδιο το άτομο, στην οικογένεια του και στο σχολείο (ενημέρωση και εκπαίδευση των εκπ/κών),σε ατομικό και ομαδικό επίπεδο.

Ευαγγελία Τσαπατσάρη, Κοινωνιολόγος-Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής του Ελληνικού Διαδημοτικού Δικτύου Υγιών Πόλεων και Προαγωγής της Υγείας Αντιπρόεδρος Συλλόγου Ελλήνων Κοινωνιολόγων

Πηγή