Γράφει ο Σπύρος Ριζόπουλος
Οι συναντήσεις του πρωθυπουργού με τους πολιτικούς αρχηγούς θέτουν εκ των πραγμάτων στη δημόσια…
ατζέντα τα ζητήματα του εκλογικού νόμου και της Συνταγματικής Αναθεώρησης. Είναι σαφές πως ανεξάρτητα από τη μείζονα θεσμική σημασία και των δύο, στις προθέσεις του κ. Τσίπρα είναι να αποτελέσουν και τα δύο ζητήματα όπλα πολιτικού τακτικισμού, καθώς το φθινόπωρο προβλέπεται δύσκολο για την οικονομία.

Όμως τα ζητήματα αυτά δεν προσφέρονται για τακτικισμούς. Αδικεί τη σημασία τους η αναζήτηση συμμαχιών που θα επιτρέψουν στον Τσίπρα να εξασφαλίσει τις 200 ψήφους που απαιτούνται προκειμένου να περάσει έναν εκλογικό νόμο που να ισχύει από τις επόμενες εκλογές. Κι αυτό, μόνο και μόνο γα να δυσκολέψει όποιο κόμμα είναι πρώτο στον σχηματισμό κυβέρνησης.

Έχει δίκιο λοιπόν ο Μητσοτάκης που ζήτησε να συνδεθεί το θέμα του εκλογικού νόμου με τη Συνταγματική Αναθεώρηση διότι έτσι θα μπορούσε με υπευθυνότητα και ωριμότητα να πάμε σε μια ευρεία συμφωνημένη στρατηγική που θα προχωράει μπροστά τον αναγκαίο θεσμικό εκσυγχρονισμό της χώρας με βάση τις πραγματικές ανάγκες της εποχής και όχι μια συνθηματολογία του παρελθόντος.

Ζούμε σε μια συγκυρία που η πολιτική σταθερότητα είναι κλειδί για την ανάταξη της οικονομίας. Κι αυτή η απαίτηση για σταθερότητα θα είναι διαρκείας, τουλάχιστον στο ορατό μέλλον. Αυτή την ώρα λοιπόν δεν είναι στρατηγική προτεραιότητα της χώρας ο εκλογικός νόμος και η συζήτηση περί εκλογών. Γι αυτό άλλωστε δεν «τσίμπησαν» και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, παρά το γεγονός πως μπορούν να προσδοκούν σε περισσότερες έδρες με ένα αναλογικότερο εκλογικό σύστημα.

Ασφαλώς δεν είναι ο κ. Τσίπρας ο πρώτος που επιχειρεί να παίξει με τον εκλογικό νόμο. Τα αντίστοιχα παραδείγματα σε προηγούμενες περιόδους είναι πολλά. Ωστόσο, η σημερινή συγκυρία είναι γεμάτη προκλήσεις και κανείς δεν μπορεί να το αγνοεί ή να το υποτιμά αυτό. Και η απλή αναλογική που υπόσχεται ο Τσίπρας δεν είναι πανάκεια. Το αντίθετο. Όταν μάλιστα αφήνει ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο της ακυβερνησίας, των συνεχόμενων εκλογικών αναμετρήσεων ή του αυξημένου πολιτικού ρόλου που μπορεί να δοθεί, για παράδειγμα, σε ένα κόμμα της μουσουλμανικής μειονότητας.

Γι αυτό και ο εκλογικός νόμος πρέπει να συναρτηθεί με την ωριμότητα συγκεκριμένων θεσμικών μεταρρυθμίσεων που είναι αναγκαίο να υπάρξουν με τη εξαγγελλόμενη Συνταγματική Αναθεώρηση.

Ενδεικτικά και μόνον αναφέρω τη συνταγματική κατοχύρωση της εξάντλησης των κυβερνητικών τετραετιών, ώστε να σταματήσει η απαράδεκτη κατάχρηση του εθνικού λόγου ως πρόσχημα προσφυγής στις κάλπες. Χωρίς μια ρύθμιση του εν λόγω ζητήματος τα παιχνίδια με τον εκλογικό νόμο θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια άνευ προηγουμένου ρευστοποίηση του πολιτικού σκηνικού με άδηλες συνέπειες για τη διακυβέρνηση της χώρας.

Αντί λοιπόν να μπαίνει το κάρο μπροστά από το άλογο, όπως το ξεκίνησε η κυβέρνηση, είναι ευθύνη όλων των πολιτικών δυνάμεων να αναδείξουν τις βαθιές θεσμικές τομές που πρέπει να γίνουν για να έχουμε ένα σύγχρονο, λειτουργικό και αποτελεσματικό καταστατικό χάρτη της ελληνικής πολιτείας και μέσα στο νέο τοπίο που αυτός θα διαμορφώσει μπορεί ασφαλώς να βρει θέση κι ένας λειτουργικός εκλογικός νόμος.

Ας μη χαθεί λοιπόν άλλη μια ευκαιρία στο βωμό του μικροκομματισμού και της εκλογολογίας.

ΥΓ: Για το Brexit θα γράψω τη Δευτέρα. Για γεγονότα τέτοιου μεγέθους δεν θα πρέπει κανείς να προχωράει σε βιαστικά συμπεράσματα.
Πηγή