Η αποχώρηση από την ΕΕ δεν είναι μια απλή διαδικασία και διαρκεί σε χρόνο. Τα περί αποχώρησης ορίζονται από το άρθρο 50 της…
Συνθήκης της Λισαβόνας.

Το άρθρο 50 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ενωσης, σε 5 παραγράφους ορίζει τις διαδικασίες που προβλέπονται στο ενδεχόμενο αποχώρησης ενός κράτους-μέλους:

1. Κάθε κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει να αποχωρήσει από την Ενωση σύμφωνα με τις συνταγματικές του προβλέψεις.

2.Το κράτος μέλος που αποφασίζει να αποχωρήσει οφείλει να γνωστοποιήσει την πρόθεσή του στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Με βάση τις οδηγίες που θα δοθούν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, η Ενωση θα διαπραγματευθεί και να συνομολογήσει συμφωνία με το κράτος, καθορίζοντας τις διευθετήσεις για την αποχώρησή του, λαμβάνοντας υπ΄όψιν το πλαίσιο της μελλοντικής του σχέσης με την Ενωση.

Η συμφωνία αυτή πρέπει να γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης σύμφωνα με το άρθρο 218(3) της συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Θα πρέπει να συνομολογηθεί για λογαριασμό της Ενωσης από το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία, μετά τη σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

3. Η εφαρμογή των Συνθηκών θα τερματισθεί για το εν λόγω κράτος από την ημερομηνία ισχύος της συμφωνίας αποχώρησης ή, ελλείψει αυτού, δύο χρόνια μετά την γνωστοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2, εκτός και αν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, σε συμφωνία με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, ομόφωνα αποφασίσει να παρατείνει αυτήν την περίοδο.

4. Για τους λόγους των παραγράφων 2 και 3, το μέλος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή του Συμβουλίου που εκπροσωπεί το αποχωρόν κράτος μέλος δεν θα συμμετάσχει στις συνομιλίες του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή του Συμβουλίου ή στη λήψη αποφάσεων που το αφορούν.

Ειδική πλειοψηφία πρέπει να ορισθεί σύμφωνα με το Αρθρο 238(3) της συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

5. Εάν το κράτος που αποχωρεί από την Ενωση ζητήσει να επανέλθει, το αίτημά του θα πρέπει να τεθεί υπό τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 49.

Τι σημαίνουν όλα τούτα

Οπως αναλύει το ινστιτούτο Stratfor (και μεταδίδει το euro2day) το Άρθρο 50 είναι μια σχετικά πρόσφατη τροποποίηση στην ευρωπαϊκή νομοθεσία, καθώς τέθηκε σε ισχύ μόλις τον Δεκέμβριο του 2009. Καθώς κανένας δεν το έχει επικαλεστεί μέχρι τώρα, είναι ασαφές το πόσο λεπτομερής θα πρέπει να είναι μια συμφωνία αποχώρησης, προκειμένου να γίνει αποδεκτή.

Μέχρι να ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις για την έξοδο, η Βρετανία θα συνεχίσει να θεωρείται πλήρες μέλος της ΕΕ που θα δεσμεύεται από τους κανόνες και τις Συνθήκες της ΕΕ. Αυτό σημαίνει πως θα συνεχίσει να είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 2018.

Θεωρητικά, η Βρετανία θα είχε την επιλογή να φύγει μονομερώς από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όμως αν το έκανε αυτό, οι μελλοντικές συζητήσεις μεταξύ του Λονδίνου και των Βρυξελλών θα γίνονταν πολύ πιο δύσκολες.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η Βρετανία θα ήθελε μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με την ΕΕ -το μεγαλύτερο εμπορικό μπλοκ του κόσμου-, έχοντας απαρνηθεί τη συμμετοχή της στην ΕΕ, το Λονδίνο είναι απίθανο ότι θα κλιμάκωνε περαιτέρω τις εντάσεις με τις Βρυξέλλες, αν μπορεί να το αποφύγει.

Όταν οριστικοποιηθεί η έξοδος της Βρετανίας, η βρετανική κυβέρνηση θα πρέπει να διευθετήσει τρία μεγάλα ζητήματα. Το μεγαλύτερο είναι το εμπόριο. Το Λονδίνο πρέπει να διαπραγματευτεί νέες συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου με το μπλοκ και με τις χώρες εκτός ΕΕ με τις οποίες διαπραγματεύεται μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με βάση την ιστορική εμπειρία, τέτοιες συμφωνίες μπορεί να χρειαστούν ως και μια δεκαετία για να ολοκληρωθούν.

Η νομοθεσία θα ήταν επίσης ένα σημαντικό πρόβλημα που θα πρέπει να επιλυθεί. Όταν δεν ισχύουν πλέον οι κανόνες της ΕΕ, τότε το Βρετανικό Κοινοβούλιο θα πρέπει να επαναφέρει, να τροποποιήσει ή να καταργήσει τους ισχύοντες νόμους.

Το άλλο ζήτημα που θα ερχόταν στο προσκήνιο θα ήταν η μετανάστευση. Μετά την αποχώρηση από την ΕΕ, το Λονδίνο θα πρέπει να αποφασίσει το status των Ευρωπαίων πολιτών που εργάζονται στη Βρετανία, όπως οι Βρυξέλλες θα πρέπει να καθορίσουν το status των Βρετανών εργαζομένων που διαμένουν σε όλη την Ευρώπη.

Και ενώ είναι πιθανό να ξεσπάσει πολιτική κρίση (ήδη ο Φαρατζ έσπευσε να ζητήσει την παραίτηση του Ντ. Κάμερον παρά τη στήριξη που είχε ο τελευταίος από 84 βουλευτές του το Λονδίνο ίσως κληθεί να αντιμετωπίσει νέες απαιτήσεις για ανεξαρτησία από τη Σκοτία.

Τα τρία μοντέλα

Όπως γράφει το Stratfor αν και πολλά από τα φυσικά πλεονεκτήματα της Βρετανίας -οι «χαλαρές» ρυθμίσεις, το φιλικό προς τις επιχειρήσεις περιβάλλον, οι ισχυρές κεφαλαιαγορές και η χρήση της αγγλικής γλώσσας για παράδειγμα- δεν θα επηρεαστούν από ένα Brexit, ωστόσο πολλές από τις επιπτώσεις της ψήφου θα εξαρτηθούν από το είδος της σχέσης που θα «χτίσει» η Βρετανία με την Ευρώπη αφού φύγει. Οι σχέσεις αυτές θα μπορούσαν να ακολουθήσουν ένα από τα κάτωθι τρία μοντέλα:

Το νορβηγικό μοντέλο: Η Βρετανία θα μπορούσε να συμμετέχει στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Περιοχή υπό όρους παρόμοιους με αυτούς της Νορβηγίας. Αν και η Νορβηγία δεν είναι μέλος της ΕΕ, συμμετέχει σε πολλές από τις δομές του μπλοκ. Αυτή η επιλογή θα διατηρούσε την πρόσβαση της Βρετανίας στην κοινή αγορά της ΕΕ, όμως θα απαιτούσε επίσης το Λονδίνο να υιοθετήσει ευρωπαϊκούς κανόνες και να συνεισφέρει στον προϋπολογισμό του μπλοκ, χωρίς να έχει λόγο στη λήψη αποφάσεων. Με απλά λόγια, η Βρετανία θα αναγκαζόταν να ακολουθήσει κανόνες που δεν θα όριζε, σενάριο που είναι μάλλον απίθανο.

Το ελβετικό μοντέλο: Εναλλακτικά, η Βρετανία θα μπορούσε να ακολουθήσει το παράδειγμα της Ελβετίας, διαπραγματευόμενη σειρά διμερών συμφωνιών με την Ευρωπαϊκή Ένωση που θα όριζαν την πρόσβασή της στην κοινή αγορά της Ευρώπης σε ορισμένους τομείς. Στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής, η Βρετανία θα πρέπει να τηρήσει τους κανονισμούς της ΕΕ μόνο στους τομείς που καλύπτουν οι συμφωνίες. Όμως οι συμφωνίες της Ελβετίας, που είναι περισσότερες από εκατό, χρειάστηκαν χρόνια σκληρών διαπραγματεύσεων με το μπλοκ για να δημιουργηθούν. Ετσι, αν και είναι πιο πιθανό αποτέλεσμα απ’ ό,τι το νορβηγικό μοντέλο, εξακολουθεί να δημιουργεί σοβαρά προβλήματα για τη Βρετανία.

Το μοντέλο της Νότιας Κορέας: Η τελική επιλογή της Βρετανίας θα ήταν να υπογράψει μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως έκανε η Νότια Κορέα το 2009. Το Λονδίνο και οι Βρυξέλλες θα διαπραγματεύονταν το εύρος και το βάθος μιας τέτοιας συμφωνίας, και είναι πιθανό το μπλοκ να προσπαθήσει να περιορίσει την πρόσβαση της Βρετανίας σε συγκεκριμένους τομείς, όπως οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Οι διαπραγματεύσεις θα μπορούσαν να είναι χρονοβόρες: στην περίπτωση της Νότιας Κορέας χρειάστηκαν σχεδόν μια δεκαετία. Τα μέλη του βρετανικού «στρατοπέδου» που τάσσονται υπέρ της αποχώρησης έχουν πει τις τελευταίες εβδομάδες πως το μοντέλο της Νότιας Κορέας θα ήταν ο προτιμώμενος δρόμος τους στην περίπτωση Brexit.

Πηγή