Του Γιώργου Φιντικάκη
“Πρέπει και οι ίδιοι οι Έλληνες να επενδύσουν στη χώρα τους. Δεν μπορεί από τη μια πλευρά να έρχονται Γερμανοί επενδυτές στην Ελλάδα και στα σύνορα να συναντούν Έλληνες οι οποίοι…
επιδιώκουν να μεταφέρουν τα χρήματά τους εκτός Ελλάδας”.

Τα καρφιά αυτά είχε εξαπολύσει τον Οκτώβριο του 2011 προς τον ελληνικό επιχειρηματικό κόσμο ο τότε επικεφαλής του Συνδέσμου Γερμανών Βιομηχάνων BDI, Χάνς Πέτερ Κάιτελ, για να εισπράξει την απάντηση του τότε ομολόγου του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, ότι “μέσα σε ένα περιβάλλον μεγάλης αβεβαιότητας και μεγάλης έλλειψης ρευστότητας – όπως συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα- είναι εξαιρετικά δύσκολο να αναληφθούν επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και μεγάλα επενδυτικά σχέδια”.

Τέσσερα χρόνια έχουν περάσει από τότε, μαζί με τρεις κυβερνήσεις, ένα ακόμη μνημόνιο, μπόλικη επιπλέον λιτότητα, δεκάδες νέους φόρους, και ελάχιστα έχουν αλλάξει από τα όσα υποστήριζαν τόσο ο Κάιτελ, όσο και ο Δασκαλόπουλος.

Ούτε οι Έλληνες επιχειρηματίες έχουν βγει μπροστά για να ανοίξουν πρώτοι το δρόμο προς την ανάπτυξη, ούτε όμως οι συνθήκες είναι ακόμη τέτοιες ώστε να τους το επιτρέπουν.

Σίγουρα πολλοί παράγοντες λειτουργούν ανασταλτικά και έχει δίκιο ο ΣΕΒ όταν με κάθε ευκαιρία τους επικαλείται, αφού:

– Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι ακόμη στην εντατική. Ενώ στην Ευρώπη, οι επιχειρήσεις δανείζονται με μηδενικά επιτόκια, στην Ελλάδα πληρώνουν 7% και 8%. Το country risk παραμένει.

– Η Ελλάδα συγκαταλέγεται πλέον ανάμεσα στις χώρες με τη μεγαλύτερη φορολογία, ο συντελεστής ξεπερνά το 40%.

– Το φορολογικό περιβάλλον παραμένει αβέβαιο, ουδείς ξέρει αν του χρόνου θα αλλάξει.

– Η ελληνική επιχείρηση είναι η μοναδική στην Ευρώπη που καλείται να λειτουργήσει σε καθεστώς κεφαλαιακών ελέγχων.

– Η φοροδιαφυγή οργιάζει.

– Οι φόροι στην ενέργεια παραμένουν κοντά στο 30%, ποσοστό υψηλότερο απ’ ότι στη Γερμανία, και πολύ μεγαλύτερο απ’ ότι στις γειτονικές χώρες.

Αυτές ακριβώς τις μεταρρυθμίσεις ζητά ο επιχειρηματικός κόσμος, και γι’ αυτές ακριβώς τις μεταρρυθμίσεις ακούει συνεχώς ότι θα γίνουν “από του χρόνου”. Αυτούς ακριβώς τους λόγους επικαλούνται και οι Έλληνες επιχειρηματίες όταν ερωτώνται πότε θα φέρουν πίσω τα κεφάλαια που βρίσκονται στο εξωτερικό, προκειμένου να τα επενδύσουν στην πραγματική οικονομία.

Ενώ όλοι οι μεγάλοι όμιλοι της χώρας έχουν στο τραπέζι μια σειρά από έτοιμα σχέδια, ταυτόχρονα δυσκολεύονται να τα διαχειριστούν, εξαιτίας θεμάτων όπως είναι ο δανεισμός, η φορολογία, τα capital controls, η μονίμως στο στόχαστρο των φορολογικών αρχών αγορά των ακινήτων, κ.ά.

Ευκαιρίες ωστόσο υπάρχουν, “όπως και λεφτά”, για να παραφράσουμε τη γνωστή φράση. “Άρα, είναι λάθος να τα περιμένετε όλα από τους ξένους”, όπως λέει στο liberal.gr στέλεχος μεγάλου ευρωπαϊκού επενδυτικού ομίλου, “εσείς πρώτοι πρέπει να στείλετε το στίγμα ότι εμπιστεύεστε τη χώρα σας”.

Η άποψη αυτή του συνομιλητή μας, είτε αρέσει είτε όχι εντός των συνόρων, δεν αποτελεί εξαίρεση στο εξωτερικό. Τη συμμερίζονται κι άλλοι σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, από το χώρο τόσο των θεσμών, όσο και τον επιχειρηματικό.

Το μήνυμα είναι με άλλα λόγια, πως αν δεν ξεκινήσουν τις επενδύσεις οι επιχειρηματίες που βρίσκονται εγκατεστημένοι στην Ελλάδα, αν δεν δώσουν πρώτα οι ίδιοι το στίγμα ότι πιστεύουν στη χώρα τους, δεν βγουν μπροστά για να κινητοποιήσουν κεφάλαια, οι επενδύσεις για τις οποίες μιλούν συνεχώς, δεν θα έρθουν.

Δεν πρόκειται τα ξένα κεφάλαια να έρθουν μαζικά στη χώρα, μόνο και μόνο επειδή η αξιολόγηση ολοκληρώθηκε, η ΕΚΤ θα επαναφέρει- ίσως και εντός εβδομάδας- το waiver, η κυβέρνηση ψήφισε προ ημερών τον Αναπτυξιακό Νόμο ή προχωρά “κούτσα-κούτσα” το πρόγραμμα των δρομολογημένων αποκρατικοποιήσεων.

Άλλωστε το γεγονός ότι υπάρχουν ευκαιρίες παντού, το παραδέχεται πλέον ανοικτά το σύνολο του ελληνικού επιχειρείν, αυτού που τουλάχιστον διαθέτει την αναγκαία ρευστότητα. Το θέμα επομένως δεν είναι να απαντάμε με “καρφιά” στα επόμενα “καρφιά” τύπου Καιτέλ, που αργά ή γρήγορα κάποιος καλοθελητής από το εξωτερικό εκ νέου θα εξαπολύσει. Αλλά ο επιχειρηματικός κόσμος να αρχίσει να επενδύει ξανά στη χώρα του, και όχι να περιμένει για να το κάνει την περαιτέρω μείωση μισθών ή την απελευθέρωση των απολύσεων που αναμένεται να έρθουν από το φθινόπωρο.

Πηγή