Γράφει ο Νότιος
Είναι στιγμές που αναρωτιέσαι αν πραγματικά αξίζει να υπηρετείς το λειτούργημα της δημοσιογραφίας ή είναι καλύτερα να γίνεις μανάβης, περιπτεράς, γαλατάς…

Και μη βιαστείτε να βγάλετε λάθος συμπεράσματα. Δεν αναφέρομαι υποτιμητικά στις παραπάνω επαγγελματικές δραστηριότητες. Μια χαρά επαγγέλματα είναι και μάλιστα ουδεμία σχέση έχουν με την παράνοια, τη σαπίλα αλλά και τη βρωμιά που αναδύεται στον χώρο μας. Άλλωστε όλοι οι παραπάνω πολύ εύκολα θα μπορούσαν να…”βαφιστούν” δημοσιογράφοι και να ασκήσουν το επάγγελμα, όπως πολλοί άλλωστε απ’ αυτούς που καμαρώνουμε τελευταία στα ΜΜΕ και μάλιστα χειροκροτούμε την αμορφωσιά και την ασχετοσύνη τους. Αλλά όλα αυτά είναι άλλο θέμα που θα μας απασχολήσει κάποια άλλη στιγμή.

Τα τελευταία εικοσιτετράωρα, λοιπόν, παρακολουθώ με ιδιαίτερο ενδιαφέρον το μένος ενός δημοσιογράφου που βάλθηκε “σώνει και καλά” όπως λέμε και στο χωριό μας, να “ξηλώσει” την ηγεσία της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πειραιά.

Ο λόγος που ο δημοσιογράφος ζητά να παρθούν τα κεφάλια των αστυνομικών που συμμετείχαν, αλλά και αυτών που δεν συμμετείχαν στη σύλληψή του, είναι τραγικός έως και παράλογος. Eπειδή οι αρχές τόλμησαν να πράξουν τα νόμιμα ο “τηλεδικαστής” θύμωσε!

Και σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει όλοι εμείς που ασχολούμαστε, παναθεμά μας, με το επάγγελμα της ρημάδας της δημοσιογραφίας να πάρουμε θέση.

Θέση θα πρέπει να πάρουν και οι δημοσιογραφικές Ενώσεις, αλλά και τα συνδικαλιστικά μας όργανα κατά τη γνώμη μου, όπως έκαναν και στην περίπτωση της… “εισβολής” της Εισαγγελέως στον ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΙ. Και πολύ σωστά έπραξαν.

Τώρα θα πρέπει να παρέμβουν ξανά κι αυτήν τη φορά για να σταματήσουν την κατρακύλα του δημοσιογράφου, ο οποίος προσπαθεί να “πουλήσει” τη “σύλληψή του” στο κοινό, ανοίγοντας μάλιστα και “βεντέντα” με έναν επίλεκτο αστυνομικό. Έναν αστυνομικό  που δε γνωρίζει καν ο κ. Θωμαίδης, αλλά ούτε και φρόντισε ποτέ να πληροφορηθεί γι’ αυτόν. Προσωπικά είμαι σίγουρος πως ο παρουσιαστής ψάχνει απλώς εξιλαστήριο θύμα για τη δημιουργία εντυπώσεων. Στοχοποιεί με ανακρίβειες και παραπληροφόρηση ένα επίλεκτο μέλος της ΕΛ.ΑΣ., έναν έμπειρο, μάχιμο και πάνω απ’ όλα έναν αστυνομικό με ήθος και αρχές. Είναι σχεδόν βέβαιο πως ο… “τηλεδικαστής” βλέπει το δέντρο και χάνει το δάσος. Συνέχισε και μέσα από το τηλεδικαστήριό του να ασελγεί δημοσιογραφικά πάνω στο υποψήφιο θύμα του.

Είμαι βέβαιος όμως πως διάλεξε λάθος άνθρωπο…
Σίγουρα δε συμφωνούμε με τη φίμωση του δημοσιογραφικού λόγου, εξίσου όμως δε συμφωνούμε και με τον τυποκτόνο νόμο που ψηφίστηκε σε μαύρες για το δημοσιογραφικό λειτούργημα εποχές και εξακολουθεί να ταλανίζει την ελληνική δημοσιογραφία.

Όμως εφόσον είναι σε ισχύ ο νόμος αυτός, υποχρεούμαστε όλοι εμείς να τον λαμβάνουμε σοβαρά υπόψιν και να φυλαγόμαστε από τις…κακοτοπιές. Στη δημοκρατία μας οι νόμοι θα πρέπει να εφαρμόζονται και πάνω απ’ όλα να τηρούνται. Από όλους! Μηδενός εξαιρουμένου!

Η δημοσιογραφία και οι δημοσιογράφοι θα πρέπει να ενημερώνουν αλλά… και να ενημερώνονται. Θα πρέπει το “όπλο” που έχουμε σ-τα χέρια μας να το χρησιμοποιούμε για το κοινωνικό συμφέρον και όχι για το προσωπικό μας όφελος.

Κι αυτό είναι το λάθος που κάνει ο αγαπητός κ. Θωμαίδης. Χρησιμοποιεί τη δημοσιογραφία για να εξοντώσει ηθικά και επαγγελματικά ανθρώπους που δουλεύουν σκληρά για να ζήσουν την οικογένειά τους.

Αντί να ενημερώσει το κοινό για τους λόγους που οδήγησαν την κα Εισαγγελέα  να “παραστεί” στην τηλεοπτική του “Δίκη”, φρόντισε να στοχοποιήσει με ανείπωτη αμετροέπεια τους αστυνομικούς, σε βαθμό κακουργήματος. Και συνεχίζει δίχως ηθικούς και επαγγελματικούς φραγμούς. Σαν κάποιος να τον “πιέζει”.

Ο Πρόεδρος του Ολυμπιακού του έκανε μήνυση, με τους αστυνομικούς στράβωσε ο κ.Θωμαίδης. Αντί να βγει από την εκπομπή του και να πει ένα μεγάλο ευχαριστώ στον διοικήτη, που του γλύστρισε και δεν τον συνέλαβε, (την κοπάνησε με το άσπρο αυτοκίνητό του ο παρουσιαστής) άρχισε να στοχοποιεί τους αστυνομκούς, δίχως έλεος.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, πάντως, καλό θα ήταν ο κ. Θωμαϊδης να σκεφτεί σοβαρά πως εφόσον έχει επιλέξει να ερευνά, να ξεσκεπάζει και στη συνέχεια να “δικάζει” στην τηλεοπτική του “δίκη” πρόσωπα και καταστάσεις, να αρκείται σ’ αυτά και να μην ψάχνει εξιλαστήρια θύματα για να αποδώσει τη δημοσιογραφική του δικαιοσύνη.