Και δεν αρκούσε που πήρε τη μεγάλη απόφαση μετά από πολλά χρόνια να γυρίσει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε, την Κρύα Βρύση στα…
πόδια του περήφανου «Κέντρους» Ρεθύμνου, αλλά κατάφερε και το σημαντικότερο: Να προσαρμοστεί χωρίς προβλήματα στο νέο του περιβάλλον κι ας είναι τώρα πιο… έρημο και θλιβερό με την εσωτερική μετανάστευση των γενεών!

Όμως, με την εικόνα των καιρών στο χωριό του και στην ενδοχώρα που χάνει χρόνο με το χρόνο, τους ανθρώπους της, ο Γιώργος Μανουσάκης δεν σκιάζεται και μάλλον του είναι αγαπητή, καθώς… μπούχτισε στην υδροκέφαλη πρωτεύουσα και έψαχνε την αφορμή να την εγκαταλείψει… τρέχοντας οικογενειακώς  και να μην γυρίσει ούτε να την δει! Ζητούσε, πιθανότατα, την… απελευθέρωσή του από την πόλη των αντικαταθλιπτικών και την μόνιμη πια εγκατάστασή του στην ηρεμία και την ποιότητα για το υπόλοιπο τμήμα της ζωής…

Η επάνοδός του ήταν προετοιμασμένη και αφού «έχτισε» τη νέα του ζωή στο σπίτι- ερείπιο της γιαγιάς Ασουμανάκη στην Κάτω Κρύα Βρύση, την οργάνωσε στα παλαιά πρότυπα της καθημερινότητας, θέλοντας να νιώσει όσο το δυνατό  περισσότερο παλιός… Κρυοβρυσανός. Και σε ένα βαθμό το έχει καταφέρει! «Η Αθήνα», θα επαναλάβει, «έχει τελειώσει, χαλάς τα χρόνια σου χωρίς λόγο, εδώ ζεις τα πάντα».

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΤΟΝ ΣΥΓΚΙΝΟΥΣΕ ΠΑΝΤΑ

Και επειδή είναι ταυτισμένος, εμπειρικά ή από διηγήσεις, με την αρχοντιά των προγόνων του στο «Κέντρος», ίσως γιατί στο υποσυνείδητό του «τρέχουν» οι αναμνήσεις και οι μακρόσυρτες ιστορίες τους, επιδιώκει από τότε που επανήλθε, να ζήσει όσο είναι δυνατό στο απόλυτο, αυτά που τόσα χρόνια έχασε και δεν γεύτηκε. Γιατί το χωριό του πάντα τον συγκινούσε και τον καλούσε να επιστρέψει!

Πριν λίγους μήνες, λοιπόν, ρίζωσε κάμποσες ελιές στο χώμα του κτήματός του και μετά στο περιβόλι του σπιτιού του φύτεψε τα κηπευτικά της εποχής, καλλιεργώντας τα χωρίς… χημική βοήθεια όπως οι γονείς και οι άλλοι παλαιοί συγχωριανοί του, θέλησε να γίνει και μικροπαραγωγός για τις ανάγκες της οικογένειάς του, να είναι αυτάρκης και να μην τον συντηρεί ο… μανάβης και ο κάθε πλανόδιος λιανοπωλητής!

Η πόλη πια, παλαιότερα η ανυπόφορη Αθήνα και σήμερα το Ρέθυμνο μια μικρή… γειτονιά της, δεν τον συγκινεί και μάλλον τον διώχνει! Γι αυτό και κάθε πρωί φτάνοντας εκεί για να εργαστεί στην υπηρεσία του Δημοσίου, μετρά τις ώρες να περάσουν γρήγορα και να επιστρέψει στη γαλήνη και στο καφενεδάκι του Κορνάρου, το μοναδικό που έμεινε στο πάνω χωριό. Να συναντηθεί τις ώρες που… ξετρυπώνουν οι μετρημένοι φύλακες που απόμειναν και το κρατούν ακόμα ζωντανό…

Πηγή