Του Γιάννη Σπανοῦ, Ερευνητῆ
Στὴ νοτιοανατολικότερη ἐσχατιὰ τῆς Φυλῆς, τὴ μαρτυρικὴ σκλάβα Κύπρο, ἕνας ἀντίλαλος ἀντηχεῖ ἐπὶ τρεῖς Ἑλληνικὲς χιλιετίες… «Εἷς οἰωνὸς ἄριστος, ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης»· χρησμὸς προπατορικῆς νουθεσίας. Μεταδίδεται σὰν ἐμβατηριακὴ παρότρυνση ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά, μὲ τοὺς ὁμηρικοὺς δακτυλικοὺς ἑξάμετρους στίχους, ποὺ μαρτυροῦν τὸ δῶρο τοῦ Κινύρα στὸν Ἀγαμέμνονα, θώρακα, σὰν ἄρρηκτο συμβολικὸ συνεκτικὸ δεσμό, τῶν ἀπὸ τῶν ἀπωτάτων αἰώνων ἀδελφικῶν αἰσθημάτων τῶν Ἑλλήνων τῆς Μεγαλονήσου μὲ τοὺς Ἕλληνες τῆς ἠπειρωτικῆς μητρὸς πατρίδος καὶ τῆς νησιωτικῆς Ἑλλάδας. Τὸ σύνολο τοῦ ἔθνους.

Καὶ ὁ ἐπικὸς στίχος, μὲ τὸν ἐλεγειακὸ τοῦ Τυρταίου: «τεθνάμεναι γὰρ καλόν, ἑνὶ προμάχοισι πεσόντι», τὸν δραματικό τοῦ Εὐριπίδη: «τί γὰρ πατρώας ἀνδρὶ φίλτερον χθόνος», τὸν λυρικό τοῦ Καλλίνου: «Τιμὴ ἔν τε γὰρ καὶ ἀγλαὸν ἀνδρὶ μάχεσθαι γῆς πέρι», συνθέτουν τὴ συγκλονιστικὴ μελωδία τῆς ἑλληνικῆς ζωῆς τῆς Κύπρου, ποὺ δόνησε τὰ στήθη τοῦ Ὀνήσιλου, μαγνήτισε τὸν Κίμωνα καὶ τὸν Παυσανία, προσέλκυσε τοὺς Ἴωνες, στὶς θρυλικὲς ναυμαχίες ἐναντίον τῶν Περσῶν, τὸν ναύαρχο τοῦ μεγάλου Ἀλεξάνδρου, τὸν Νέαρχο, νὰ θαυμάσει τοὺς συμπλέοντες ναυμάχους τοῦ Νησιοῦ, καὶ τὸν Ἰσοκράτη νὰ ἐπιδιώκει ἀνάθεση τῆς ἡγεσίας τῶν Ἑλλήνων στὸν Εὐαγόρα τῆς Σαλαμίνας καὶ τὸν Νικοκλέα. Τέτοιο τὸ τραγούδι ποὺ φλόγισε τὸν Διγενὴ Ἀκρίτα τῆς Κύπρου γιὰ νὰ νικήσει τὸν Χάρο, σὲ μία μοναδικὴ πάλη στὸν Ἑλληνισμό, ποὺ μελώδισε τὸν ὕμνο τῶν καιομένων 13 μοναχῶν τῆς Καντάρας τὸ 1231,τὴν Ἑλένη Παλαιολογίνα, κόρη τοῦ δεσπότη τοῦ Μωρέως, νὰ ἐπιβάλει τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα στὴ φραγκοκρατούμενη Κύπρο, νὰ προβάλει τὴν ἐθνικὴ συνείδηση στὰ μέσα του 15ου αἰώνα καὶ νὰ συναρπάσει τοὺς ἐπαναστάτες, τὸν Ρὲ Ἀλέξη τὸ 1427 καὶ τὸν Ἰάκωβο Διασσωρρινὸ τὸ 1563, μὲ προεξάρχον τὸ ἐθνικὸ στοιχεῖο, σὰν δύναμη τῶν ἀντιστάσεων, ὅταν, κατὰ Γεώργιο Ζώρα, ἡ Κύπρος ἦταν «ἡ πρωτοποριακὴ σκοπιὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ» ποὺ ἐνίκησε τὸν φραγκισμὸ μὲ τὸ ἐθνικό της φρόνημα, ἀργότερα δὲ νὰ ἐμπνεύσει ἀντιστάσεις τῶν ἐτῶν 1571, 1578, 1600, 1606, 1608, 1764, 1798, 1821.

Ἀπὸ τὸ 1797 ἡ ἐθνικὴ ἀγωνιστικὴ συνείδηση τῶν Κυπρίων ὁριοθετεῖται ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Καρατζᾶ, ἕναν ἀπὸ τοὺς 7 συντρόφους τοῦ Ρήγα τοῦ Βελεστινλῆ ποὺ μαρτύρησαν μὲ τὸν μεγάλο ὁραματιστή. Τ’ ἀδέλφια, ὁ Ἄγγελος καὶ ὁ Ζήνων σπεύδουν στὸν Ἱερὸ Λόχο τοῦ Ἀλεξάνδρου Ὑψηλάντη, πολεμοῦν στὶς μάχες τοῦ Δραγατσανίου καὶ τῆς Μονῆς Σέκου. Μαζί τους κι ὁ Ἀγγελὴς Μιχαὴλ Κύπριος. Ἦταν προδρομικὲς παρουσίες στὴν Ἐπανάσταση, ποὺ ἄνοιξαν τὴν πύλη τῶν θυσιῶν ἑκατοντάδων Κυπρίων. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κυπριανός, μυημένος στὴ Φιλικὴ Ἑταιρεία ἀπὸ τὸ 1818, εἶχε ἀλληλογραφία μὲ τὸν Ἀλέξανδρο Ὑψηλάντη. Στὸ Δοκίμιο τοῦ Φιλήμονος Α5354 μαρτυροῦνται ἡ συνεργασία καὶ οἱ σύνδεσμοι, ὁ Δημήτριος Ἵππατρος, ὁ Ἀντώνιος Πελοπίδας, ὁ Θεόφιλος Θησέας. Στὸ ΙΕ΄ ἄρθρο τοῦ Γενικοῦ Σχεδίου τῆς Φιλικῆς διατυπώνονται οἱ ὅροι τῆς Κυπριακῆς συμμετοχῆς στὴν Ἐπανάσταση, μὲ τὴν ὑπογραφὴ τοῦ «Καλοῦ», δηλ. τοῦ Ὑψηλάντη. «Ἀντὰν ἐφάνην ἡ σταπὴ εἰς τὸν Μωριὰ τὰ μέρη», κατὰ τὸ ἔπος τοῦ Βασίλη Μιχαηλίδη, οἱ Κύπριοι ἐπαναστάτες ἄρχισαν κατὰ κύματα νὰ συρρέουν στὴν Ἑλλάδα. Στὶς 19 Ἰουνίου 1821 γέμισαν τὰ καράβια τοῦ Κανάρη, στὴν Ἀσπρόβρυση τῆς Λαπήθου. Παράλληλη ποιητικὴ μαρτυρία γιὰ ἀπόπλουν ἐπαναστατῶν ἀπὸ τὴν Καρπασία. Οἱ σφαγὲς τοῦ Ἰουλίου 1821, 480-2000 προκρίτων καὶ κληρικῶν, οἱ δεσμεύσεις περουσιῶν, ὁ ἀποκεφαλισμὸς τῆς ἡγεσίας, δὲν τρομοκράτησαν τὸν Κυπριακὸ Ἑλληνισμό. Οἱ νέοι ἔσπευδαν στὴν ἐπαναστατημένη Ἑλλάδα καὶ πολεμοῦσαν ἡρωϊκά. Στὰ ἑλληνικὰ ἀρχεῖα καταγράφονται πέραν τῶν 580. Μάλιστα, οἱ Κύπριοι ἐπαναστάτες, κατὰ τὸν ἐπικὸ ποιητή, ἀρμένιζαν μὲ τὸ ὅραμα τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας καὶ τὸ ἰδεολογικὸ στοιχεῖο εἶναι βροντόλαλο: Πήγαιναν νὰ πολεμήσουν μὲ προορισμὸ τὴν Κωσταντινούπολη. Κατὰ τὴν ἱστορική μαρτυρία τοῦ Βασίλη Μιχαηλίδη: «Εἶπαν μου πὼς ἐφύασιν ποτζιεῖ ποὺ τὸ Καρπάσιν Μία κοπὴ παίδκιοι τοπιανοὶ τζιαὶ πὼς ἐπῆαν πέρα». Ἐπαναστατική, ματωμένη ἔκφραση τῆς ἑτοιμότητας τῆς μάχιμης αὐτοθυσίας, στὸν βωμὸ τῆς ἱερότερης τῶν διαιώνιων διεκδικήσεων, τοῦ λυτρωμοῦ τῆς καρδιᾶς τοῦ Ἔθνους, τῆς πρωτεύουσας, βασιλίδος τῶν πόλεων, τῆς κολυμβήθρας τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς, τῆς Κωσταντινούπολης, τοῦ μαγνητικοῦ πόλου τῆς ὁραματιζόμενης τὴν ἐλευθερία τῆς Ρωμηοσύνης.

Ἡ σκλάβα Πόλη ἦταν ὁ ἀπώτερος σταθερὸς σκοπὸς τῶν Κυπρίων ἐπαναστατῶν τοῦ ’21 καὶ τὰ νικητήρια εὐχαριστήρια στὴν Ὑπέρμαχο Στρατηγό, ἡ 68 μεγάλη προσδοκία τῆς ἱστορικῆς καταξίωσης. Χαρακτηριστικὰ τῆς ὁλόψυχης συμμετοχῆς τῶν Κυπρίων στὴν Ἐπανάσταση καὶ οἱ ἐκποιήσεις τῶν περουσιῶν καὶ ἡ μεταφορὰ χρημάτων στὴν ἐπαναστατημένη Ἑλλάδα. Παραδείγματα οἱ ἀδελφοὶ Θησεῖς, Θεόφιλος, Νικόλαος, Κυπριανὸς καὶ ἄλλοι ποὺ συντηροῦσαν ἰδίαις δαπάναις σώματα ἐπαναστατῶν. Ἔδωσαν τὰ πάντα, καὶ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἐπιζήσαντες πέθαναν ἐπὶ τῆς ψάθης, ὅπως μαρτυροῦν οἱ θυγατέρες τοῦ Χαράλαμπου Μάλη καὶ οἱ κόρες τῶν Θησέων σὲ ἐπιστολές τους. Ἐνδεικτικὸ τὸ μήνυμα τῆς 25ης Ἀπριλίου 1825 πρὸς τὸ Ἐκτελεστικόν: «Σεβαστὴ Διοίκησις! Ἡμεῖς ἐχάσαμεν μαζὶ μὲ τὴν πατρίδα καὶ τὰς οἰκίας μας. Εἴδομεν τοὺς συγγενεῖς μας ἐσφαγμένους καὶ ἐνταῦθα, ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος, ἀγωνιζόμενοι, τρέφομεν αὐτὰς τὰς ἐλπίδας, τοῦ ν’ ἀνακτήσωμεν τὴν πατρίδα ἐλευθέραν».

Συναρπαστικὴ καὶ ἡ ἰδέα τοῦ πατριωτισμοῦ τῶν Κυπρίων καὶ ἡ πίστη στὴν αἰωνιότητα τῆς Φυλῆς, ἀπὸ τὴν ποιητικὴ διακήρυξη τοῦ Κυπριανοῦ: «Ἡ Ρωμηοσύνη ἐν Φυλῇ συνότζιαιρη τοῦ κόσμου! Κανένας δὲν εὑρέθηκεν γιὰ νὰ τὴν ἐξιλείψει, Ἡ Ρωμηοσύνη ἐν νὰ χαθεῖ ὄντας ὁ κόσμος λείψει». Ἐθνικὴ βεβαιότητα, ποὺ ὁ Βασίλης Μιχαηλίδης ἀκούει ἀπὸ τὸν τηλεβόα τῆς διαλαλούμενης πίστης τοῦ ἐθνομάρτυρα Ἀρχιεπίσκοπου, γιὰ τὴν ἄρρηκτη διάρκεια τῆς Φυλῆς ὣς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Ἡ ὑπαρξιακὴ φιλοσοφία καὶ ἡ βιοτικὴ πεποίθηση τῶν Κυπρίων ποὺ ἔκτοτε σπεύδουν σ’ ὅλους τοὺς ἐθνικοὺς ξεσηκωμοὺς καὶ τοὺς πολέμους στὴ μητέρα πατρίδα, γιὰ νὰ ὁριοθετήσουν μὲ τὰ λευκά τους κόκκαλα τοὺς δρόμους τῶν πεπρωμένων κάθε γενιᾶς ποὺ ἔρχεται στὸν κόσμο μὲ τὸ προπατορικὸ χρέος τοῦ αὐτοσεβασμοῦ καὶ τῆς αὐτοθυσίας γιὰ τὴν ἀπόκτηση ἢ τὴ διατήρηση τῆς ἐλευθερίας. Ἡ συμβολὴ τῶν Κυπρίων εἶναι ἀενάως ἐκπληκτική. Οἱ πόθοι συνταρακτικοί. Ἐνδεικτικὲς οἱ δυὸ ἐπιστολὲς πρὸς Καποδίστριαν, ἐκ μητρὸς Κυπρίου, τῆς 19ης Αὐγούστου καὶ τῆς 17ης Νοεμβρίου 1828. Ἀλλὰ συγκλονιστικὲς καὶ οἱ μαρτυρίες προσωπικοτήτων τῆς ἐπανάστασης: Ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ Μαυροκορδάτος, ὁ Σταματελόπουλος, ὁ Γρίβας, ὁ Χατζηχρίστος, ὁ Γιατράκος, ὁ Πετιμεζᾶς, ὁ Λόντος, ὁ Παπαδιαμαντόπουλος, ὁ Κριεζώτης καὶ πλῆθος ἄλλων κορυφαίων ἡγετῶν καὶ ὁπλαρχηγῶν ὑμνοῦν μὲ ἔγγραφά τους τοὺς Κυπρίους ἐπαναστάτες ποὺ πολέμησαν παντοῦ, σπέρνοντας τὴ ματωμένη γῆ μὲ τὰ ἱερὰ ὀστὰ τῶν ἐθνικῶν τους ἀξιώσεων. Στὸν Μωριά, στὴ Ρούμελη, στὸ Αἰγαῖο, στὴν Τριπολιτσά, στὸ Ναύπλιο, στὴν Κόρινθο, στὸ Μεσολόγγι, στὸ Φάληρο, στὴν Πάτρα, στὰ Δερβενάκια, Ὁ Κύπριος ἀγωνιστής τοῦ 1821, Ἀρχιμανδρίτης Θεόφιλος Θησέας στὸ Ἄργος, στὴν Κάρυστο, στὴ Λειβαδιά, στὴν Αθήνα, στὴ Θήβα, στὶς Σπέτσες, στὴ Σάμο, στὸ Πέτα, στὸ Ναυαρίνο, στὸ Νεόκαστρο, στὸ Χαϊδάρι, στὴ Χίο, στὴν Κρήτη, ὅπου σκάψεις σ’ αἱματόβρεκτα χώματα καὶ νεκροταφεῖα θὰ βρεῖς λείψανα Κυπρίων. Ἀπὸ τὴν Ἤπειρο καὶ τὴ Μακεδονία ὣς τὸ Σαγγάριο. Ὁ Κανάρης μνημονεύει τὸν Κωσταντῖνο Κυπριώτη. Πολέμησε σ’ ὅλες τὶς μάχες καὶ σκοτώθηκε. Τὸν γιό του Γεώργιο, ποὺ ἔπεσε πολεμώντας, συνειδητὸς συνεχιστὴς τοῦ ἡρωϊσμοῦ τοῦ πατέρα του. Στὸ Με- σολόγγι καὶ στὸ Φάληρο ἑκατόμβες οἱ Κύπριοι ἐθελοντές. Ὁ Χατζηαργυροῦ βεβαιώνει τὴν παλληκαριὰ τοῦ Ἰωάννη Κυπρίου. Ὁ Πετρόμπεης, ὁ Μακρυγιάννης ὑμνοῦν «τὸν ἀνδρειότερο καὶ γεννότερον» Ἀγγελὴ Κύπριο, ὁ Κολοκοτρώνης τὸν Ἰωάννη Γεωργίου, ὁ Μαυροκορδάτος τὸν Κύπριο ποὺ ἐπ’ ἰδίῳ κινδύνῳ τὸν ἔσωσε ἀπὸ κακοποιούς. Ὁ Μακρυγιάννης πλέκει τὸ ἐγκώμιο τοῦ Μιχάλη τοῦ Κύπριου, τοῦ μόνου ἐθελοντῆ ἀγγελιαφόρου, ποὺ κολύμπησε ἐπὶ ὧρες μεταφέροντας σὲ ἀγγλικὸ πλοῖο τὸ μήνυμα τοῦ κινδύνου τῶν πολιορκουμένων ἐπαναστατῶν στὸ Νιόκαστρο.

Κρίνεται ἀναγκαία ἡ ἀναφορά, ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, καὶ τῆς συνέχειας: Οἱ Κύπριοι τοῦ ’21, συγκρότησαν τὴ «Φάλαγγα τῶν Κυπρίων» μετά τὴν Ἐπανάσταση. Ὁ Ἰωαννίκιος κήρυξε τὴν ἐπανάσταση τῆς Καρπασίας καὶ ὁ Νικόλαος Θησέας τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, τὸν Ἰούλιο τοῦ 1833. Ὁ στρατηγὸς Χατζηπέτρος δείχνοντας τὰ παράσημά του ἔλεγε: «Αὐτὰ μοῦ τὰ ἔδωσεν ἡ παλληκαριὰ τῶν Κυπρίων»! Τὸ 1854 οἱ Κύπριοι προέλασαν στὴν Ἤπειρο καὶ τὴ Θεσσαλία. Τὸ 1866 ἔτρεξαν στὴν Κρήτη. Τὸ 1880 στὴ Θεσσαλία καὶ στὴν Ἤπειρο. Τὸ 1897, 7.000 πῆγαν στὸν πόλεμο ἐθελοντές. Κατὰ πληθυσμικὴ ἀναλογία περισσότεροι ἀπὸ κάθε ἄλλο τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τὸ 1910 συγκρότησαν τὴν κυπριακὴ πυροβολαρχία. Τὸ 1912, 2500 Κυπρίων πολέμησαν στοὺς Βαλκανικοὺς Πολέμους. Ἐπὶ κεφαλῆς ὁ Δήμαρχος Λεμεσοῦ Χριστόδουλος Σῶζος ποὺ ἔπεσε στὸ Μπιζάνι, στὴν κορφὴ τοῦ Ἁγίου Ἠλία, στὶς 6 Δεκεμβρίου 1912. Ἐπιστολὴ στὴ σύζυγό του, ἐνδεικτικὴ τοῦ ἐθνικοῦ πάθους ποὺ ἐνέπνεε τὸν ἄνδρα. Ὁ ἥρωας, μὲ τὸ Μητροπολίτη Κιτίου 1910-1918, Μελέτιο Μεταξάκη, τὸν Μακάριο Μυριανθέα, μετέπειτα Κυρηνείας καὶ Ἀρχιεπίσκοπο Μακάριο Β΄, ἀξίωσαν ἀπὸ τὸν Ἐλευθέριο Βενιζέλο κατάταξη στὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ μετώπου! Στοὺς Βαλκανικοὺς καὶ οἱ Εὐάγγελος Χατζηιωάννου, βουλευτὴς Λάρνακας, ὁ Πάφιος φοιτητὴς Πέτρος Χατζηαργυροῦ ποὺ ἔπεσε σὲ μάχη, ὁ Κωσταντῖνος Χαρικλέους, ὁ Προκόπης Χατζημιλτὴς (Ἐπισημάνσεις τοῦ Πανεπιστημιακοῦ Πέτρου Παπαπολυβίου). Στὸν Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κατατάχτηκαν 11 χιλιάδες καὶ πολέμησαν στὴ Μακεδονία. Τὸ 1919 ἔσπευσαν στὴ Μικρασία. Ὁ ἰωνικὸς τύπος ὕμνησε τὴν παλληκαριά τους, (ἐφ. «Τηλεγράφος Σμύρνης»). Χαρακτηριστικὴ ἡ διαδήλωση δυὸ χιλιάδων στὴ Λευκωσία, ἔξω ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ πρεσβεία, ποὺ ζητοῦσαν πλοῖο νὰ πᾶνε πολεμιστὲς στὴ Σμύρνη!… (8 Ἰουνίου 1920). Οἱ ἐθελοντὲς στὴ Μικρασία ἀνέρχονται σὲ 5.972. (Ἀπὸ Λευκωσία 2158. Ἀμμόχωστο 974, Λεμεσὸ 850, Λάρνακα 600, Κερύνεια 390, Πάφο 1000). Στὸ Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο 20.000 πολέμησαν στὴν Ἑλλάδα, ἐπὶ συνόλου 35 χιλιάδων ἐθελοντῶν ποὺ κατατάχτηκαν στὸν συμμαχικὸ στρατὸ κι ἔβαψαν μὲ τὸ αἷμα τους τὴν Πίνδο καὶ τὴ Βόρεια Ἤπειρο.

Βέβαια δὲν ἦταν μόνο ὅσοι μποροῦσαν νὰ πάρουν ὅπλο καὶ νὰ πολεμήσουν γιὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἦταν καὶ ὁ ἄμαχος πληθυσμὸς ποὺ σὲ παγκύπριους ἐράνους ἔστελλε στὴν Ἑλλάδα σὲ χρυσάφι, τὶς βέρες, τὰ βραχιόλια, τὰ ἐνώτια, τὰ πολύτιμα στολίδια. Τὸ 1914 γιὰ παράδειγμα ἡ προσφορὰ στὸ Ἔθνος ἀνερχόταν σὲ 16 χιλιάδες χρυσὲς λίρες! Τὸ 1940 διενεργήθηκαν ἔρανοι μὲ προσφορὰ χρυσοῦ γιὰ τὴν Ἑλλάδα (Ἐφημερίδα «ΧΡΟΝΟΣ» 21.11.40). Τὸ 1951, μισὸ ἑκατομμύριο λιρῶν γιὰ τὴν Ἑλλάδα («ΕΘΝΟΣ» 16.1.1951) γιὰ τὴν ἐπούλωση τῶν πληγῶν ἀπὸ τὴν κατοχὴ καὶ τὸν ἐμφύλιο. Τὸ Νοέμβριο τοῦ 1920 ἀναχώρησαν γιὰ τὴν Ἑλλάδα δάσκαλοι γιὰ ὑπηρεσία. Στὶς 3 Ἀπριλίου 1921, ἐν μέσῳ πανηγυρισμῶν προκηρύχθηκε ἔρανος μὲ τίτλο «Τὸν ὀβολόν σας πρὸς προέκτασιν τῶν ἐθνικῶν συνόρων», («Κῆρυξ», 3 Ἀπριλίου 1921). Στὶς 21 Ἰουνίου 1922, ὁ Μητροπολίτης Πάφου Ἰάκωβος ἀποπλέει γιὰ τὴ Σμύρνη ἐπὶ κεφαλῆς ἐθελοντῶν καλογήρων! Στὶς 5/18 Μαΐου 1922 ἡ «ΕΝΩΣΙΣ» καλεῖ τὸν λαὸ νὰ συνεισφέρει σὲ ἔρανο γιὰ τὴ Μικρασιατικὴ ἐκστρατεία. Γράφει: «Ἡ κλαγγὴ τῶν ἑλληνικῶν ὅπλων ἀντηχεῖ ἐπὶ τῶν δυσβάτων κορυφογραμμῶν τῶν Μικρασιατικῶν ὀρέων καὶ ὁ Ἕλλην στρατιώτης σκορπίζει ἐκ νέου τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν ζωὴν εἰς τοὺς ἀπὸ 4 αἰώνων καταδυναστευομένους Ἑλληνισμοὺς τῆς περικαλλοῦς τῆς Ἰωνίας Νύμφης…». Ἦταν καὶ ἡ ἀρθογραφία τῶν ἐφημερίδων τῆς Κύπρου ἀπὸ τὸ 1878 καὶ ἐντεῦθεν. Ἔχω καταθέσει τοὺς τίτλους ὅλων τῶν ἐφημερίδων καὶ τῶν ἄρθρων ποὺ τεκμηριώνουν καὶ εἰδησεογραφικὰ τὴν ἀφοσίωση στοὺς ἀγῶνες τοῦ Ἔθνους καὶ στὸν προαιώνιο πόθο τῆς Ἕνωσης μὲ τὴ μάνα Ἑλλάδα. Κλίνω μὲ τὴν ἀποκάλυψη ὅτι μετὰ τὸν ἀγώνα τῆς ΕΟΚΑ, ὁμάδα Κυπρίων ἀγωνιστῶν φοι- τητῶν στὴν Ἀθήνα καὶ στὴ Θεσσαλονίκη ἄρχισαν προπαρασκευὴ γιὰ ἀπελευθερωτικὸ ἀνταρτικὸ στὴ Βόρεια Ἤπειρο. Ζητήσαμε ἀπὸ τὸν Διγενὴ νὰ ἡγηθεῖ τοῦ Ἀγώνα, ἀλλὰ οἱ ἐξελίξεις μᾶς ὁδήγησαν στὴν Κύπρο γιὰ τὴν ἀντίσταση στὰ τουρκικὰ σχέδια… Ἦταν ἡ τελευταία ὣς τώρα ἀπόφαση ἀγωνιστικῆς συμμετοχῆς στὴν ἐθνικὴ ἀνάγκη ποὺ θέριευε τοὺς ἀγωνιστὲς τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγώνα κατὰ τὴν τετράχρονη ἐποποιΐα τῶν θυσιῶν γιὰ τὴν Ἑλλάδα, στὶς κρεμάλες τῶν Ἄγγλων, στὰ Στρατόπεδα Συγκεντρώσεων, στὶς Κεντρικὲς Φυλακές, στοὺς θαλάμους βασανιστηρίων καὶ στὰ ὁρμητήρια τῶν ἀδούλωτων βουνῶν τῆς Μεγαλονήσου. Ἡ ἴδια ἄχρονη καὶ ἀμέτρητη ἀγάπη γιὰ τὴν Ἑλλάδα ὑγραίνει μὲ τὸ δάκρυ τῆς ὑπέρτατης συγκίνησης, τὴν ἀταλάντευτη, προαιώνια συμφωνία τῶν ἐγκλωβισμένων τῆς Ἁγίας Καρπασίας, τῶν ἀπομενόντων Προμηθέων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐκείνων ποὺ ἐπαναλαμβάνουν τὴν ἄχρονη ἀξία τοῦ Συμωνίδειου ἐπιγράμματος γιὰ τοὺς Λακεδαιμονίους τῶν Θερμοπυλῶν δυὸ χιλιάδες τετρακόσια ὀγδόντα ἑφτὰ χρόνια πρίν! Ἐκείνων ποὺ μένουν θέλοντας ἁλυσοδεμένοι στὸν ἱερὸ βράχο τῆς χερσονήσου τῶν ἁγίων, τῆς ἀνατολικότερης ἐσχατιᾶς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, στὴν Ἁγία Τριάδα τῆς Ἰωνικῆς Αἰγαλούσης, κοιτίδας δεκάδων παρασημοφορημένων ἐθελοντῶν τοὺς ἐθνικοὺς πολέμους καὶ προπυργίου ἑνωτικῶν συλλαλητηρίων (ἐφ. «Ἕνωσις», Μάιος 1912) καὶ τῶν ἑλληνικῶν ἀγώνων καὶ στὸ Ριζοκάρπασο, πιστοὶ στοὺς ὑπέρτατους ἄγραφους νόμους τῆς πατρίδας. Στὸν προμαχώνα, ὅπου οἱ γέροντες καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ παρατεινόμενου μαρτυρίου τῆς δεύτερης τουρκοκρατίας τῶν 33 χρόνων, σὰν νὰ μιλοῦν γιὰ τὴν Ἑλλάδα δακρύζουν. Καὶ τὸ δάκρυ τῆς ἀγάπης, προσκλητήριος λυγμὸς πρὸς τὸ χρέος τῆς μεγάλης ἀναμονῆς, ἐλεύθεροι Ἕλληνες ἀδελφοί».

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ε.ΡΩ ΤΕΥΧΟΣ 19