Του Κώστα Ράπτη
Μόλις μια εβδομάδα πριν το βρετανικό δημοψήφισμα, η πολιτική αντιπαράθεση βρέθηκε να επισκιάζεται από τον αποτροπιασμό για την δολοφονία της βουλευτίνας των…
Εργατικών Jo Cox. Ωστόσο πληθαίνουν τα σημάδια ότι στην πραγματικότητα τα ουσιώδη ερωτήματα της βρετανικής οικονομίας θα παραμείνουν εξίσου ενεργά όποια και είναι η ετυμηγορία του εκλογικού σώματος, καθώς δεν αφορούν στενά τις οικονομικές σχέσεις της Βρετανίας με την Ε.Ε. αλλά τις δομικές αντιφάσεις της οικονομίας του Ηνωμένου Βασιλείου στο φόντο μιας επερχόμενης νέας παγκόσμιας ύφεσης.

Δεν χωρά αμφιβολία ότι οι οικονομικές συνέπειες ενός Brexit θα είναι αρνητικές. Η βρετανική κυβέρνηση εκτιμά ότι μέσα σε δύο χρόνια θα υπάρξει μείωση του ΑΕΠ κατά 3,6%, οι άνεργοι θα αυξηθούν κατά 520.000 και η στερλίνα θα υποχωρήσει κατά 12%, ενώ η εξοικονόμηση των 7 δισ. στερλινών που αποτελούν την καθαρή βρετανική συνεισφορά προς την Ε.Ε. θα ακυρωθεί από το ότι το έλλειμμα του προϋπολογισμού αναμένεται να αυξηθεί κατά 20-40 δισεκατομμύρια στερλίνες μέχρι το 2019-20. Είναι άλλωστε αυτοί οι φόβοι που οδήγησαν στην υποχώρηση της στερλίνας ήδη κατά 5% στις διεθνείς αγορές.

Ωστόσο, οι πραγματικοί λόγοι μιας τέτοιας επιδείνωσης έχουν λιγότερο να κάνουν με την απώλεια των οικονομικών πλεονεκτημάτων που προσφέρει η συμμετοχή στην Ε.Ε. και περισσότερο με τις διαρθρωτικές αδυναμίες της βρετανικής οικονομίας. Όπως παρατηρεί ο γνωστός οικονομολόγος Michael Roberts, η Βρετανία προσομοιάζει όλο και περισσότερο σε μια παραλλαγή “καπιταλισμού της προσόδου”. Ο πλούτος προκύπτει όχι τόσο από την παραγωγή προϊόντων και την πώληση υπηρεσιών στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, όσο από τραπεζικές δραστηριότητες ή από την παροχή υπηρεσιών επενδυτικής συμβουλευτικής σε κεφάλαια του εξωτερικού. Στην πραγματικότητα, ο βρετανικός πληθυσμός πρέπει να εισάγει ολοένα και περισσότερα προϊόντα και υπηρεσίες που καλύπτονται από τα έσοδα τέτοιων δραστηριοτήτων. Το αποτέλεσμα είναι ένα έλλειμμα της τάξης του 7% στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ποσοστό που συνιστά ιστορικό υψηλό

Ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, Mark Carney το περιέγραψε περισσότερο γλαφυρά (εμπνεόμενος από την Blanche Dubois στο “Λεωφορείον ο Πόθος”): η βρετανική οικονομία, παρατήρησε, εξαρτάται από την “καλοσύνη των ξένων”, εν προκειμένω από τη διάθεση των ξένων κεφαλαιούχων να συνεχίζουν να επενδύουν σε ομόλογα του βρετανικού δημοσίου, σε μετοχές βρετανικών εταιρειών ή να κινούν κεφάλαια διαμέσου των βρετανικών τραπεζών.

Μόνο που το λεγόμενο “ζεστό χρήμα”, δηλαδή οι βραχυπρόθεσμες τοποθετήσεις κεφαλαίων, υποχωρεί – και αυτό αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά τόσο το ισοζύγιο όσο και την ισοτιμία της στερλίνας. Η υποχώρηση του εθνικού νομίσματος μπορεί μεσοπρόθεσμα να ενισχύσει τις εξαγωγές και την πραγματική οικονομία αλλά άμεσα θα ενισχύσει τις τιμές των εισαγόμενων προϊόντων και τον πληθωρισμό μειώνοντας το διαθέσιμο πραγματικό εισόδημα.

Την ίδια στιγμή, και η παγκόσμια οικονομία έχει κάθε λόγο να ανησυχεί παρακολουθώντας τις βρετανικές εξελίξεις. Η υποχώρηση του ρυθμού αύξησης των επενδύσεων στην Κίνα, με σημαντική μείωση και των ιδιωτικών επενδύσεων, παράλληλα με τη μείωση του αντίκτυπου των επενδύσεων στην αύξηση της παραγωγικότητας, αυξάνουν την ανησυχία για το “παγκόσμιο εργοστάσιο” και οξύνουν την αντιπαράθεση ανάμεσα στον πρόεδρο Xi Jinping που επιδιώκει δομικές μεταρρυθμίσεις και απαλλαγή από το βάρος αντιπαραγωγικών κρατικών επιχειρήσεων και τον πρωθυπουργό Li Keqiang που προκρίνει την πεπατημένη των ενέσεων τραπεζικής πίστης, ήτοι διόγκωσης της φούσκας ιδιωτικού χρέους.

Όμως, ούτε οι ΗΠΑ μπορούν να παίξουν το ρόλο της ατμομηχανής για την παγκόσμια ανησυχητικά είναι τα μηνύματα από την κατάσταση της αγοράς εργασίας αλλά και την κερδοφορία των επιχειρήσεων, την ώρα που η Fed εξακολουθεί να εξετάζει το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων. Και όλα αυτά, ενώ οι ρυθμοί επέκτασης του παγκόσμιου εμπορίου παραμένουν στάσιμοι, διακόπτοντας έτσι την μακρόχρονη ανοδική τους τάση μέχρι και το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης του 2007-8.

Σε ένα περιβάλλον εντεινόμενης διεθνούς οικονομικής αστάθειας και αποθησαύρισης, το υπαρκτό ενδεχόμενο ενός Brexit απειλεί όντως να ενισχύσει τις παραπάνω τάσεις και να αποδειχτεί ο καταλύτης για μια παγκόσμια ύφεση, που παραμονεύει διαρκώς, εφόσον το σοκ του 2007-8 δεν λειτούργησε ως έναυσμα για ευρύτερες αναπροσαρμογές.

Σε κάθε περίπτωση, η ολοκλήρωση της μετάβασης της Βρετανίας από κατεξοχήν βιομηχανική οικονομία την επαύριο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου σε χρηματοοικονομικό κόμβο παγκόσμιας εμβέλειας σήμερα, την καθιστά, μέσα στην κρίση ακριβώς του μοντέλου της χρηματοπιστωτικοποίησης, ακόμη πιο έκθετη στις διεθνείς οικονομικές πιέσεις αλλά και παράγοντα αστάθειας σε περίπτωση Brexit. Μένει να φανεί με ποιο τρόπο θα αντιμετωπίσει αυτά τα υπαρξιακά ερωτήματα υπό οποιοδήποτε σενάριο.

Πηγή