Σοκάρουν οι αποκαλύψεις για τα νοθευμένα ποτά που σερβίρουν εν γνώσει τους πολλά μαγαζιά της Αθήνας…
Σύμφωνα με την εφημερίδα “Έθνος”, ο πολύμηνος έλεγχος της Οικονομικής Αστυνομίας άρχισε τον περασμένο Νοέμβριο, όταν σε γνωστό κλαμπ στο Γκάζι εντοπίστηκαν μεγάλες ποσότητες αλκοολούχων ποτών τα οποία στερούνταν νομίμων παραστατικών. Δύο από τα μπουκάλια βότκας που κατασχέθηκαν, στάλθηκαν στο Χημείο του Κράτους.

Τα αποτελέσματα της εργαστηριακής ανάλυσης, έδειξαν μεγάλη συγκέντρωση μεθανόλης, “πολικό υγρό που χρησιμοποιείται ως αντιψυκτικό, διαλύτης, καύσιμο, αλλά και ως επικίνδυνο (αν και απαγορευμένο για τρόφιμα και ποτά) υποκατάστατο της αιθανόλης. Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο χρησιμοποιήθηκε με διάφορα μείγματα και σαν προωθητικό των βαλλιστικών πυραύλων”. Στις δυνητικές συνέπειες από την κατανάλωση μεθανόλης συμπεριλαμβάνονται ναυτία, εμετός, πόνος στην κοιλιά, αλλά και τύφλωση, νεφρικά ή ηπατολογικά προβλήματα, ακόμα και κώμα.

Ύστερα, λοιπόν, από πολύμηνη έρευνα, την περασμένη εβδομάδα συνελήφθησαν 16 άτομα και αναζητούνται ακόμη 19, ενώ πραγματοποιήθηκαν έρευνες σε πέντε σπίτια, αλλά και σε αποθήκες, κάβες, μπαρ, κλαμπ. Πρόκειται για μέλη δύο κυκλωμάτων που λειτουργούσαν ως… συγκοινωνούντα δοχεία.

Από τη φυσική και τεχνική επιτήρηση των μελών του κυκλώματος προέκυψε ότι εμπλέκονται και γνωστά νυχτερινά κλαμπ σε Αθήνα, Πειραιά, Θησείο, Γαλάτσι και Ζάκυνθο, οι ιδιοκτήτες των οποίων των οποίων γνώριζαν ότι προμήθευαν τους πελάτες τους με ποτά επικίνδυνα για την υγεία τους.

“Κοριός” της ΕΛ.ΑΣ. Κατέγραψε τους κυνικούς διαλόγους, από τις νόμιμες άρσεις τηλεφωνικού απορρήτου των 35 συνολικά κατηγορούμενων.
“Θα μου στείλεις μπλε και κόκκινα καφεδάκια και καμία Σμύρνη;”, παραγγέλνει καταστηματάρχης.
Σε άλλο διάλογο, τα μέλη της σπείρας ζητάνε “λευκή” (έτσι αποκαλούν τη βότκα οι Ρώσοι). “Μυ μου στείλεις το νεράκι (βότκα) σαν την προηγούμενη φορά όμως, δεν πίνεται ρε φίλε, δεν είχε καθόλου γεύση”, λέει ιδιοκτήτης καφέ-μπαρ στο κέντρο της Αθήνας.

Σύμφωνα με τη δικογραφία της Οικονομικής Αστυνομίας, τα “μπλε”, τα “κόκκινα” και η “Σμύρνη” αντιστοιχούν σε γνωστές μάρκες βότκας που αντέγραφε το κύκλωμα και πωλούσε ως γνήσια. “Καφεδάκια” είναι οι κούτες.

Οι δράστες χρησιμοποιούσαν “πακιστανικά” τηλέφωνα, για να μην τους εντοπίσουν, και είχαν δικούς τους κώδικες επικοινωνίας.

Η πρώτη ομάδα δραστηριοποιούταν στην παρασκευή και διακίνηση νοθευμένων ποτών, αγοράζοντας τις “πρώτες ύλες”(μεθανόλη, αιθυλική αλκοόλη, αρωματικές ουσίες, υγρά για προσμίξεις) από τη Βουλγαρία, το κόστος των οποίων είναι πολύ χαμηλότερη.
Ένας οδηγός μεταφορικής, ήταν συνεργός τους, και μετέφερε τις “πρώτες ύλες” με το φορτηγό του στον Ασπρόπυργο.
Έπειτα, τα παραλάμβαναν άλλα μέλη σπείρας και τα μετέφεραν στο Μενίδι, στο σπίτι ενός εκ των αρχηγικών μελών, ο οποίος είχε εγκαταστήσει παράνομο εργαστήριο για την παρασκευή και νόθευση των ποτών. Το “αποστακτήριο” δεν έβγαζε μόνο βότκα, αλλά και ουίσκι, τσίπουρο και οποιοδήποτε άλλο ποτό ζητούσαν οι πελάτες.

Η δεύτερη οργάνωση εισήγαγε παράνομα φιάλες από τη Βουλγαρία, τις οποίες έφερναν με μεταφορική εταιρεία στη χώρα μας και τις αποθήκευαν στα σπίτια τους ή σε αποθήκες μελών της σπείρας στη Νίκαια και το Αιγάλεω.
Στη συνέχεια έβγαζαν τις ετικέτες με τα βουλγαρικά λογότυπα και κολλούσαν πλαστές με τα ελληνικά.
Μετά, αναλάμβανε δράση ο διακινητής της οργάνωσης, ο οποίος ήταν δικτυωμένος στη νυχτερινή Αθήνα.

Η σπείρα πωλούσε τις “βουλγαρικές φιάλες” σε κάβες, εκ των οποίων κάποιες ανήκαν σε μέλη της οργάνωσης.
Με εικονικά τιμολόγια μεταπωλούσαν τις βότκες σε καφέ-μπαρ και νυχτερινά κέντρα ιδιοκτησίας τους, εν γνώσει των ιδιοκτητών και υπαλλήλων, καθώς τα αγόραζαν σε χαμηλή τιμή. Ειδικότερα, πωλούσαν τη φιάλη στα 11 ευρώ αντί για 16 που θα κόστιζε κανονικά, ενώ η σπείρα την προμήθευε στον διακινητή στην προνομιακή τιμή των 8 ευρώ.