Ποινική δίωξη για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης και επιβολής καρτέλ στην αγορά ασκήθηκε, σύμφωνα…
με πληροφορίες, στην Αθηναϊκή Ζυθοποιία από την Εισαγγελία Πρωτοδικών με βάση σχετικό πόρισμα της Επιτροπής Ανταγωνισμού το οποίο καταλογίζει πρόστιμο 31,5 εκατ. ευρώ στην εταιρεία.

Όπως αποκαλύπτει σήμερα καθημερινή εφημερίδα, ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου Ζωούλης Μηνάς κατηγορείται ότι είχε υιοθετήσει και υλοποιούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα, μια ενιαία και στοχευμένη πολιτική για τον αποκλεισμό και τον περιορισμό των δυνατοτήτων ανάπτυξης των ανταγωνιστών του.
Σύμφωνα με την έρευνα, αυτό το επιτύγχανε κυρίως με την επιβολή αποκλειστικότητας σε επίπεδο χονδρικής και λιανικής πώλησης, αλλά και μέσω άλλων πρακτικών, οι οποίες είχαν ως σωρευτικό αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού σε επιμέρους αγορές διανομής και διάθεσης προϊόντων ζύθου.
Η διερεύνηση της υπόθεσης ξεκίνησε μετά από καταγγελία της «Μύθος Ζυθοποιίας Α.Ε.», της «Ζυθοποιίας Μακεδονίας Θράκης Α.Ε.» (που παράγει τη μπύρα «ΒΕΡΓΙΝΑ») και άλλων μικρότερων εταιριών.

Η ασκηθείσα δίωξη είναι σε βαθμό πλημμελήματος, όμως εάν η εταιρία καταδικαστεί στο ποινικό δικαστήριο τους επόμενους μήνες, τούτο θα αποτελεί δεδικασμένο για το αστικό ακροατήριο όπου έχει να «παλέψει» το υπέρογκο πρόστιμο.

Πλην της συγκεκριμένης δίωξης όμως στην Εισαγγελία υπάρχει κι άλλη δικογραφία όπου το ερευνώμενο αδίκημα σε βάρος της γνωστής εταιρίας που δραστηριοποιείται κυρίως στην αγορά διανομής και διάθεσης προϊόντων ζύθου, είναι κακουργηματικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα ερευνάται αν διαπράχθηκε το αδίκημα της εκβίασης καθώς υπάρχουν καταγγελίες για πιέσεις σε καταστήματα μαζικής εστίασης, κέντρα ψυχαγωγίας, επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος και κάβες για αποκλειστική διάθεση των προϊόντων της. Την ίδια ώρα ο όμιλος έχει περάσει στην αντεπίθεση με υποβάλλοντας ψευδείς καταμηνύσεις.

Η ΕΡΕΥΝΑ.

Η έρευνα εις βάρος της Αθηναικής Ζυθοποιίας από την Επιτροπή Ανταγωνισμού κράτησε σχεδόν 15 χρόνια. Τον περασμένο Δεκέμβριο η Ολομέλεια του οργάνου κατέληξε ομόφωνα στην απόφαση του προστίμου.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, από την πολύχρονη έρευνα που δεν περιορίστηκε μόνο στις καταγγελίες των άλλων εταιριών αλλά επεκτάθηκε γενικότερα στην αγορά ζύθου, προέκυψαν στοιχεία τα οποία κατέδειξαν ότι η Αθηναϊκή Ζυθοποιία Α.Ε. καταχράστηκε τη δεσπόζουσα θέση της, κατά παράβαση των άρθρων 2 του ν.703/77, όπως ίσχυε (νυν 2 του ν. 3959/2011) και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα κατά τα μέλη της Αρχής, η πολιτική της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας Α.Ε. περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, πρακτικές που κατέτειναν σε αποκλειστική προμήθεια στην αγορά επιτόπιας κατανάλωσης -σε μεγάλους δηλαδή πελάτες, αλυσίδες εστίασης και λοιπά τελικά σημεία- με τη χορήγηση σ’ αυτούς σημαντικών χρηματικών και άλλου είδους υπό τους όρους όμως αποκλειστικότητας ή και περιορισμού του εφοδιασμού τους από ανταγωνιστικούς προμηθευτές, καθώς και με την επιβολή, υπό τις αυτές πάντοτε δεσμεύσεις, εκπτώσεων πίστης και στόχων πωλήσεων. Σύμφωνα πάντα με το πόρισμα, υλοποιούσε, επίσης, περιοριστικές του ανταγωνισμού πρακτικές προς χονδρεμπόρους, όπως η παροχή σε αυτούς σημαντικών οικονομικών κινήτρων έναντι περιορισμού του εφοδιασμού τους από ανταγωνιστές, προνομιακών όρων πίστωσης, και με την άσκηση παράλληλης πίεσης για διακοπή της διακίνησης ανταγωνιστικών σημάτων.

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ.

Αποδεικτικό της επιρροής της αποτελούν οι μέθοδοι που ακολουθούσε στη διαμόρφωση της τιμής του προϊόντος. Είναι χαρακτηριστικό ότι η μπύρα Heineken (σ.σ.: η Αθηναϊκή Ζυθοποιία διακινεί στην Ελλάδα τα σήματα Amstel και το διεθνές σήμα της Heineken), αν και η παραγωγή της γίνονταν στην Ελλάδα, για ένα μεγάλο διάστημα ο Έλληνας καταναλωτής την πλήρωνε 60% πιο ακριβά από ότι ο Ολλανδός.

Το «κυνήγι» είχε ξεκινήσει το 2003, όταν ο Δημήτρης Πολιτόπουλος, ο πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Ζυθοποιίας Μακεδονίας Θράκης, ενημέρωσε στις Βρυξέλλες την αρμόδια Επίτροπο σε θέματα Ανταγωνισμού για την κατάσταση που επικρατούσε στην εγχώρια αγορά μπύρας.
Η ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού ενημερώθηκε αλλά για δύο χρόνια η υπόθεση έμεινε κλειδωμένη στα συρτάρια της, ώσπου πλέον το 2005 αποφάσισε αυτεπάγγελτη έρευνα για την ελληνική αγορά μπύρας.

Οι παράγοντες της αγοράς αποδίδουν δε ευθέως αυτή την καθυστέρηση ενεργοποίησης της, στο γεγονός πως η Αθηναϊκή Ζυθοποιία ήταν μέγας εθνικός χορηγός στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 2004.

Μέχρι το 2005, η Amstel πραγματοποιούσε το 40% των παγκοσμίων της πωλήσεων στην Ελλάδα. Η Mythos δεν φάνταζε κάποια υπολογίσιμη δύναμη ενώ και η πρώτη προσπάθεια το 2001 της FIX να επανέλθει στο προσκήνιο ήταν αποτυχημένη. Σήμερα βέβαια η κατάσταση έχει αλλάξει άρδην καθώς δραστηριοποιούνται περισσότερες από 25 εταιρίες που παράγουν και εμπορεύονται προϊόντα μπίρας από μόλις 5 το 2000.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ.

Με την ίδια απόφαση, η Επιτροπή Ανταγωνισμού, υποχρέωσε την Αθηναϊκή Ζυθοποιία, πέραν του προστίμου, να παραλείπει παρόμοιας φύσεως ενέργειες στο μέλλον και να καταρτίζει εφεξής έγγραφες συμβάσεις με ανάλογη προσαρμογή των όρων προς αποφυγή επανάληψης τέτοιων παραβατικών συμπεριφορών. Η δικογραφία των περίπου 8000 σελίδων που σχηματίστηκε, διαβιβάστηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών και ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία.

Μόλις στα τέλη του 2015 έγινε… ΦΕΚ η απόφαση

Το πρόστιμο (σ.σ.: 31.451.211 ευρώ επακριβώς) που επιβλήθηκε στην Αθηναϊκή Ζυθοποιία είναι από τα υψηλότερα διαχρονικά. Η υπόθεση ωστόσο διατηρεί και ένα ακόμη ρεκόρ, εκείνο της πλέον μακροχρόνιας έρευνας που διεξήγαγε ποτέ η Επιτροπή Ανταγωνισμού καθώς διήρκησε 10 ολόκληρα χρόνια έως ότου το Δεκέμβριο του 2015, ανακοινώθηκε το πόρισμα που υπέδειξε την Αθηναϊκή Ζυθοποιία ως υπεύθυνη για δημιουργία καρτέλ στην ελληνική αγορά μπύρας. Πρωτόγνωρη χαρακτηρίζεται από κύκλους της αγοράς και η καθυστέρηση των 15 μηνών της καθαρογραφής και κατ’ επέκταση της δημοσίευσης της απόφασης στο ΦΕΚ. Ο φάκελος εξετάστηκε τον Σεπτέμβριο του 2014, η κρίση της ολομέλειας του οργάνου ήταν ομόφωνη αλλά ο… δρόμος προς το Εθνικό Τυπογραφείο «άνοιξε» μόλις στα τέλη του προηγούμενου έτους.

Η εταιρία αντέδρασε έντονα χαρακτηρίζοντας «άδικη και αβάσιμη» την επιβολή προστίμου και προσέφυγε στην δικαιοσύνη, με τον διευθύνοντα σύμβουλο της, κ. Ζωούλη Μηνά να δηλώνει ότι «το πρόστιμο είναι βαρύ και επηρεάζει σοβαρά την ρευστότητα μας».

Κατά την άποψη της Αθηναϊκής Ζυθοποϊίας, στην ακροαματική διαδικασία, δεν ελήφθησαν υπόψη τα στοιχεία που προσκόμισε η εταιρεία, «ούτε η Επιτροπή έδωσε τη δέουσα προσοχή στις θεμελιώδεις εξελίξεις που έχουν λάβει χώρα στην αγορά μπύρας όλα αυτά τα χρόνια, (…) αλλά και το γεγονός ότι το μερίδιο αγοράς της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας περιορίστηκε από 73% το 2000, σε περίπου 50% σήμερα. Αυτά τα γεγονότα αποδεικνύουν με τον πιο σαφή τρόπο ότι η αγορά της μπύρας στην Ελλάδα είναι ελεύθερη και ανοιχτή στον ανταγωνισμό». Σημείωνε δε, ότι κατά την άποψή της η απόφαση της Επιτροπής «δεν λαμβάνει υπ’ όψιν ότι η ανάπτυξη της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας στην ελληνική αγορά έγινε μέσα από συνεχείς επενδύσεις για περισσότερα από 50 χρόνια».

Χωρίς διανομή μερίσματος για τη χρήση του 2014

Η πρόσφατη γενική συνέλευση της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας, αποφάσισε να μη διανείμει μέρισμα για την καθόλα κερδοφόρα χρήση του 2014, αποδεικνύοντας ότι το πρόστιμο των 31,4 εκατ. ευρώ αποτελεί τροχοπέδη για τη ρευστότητα της.

Η μη διανομή μερίσματος έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πρακτική της εν λόγω πολυεθνικής, η οποία επί χρόνια διένειμε κέρδη στους μετόχους της, έως και 50 ευρώ ανά μετοχή στις εποχές των… ισχνών αγελάδων. Η μόνη χρονιά που η εταιρία δεν υπήρξε κερδοφόρα ήταν το 2013 και δικαιολογημένα δεν διένειμε μέρισμα, ωστόσο η φετινή στάση της εκτιμάται ως «άμυνα» έναντι του προστίμου, που θα της στερήσει ρευστότητα, αλλά και έναντι της δεδομένης κρίσης της κατανάλωσης και της πτώσης του μεριδίου της που από 73% έχει περιοριστεί πλέον στο 50%.

ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΣ. Η εταιρεία στον τελευταίο ισολογισμό της του 2014 παρουσίασε καθαρά κέρδη στα 9,725 εκατ. ευρώ έναντι ζημιών 10,91 εκατ. το 2013, με τα λειτουργικά κέρδη προ χρηματοοικονομικών αποτελεσμάτων και φόρων να ανέρχονται στα 14,089 εκατ. ευρώ από ζημίες 6,368 εκατ. ευρώ και τις πωλήσεις της να έχουν υποχωρήσει κάτω από το ψυχολογικό φράγμα των 300 εκατ. ευρώ. Συγκεκριμένα ο τζίρος της μειώθηκε πέρυσι 5,8% στα 296,251 εκατ. ευρώ από 314,512 εκατ. το 2013.

Επίσης κατά τη διάρκεια της περασμένης χρήσης η εταιρεία αποφάσισε την κεντρικοποίηση των οικονομικών υπηρεσιών και τη μεταφορά μερικών δραστηριοτήτων στο κέντρο οικονομικών υπηρεσιών της μητρικής στην Κρακοβία. Έτσι, μειώθηκε και ο αριθμός του απασχολούμενου προσωπικού της στα 906 άτομα από 960 το 2013. Της κεντρικοποίησης των οικονομικών υπηρεσιών είχε προηγηθεί η αναδιοργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας με βάση την οποία συγκεντρώθηκε η παραγωγή ζύθου στις δύο μονάδες παραγωγής στην Πάτρα και στη Θεσσαλονίκη.