Γράφει ο Χρήστος Μπολώσης
Αυτό που ισχυρίζονται κάποιοι, ότι «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει», έχουν απόλυτο δίκιο. Εκεί που πάνε να μας καταπιούν τα μνημόνια και…
πάνε να μας πνίξουν από το σφιχταγκάλιασμα οι εταίροι μας της ΕΕ, όλο και κάτι γίνεται και μια λάμψη, τι λέω λάμψη, προβολείς ολόκληροι, «Ήχος και Φως» και βάλε, σκάει στον ορίζοντα και τα μαύρα σύννεφα μεριάζουν και όλους μας λούζει η αισιοδοξία, διότι, καιρός ήταν, κάτι να κινηθεί και αυτός ο τόπος που προόρισται να ζήσει, να ζήσει, όπως είπε και ο Τρικούπης.

Γίνομαι σαφέστερος.

Εκεί κοντά στο Πάσχα, είχε συμβεί σφοδρή ενδοοικογενειακή διένεξη. Και να πώς έγινε. «Το απομεσήμερο, έμοιαζε να στέκει σαν αμάξι γέρικο στην ανηφοριά» έγραφε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, έβαζε την μουσική ο Σταύρος Ξαρχάκος και το έβγαζε σεριάνι στις γειτονιές ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Το δικό μου το απομεσήμερο, δεν ήταν ακριβώς το ίδιο. Μόλις είχαμε τελειώσει τις φακές, (πάνε οι εποχές με τους μουσακάδες και τα παστίτσια) και είχα χωθεί στη πολυθρόνα γλαρωμένος περιμένωντας να αρχίσει ο αγώνας στην τηλεόραση, όταν μου φωνάζει κραδαίνοντας την εφημερίδα, το στεφάνι μου:

-Επί τέλους, το Κράτος άρχισε να κινείται. Δεν θα πεθάνουμε ποτέ.

-Τι έγινε ρε γυναίκα; Θα πάρουμε εκείνα τα αναδρομικά, που μας έχουν υποσχεθεί τρεις πρωθυπουργοί, 5 Υπουργοί Εθνικής Αμύνης και κανένας υπουργός οικονομικών;

– Αμάν χριστιανέ μου, όλο το πόσα θα πάρεις σκέφτεσαι.

– Γυναίκα σφάλεις. Και σφάλεις ασύστολα και με αδικείς κατάφορα. Εγώ δεν σκέφτομαι πόσα θα πάρω. Πόσα θα δώσω σκέφτομαι γι’ αυτό λέω μπας και, τώρα που σχίσαμε τα Μνημόνια και που δεν θα απαλλαγούν και οι βουλευτές από τις περικοπές, πάρουμε κάνα φράγκο για να δώσουμε καμμιά εκατοστή φράγκα στην εφορία και όπου αλλού χρωστάμε.

– Ουφ όρεξη για κρυάδες έχεις κι’ εγώ έρχομαι να σου πω σοβαρά πράγματα. Την ξέρεις την Πρωτοβάθμια Επιτροπή Ελέγχου του Συμβουλίου Ελέγχου και Επικοινωνίας;

– Ούτε που την ξέρω, μήτε και θέλω να την μάθω. Αυτή με ξέρει εμένα; Πέταξα το ευφυολόγημα, αναμένοντας, πλην ματαίως, να χαμογελάσει έστω το στεφάνι μου, που συνεχίζει ακάθεκτο.

– Με την ασχετοσύνη που σε δέρνει, ασφαλώς δεν θα ξέρεις και την Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλλων. Αυτή λοιπόν, συνέχισε η συμβία μου, χωρίς να περιμένει απάντησή μου, υπέβαλε αίτημα στο Συμβούλιο Ελέγχου και Επικοινωνίας και ζήτησε να αφαιρεθεί από την τελευταία διαφήμιση της Λαίδης Άντζυ (κατά κόσμον Άντζελας Δημητρίου) η φράση «Χτύπα σαν άντρας», διότι, όπως αναφέρει το σκεπτικό, είναι «σεξιστική και επικίνδυνη και αν κριθεί εντός του συνολικού περιεχομένου που διατυπώνεται και δεν εκληφθεί μεμονωμένα και κυριολεκτικά μπορεί να έχει διφορούμενη σημασία, να ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως, να δημιουργήσει διαφορετικούς συνειρμούς και να εκφράσει σεξιστικό υπονοούμενο» (ουφ!!!).

Ομολογώ ότι έμεινα σύξυλος όταν το άκουσα. Πράγματι, έτσι ήταν τα πράγματα. Το στεφάνι μου για ακόμα μία φορά είχε δίκιο. Είσαι με τα καλά σου κυρία Λαίδη; Είδαμε και πάθαμε να γλυτώσουμε από τα Μνημόνια, από τους λαθρομετανάστες, από τις ΜΚΟ, από τον Φαμπρ και τι άλλες πληγές του Φαραώ κι’ έρχεσαι εσύ τώρα να μας αναστατώσεις με «σεξιστική και επικίνδυνη» ατάκα; Τι είναι αυτά την σήμερον ημέρα; Και παραδέχομαι το Συμβούλιο Ελέγχου και Επικοινωνίας, διότι έδρασε κεραυνοβόλως και αποτελεσματικώς, όπως ακριβώς είχε κάνει και στην περίπτωση του ανεκδιήγητου κυρίου Φάμπρ με τα παλλόμενα πέη, με τα οποία δεν ασχολήθηκε καθόλου.

Μάλιστα, τόσο πολύ με εντυπωσίασε η αστραπιαία κίνηση του Συμβουλίου, που αφού παραμέρισα κάποιες σκέψεις του τύπου «εδώ ο κόσμος χάνεται…» κ.λπ., σκέφτηκα να το βοηθήσω θέτοντας υπόψη του μερικές σκέψεις μου, που θα απαγορεύσουν του λοιπού την δημιουργία «διαφορετικών συνειρμών».

Άμεση απαγόρευση διαφόρων τραγουδιών, που είναι γεμάτα «σεξιστικά υπονοούμενα», όπως τα:

«Είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω» (ε, ρε να ζούσε ο Μάνος και να τόβλεπε κι’ αυτό…).

«Τα δυό σου χέρια πήρανε, βεργούλες και με δείρανε» (επισημαίνεται ότι αυτό συνιστά παρενόχληση προς άντρα).

«Η μάνα μου με δέρνει» (προάγει την ενδοοικογενειακή βία).

«Κάτω στα λεμονάδικα», στο οποίο ως γνωστόν περιέχεται ο στίχος «κυρ αστυνόμε τι βαράς…», ο οποίος παραπέμπει ευθέως στην αστυνομική βία.

«Ο Αράπης» του μεγάλου Ζαμπέτα. Αυτό δεν περιέχει ούτε υπονοούμενα ούτε σεξιστικά, αλλά, πώς να το πω τώρα, δεν ξέρω πώς θα το πάρουνε οι ΜΚΟ. Είναι σαν να βγήκε από το προεκλογικό πρόγραμμα της Χρυσής Αυγής.

Σε όλα αυτά, να προστεθεί δημόσια δήλωση μετανοίας του Κώστα Βουτσά για τις σφαλιάρες, που κατά καιρούς έριξε, στον αλησμόνητο Αλέκο Τζανετάκο, καθώς και να διαγραφεί πάραυτα η περίφημη σκηνή του «Ηλία του 16ου» με τις σφαλιάρες του Κώστα Χατζηχρήστου στον Θανάση Βέγγο.

Τώρα κάτι η ΕΣΗΕΑ με τις διαγραφές της, κάτι η Επιτροπή με το πομπώδες όνομα, κάτι οι απαγορεύσεις γελοιογραφιών, άντε να δούμε στο τέλος τι θα γράφουμε και τι θα τραγουδάμε. Τελικώς, κάπως αλλιώς την φανταζόμουνα την δημοκρατία εγώ.

Μα, θα μου πείτε, η δημοκρατία είναι ασυδοσία; Σιγά την ασυδοσία ρε φίλε. Επειδή δηλαδή δεν συμφωνούμε με τον Φίλη ή με τον Μουζάλα και επειδή η Λαίδη είπε σε μία διαφήμιση κάτι που ακούγεται 100 φορές την ημέρα, πρέπει να πάμε στη Γυάρο;

Αυτά όλα, τα είχα γράψει εκεί λίγο πριν το Πάσχα, όταν προεκλήθη το μέγα εθνικόν θέμα, με μία διαφήμιση. Πλάκωσε η επικαιρότητα, είπαμε με τον ΣΥΡΙΖΑ δεν πλήττεις ποτέ και δόξη και τιμή, πέρασε στα αζήτητα. Και τώρα, να πάλι τα ίδια.

Έφτιαξε το Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας (ΕΚΕΑ), για να ενισχύσει την εθελοντική αιμοδοσία και μπράβο του, μία διαφήμιση μοντέρνα, χωρίς μωβ κορδέλες και γραφεία τελετών και βγήκανε κάτι περίεργοι να δηλώσουν την ανυπαρξία τους με κατηγορίες, ότι έχει σεξιστικό περιεχόμενο, επειδή έδειχνε δύο χαριτωμένες νοσηλεύτριες να συνοδεύουν έναν νεαρό γιατρό.

Ρε, πάτε καλά σεις οι περίεργοι; Δεν έχετε άλλη δουλειά να κάνετε και ασχολείστε με τρίχες;

Δεν είδα κανένα από εσάς να ενοχληθεί για τις δηλώσεις του Ράμα (επειδή πιθανόν να μη ξέρετε ποιός είναι ο κύριος, να σας ενημερώσω ότι πρόκειται για τον Αλβανό πρωθυπουργό) για τους τσάμηδες, ή δεν άκουσα κάποιον να διαμαρτυρηθεί για την ανάγνωση του κορανίου μέσα στην Αγιά Σοφιά, στην οποία σε λίγο εγκαθίσταται ιμάμης και δεν θα βγαίνει μήτε με ματσακόνι νούμερο 3.

Ξου ρε!