Γράφει ο Στέλιος Βεϊσάκης, BSc Ηλεκτρολόγος Μηχανικός ΤΕ
Στην πολιτική λέγονται πράγματα που δεν γίνονται και γίνονται πράγματα που δεν λέγονται. Αυτός άλλωστε είναι και ένας τρόπος εύρυθμης διεκπεραίωσης των πραγμάτων της…
διπλωματίας, έναντι των συγκρούσεων. Το θέμα όμως είναι σε ποια πλευρά ανήκουμε και τι γίνεται όταν αυτό που δεν κάνουμε ανήκει στην άλλη πλευρά;

Είναι γνωστό και χιλιοειπωμένο ότι διανύουμε μια περίοδο που κρίνονται τα πράγματα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι σε διάφορα επίπεδα, όπως για το αν η παιδεία θα προλάβει την τεχνολογία και πως θα ανελιχθεί μέσω αυτής το μέλλον της Ανθρωπότητας. Η πολιτική περνάει μια παγκόσμια κρίση αφού έχουν μπερδευτεί οι ρόλοι ανάμεσα  σε αυτήν και το τραπεζικό σύστημα – πράγμα που ξεκινάει να επανακαθορίζεται, εφόσον είναι πλέον ξεκάθαρο σε όλους. Πως όμως μέσα από το μικρόκοσμό μας μπορούμε να αλλάξουμε και τι μας εμποδίζει; Γνωστές φράσεις στον Ελλαδικό χώρο είναι «θα μας τα φάνε» συνήθως για τον ορυκτό πλούτο και ότι «όλοι τα ίδια είναι» συνήθως για τους πολιτικούς. Παίρνοντας λοιπόν ως δεδομένο τη ρήση ‘’κοίτα εκεί που θες να πας αλλιώς θα πας εκεί που κοιτάς’’, κάνουμε εξ αρχής τη λάθος επιλογή.

Εάν λοιπόν προβάλουμε τις πράξεις μας ως μια σκυτάλη αναλυτικής σκέψης, θα μπορέσουμε να πάμε παρακάτω. Πόσες χιλιάδες, ή μάλλον εκατομμύρια είναι τα ρουσφέτια που έχουν ζητηθεί από γραφεία πολιτικών; Το γραφείο του πολιτικού είναι ένας οίκος που διαμορφώνεται ως ανοχής ή ως αρετής αναλόγως της ζήτησης. Το να ξεκινήσουμε την επόμενη μέρα να ζητάμε από γραφεία πολιτικών θέματα όπως: ποιο είναι το όφελος της καθυστέρησης εκμετάλλευσης της ΑΟΖ, τι θα κάνουμε με τα προϊόντα ΠΟΠ, τι γίνεται με τα μνημεία UNESCO, θέματα πολιτισμού, θέματα παιδείας γρήγορης εφαρμογής, και πολλά άλλα, είναι θέματα που όχι μόνο θα έχουν επίπτωση στην οικονομία, αλλά αλυσιδωτές εξελίξεις που ξεκινάνε από τοπικά και καταλήγουν στην ουτοπία. Με αυτόν τον τρόπο και διαχωρίζονται αυτοί που δεν είναι το ίδιο αλλά και δημιουργείται μια αμφίδρομη σχέση υποστήριξης.

Δεχόμαστε τα τελευταία χρόνια καταιγισμό ερωτήσεων από δημοσιογράφους και  καταιγισμό απαντήσεων από πολιτικούς για θέματα οικονομίας και αυτό είναι τουλάχιστον γελοίο για τρεις λόγους: α) Με ποια προσόντα είναι καταρτισμένος ο καθένας να μιλάει γι’ αυτό β) Η οικονομία είναι μία από τις επιπτώσεις της πολιτικής συνεπώς γιατί δεν μιλάει ο καθένας πολίτικά μέσω του γνωστικού του αντικειμένου γ) Έχουμε αρμόδιο υπουργείο για τα οικονομικά. Συνεπώς, ακόμα και το υπουργείο οικονομικών εφόσον βρίσκεται σε αδύναμη θέση και αμφιλεγόμενη κατά άλλους, θα πρέπει να προσεγγίσει τα άλλα ελαττώνοντας την άεργη ισχύ του και όχι να γίνεται το αντίθετο.  Άρα αυτό είναι ένα μοντέλο τακτικής που θα πρέπει να επανορθώσουμε και με εναλλακτικούς τρόπους όταν υπάρχει εξάρτηση, για να περάσουμε στη συνέχεια σε στρατηγική σύνθεση.

Μία άλλη παρεξηγημένη λέξη το τελευταίο διάστημα είναι η λέξη διαπραγμάτευση. Δίνοντας ένα απλό παράδειγμα, μπορούμε να προκαθορίσουμε τη συνέχεια: Είναι ο μεγάλος αδερφός που ζητάει το χαρτζιλίκι στο μικρότερο, αυτός το αρνείται και ο μεγαλύτερος με μία ελαφρά βιοπραγία έχει κερδίσει… Εάν όμως ο μικρότερος προβάλει τις καλές του σχέσεις με τη μητέρα ως μέσο για την έξοδο και των δύο το Σαββατοκύριακο, η υφαρπαγή από το χαρτζιλίκι δεν θα επιτευχθεί (win-win). Το ένα είναι επιλογή αντιδραστικότητας (γνωρίζοντας το αποτέλεσμα) και το άλλο διαπραγμάτευση, που εφαρμόζονται εξίσου και στην πολιτική. Συνεπώς βλέπουμε ότι θέματα όπως είναι οι Γενοκτονίες (πρόσφατη αναγνώριση και της Γερμανίας για τους Αρμένιους), οι ενεργειακές εξελίξεις στη ΝΑ Μεσόγειο (Πρόσφατες ανακαλύψεις υπερ-γιγαντιαίων κοιτασμάτων τύπου Zohr), Πολιτισμικές μετωπίδες κ.α. είναι επί της ουσίας θέματα διαπραγμάτευσης όχι μόνο εντός της ΕΕ, αλλά και της ΕΕ έναντι των παγκόσμιων εξελίξεων και ισορροπιών. Συνεπώς όταν όχι μόνο δεν προβάλουμε τέτοια θέματα, αλλά τους σπάμε και τις ρίζες, είναι ότι δεν έχουμε καταλάβει πως λειτουργεί το δέντρο. Άρα όταν λέμε ότι όλοι τα ίδια είναι μπερδεύουμε τα χρώματα και είτε παράγουμε το μαύρο, είτε απλώς το αφήνουμε να εξαπλωθεί.

Κλείνοντας λοιπόν θέλω να τονίσω την αναγκαιότητα εξάλειψης της συνωμοσίας (υπαρκτής και ανύπαρκτης) μέσω των πράξεών μας, πράγμα που γίνεται θυσιάζοντας λίγο ελεύθερο χρόνο με το να ζητήσουμε αυτά που θέλουμε – αν τα θέλουμε πραγματικά και όχι απλώς τα επιθυμούμε. Η αφορμή μου για το άρθρο αυτό ήταν το feedback της πρόσφατης διοργάνωσής μας του Συνεδρίου της ΕΕΤΕΜ Ηρακλείου <<Στρατηγική Προετοιμασία και Κρήτη Ενέργειας>>.

Καλή συνέχεια.