Του Χρύση Μιχαηλίδη 
Είναι φανερό ότι αυτές οι δύο έννοιες ( Εθνική Ενότητα και Κοινωνική Συνοχή) ενώ κυριαρχούν στο πολιτικό λεξιλόγιο όλων μας…
(ακόμα και των κομμάτων) , έχουν ασαφή σύνορα και πολύ παρεξηγημένο περιεχόμενο,  γεγονός που τις καθιστά ακόμα πιο δυσνόητες στην μέσο πολίτη. Ίπταται δε   ταυτοχρόνως και μια υποψία ότι η εννοιολογική αυτή ασάφεια εξυπηρετεί την προσπάθεια του δεύτερου της Κοινωνικής Συνοχής να καλύψει και να υποσκελίσει το πρώτο την Εθνική Ενότητα.

Ας επισκεφθούμε όμως την έννοια των όρων και το ιστορικό τους περιεχόμενο, για να συνειδητοποιήσομε πρώτα αν υπάρχουν πραγματικά διαφορετικές προσεγγίσεις στην έννοια της ΕΝΟΤΗΤΑΣ η απλώς και οι δύο όροι εκφράζουν το ίδιο πράγμα

Ως «ΕΘΝΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ» εννοούμε την αναγκαία συνοχή εντός ενός Έθνους, δηλαδή εντός μιας κοινωνικής ομάδας που ικανοποιεί τον ορισμό του ΗΡΟΔΟΤΟΥ περί Έθνους  «Είναι δε τόσο μεγάλη η απόσταση που χωρίζει την πολιτεία μας από τούς άλλους ανθρώπους ως προς την πνευματική ανάπτυξη και την τέχνη τού λόγου, ώστε οι μαθητές της έχουν γίνει διδάσκαλοι τών άλλων και κατόρθωσε ώστε το όνομα τών Ελλήνων να είναι σύμβολο όχι πλέον τής καταγωγής αλλά τής πνευματικής ανυψώσεως, και να ονομάζονται Έλληνες εκείνοι που παίρνουν τη δική μας μόρφωση και όχι αυτοί που έχουν την ίδια καταγωγή».

Αυτό αποδεικνύει, την ύπαρξη ενιαίας π.χ. ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ σε όλο τον αρχαίο Ελληνισμό, ( από τον Πόντο μέχρι τις Συρακούσες)  πέραν του γεγονότος ότι οι Έλληνες τότε είσαν οργανωμένοι σε ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ-ΚΡΑΤΗ με συγκρουόμενα πολλές φορές πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα.

Με βάση αυτό, ο όρος «ΕΘΝΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ» αποκτά ένα πολιτισμικό περιεχόμενο που καθορίζει έναν κοινό υπαρξιακό  τρόπο ζωής,  ως κοινό άξονα της επιζητούμενης ΕΝΟΤΗΤΑΣ των πολιτών. Εδώ λοιπόν έχομε την Αριστοτελική προσέγγιση    της ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ, που εκφράζει μια συνοχή που  βασίζεται στο ότι όλοι εμείς οι συμπολίτες μοιραζόμαστε κοινές παραδόσεις, κοινούς μύθους, κοινά ιερά και όσια, κοινές μορφές ζωής, κοινές υπαρξιακές  αντιλήψεις για τον άνθρωπο, για τον κόσμο και για το αγαθό και, έχοντας συνείδηση όλων αυτών των κοινών στοιχείων, τρέφουμε ο ένας για τον άλλον συναισθήματα ανάλογα με αυτά που τρέφουμε για τα μέλη της οικογένειάς μας.

Προχωρώντας τώρα προς την δεύτερη, καινοφανή έννοια της «ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΧΗΣ» την οποία πρόταξε  ο δυτικός Hobbes, έχοντας ο άνθρωπος υπόψη του το σημερινό δυτικό ολιγαρχικό κράτος και  τις σημερινές στημένες πολυεθνικές κοινωνίες της δύσης, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι πρέπει να αρκούμαστε να ζητάμε από την οργάνωση της συμβίωσής μας μόνο την επίτευξη κοινωνικής ειρήνης γιατί, αν ζητήσουμε περισσότερα, οι διαφωνίες που θα προκύψουν μεταξύ μας κινδυνεύουν να μας κάνουν να χάσουμε και αυτό το στοιχειώδες.

Δηλαδή, διαπιστώνοντας ο Hobbes, ότι η καπιταλιστική-καταναλωτική  κοινωνία δεν χαρακτηρίζεται πλέον με όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά πολιτισμού που φέρουν οι εθνότητες μαζί τους, αλλά αντιστρόφως ως ένα μεγάλο χωνευτήρι πολιτισμών οι σημερινές «κοινωνίες» οικονομικών και παρανόμων  μεταναστών, είναι ανομοιογενείς και συγκρουσιακές , καταλήγει στον μέγα τάχα συμβιβασμό της ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΧΗΣ με μόνο στόχο την ΕΙΡΗΝΗ (μάλλον την ΑΝΟΧΗ), μια ειρήνη που να εξυπηρετεί μόνο την παραγωγική διαδικασία. Το τι θα γίνεται στις γειτονιές και τους δρόμους όπου ζουν όλοι αυτοί οι μετανάστες, δεν το σχολιάζει ( βλέπε το τι γίνεται στα γκέτο των μαύρων στις ΗΠΑ) .    

Αποφάσεις και πράξεις ( π.χ. πολιτισμικού περιεχομένου) λοιπόν που εικάζεται ότι θέτουν σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή – κοινωνική ανοχή θεωρούνται ότι πρέπει να αποφεύγονται πάση θυσία και, αν παρ’ ελπίδα έχουν ήδη συντελεστεί, να ανακαλούνται πάραυτα, ενώ αντίθετα η υφιστάμενη κοινωνική συνοχή και οι παράγοντες στους οποίους εικάζουμε ότι στηρίζεται ( όπως η στοιχειώδης ικανοποίηση των φυσικών αναγκών) θεωρούνται ότι πρέπει να προστατεύονται με κάθε τρόπο και να τοποθετούνται στην υψηλότερη βαθμίδα της ιεραρχίας των πολιτικών μας στόχων. Ενώ όμως το επιχειρηματολογικό βάρος που αποδίδουμε στην επίκληση της κοινωνικής συνοχής είναι τόσο μεγάλο, από την άλλη πλευρά, εξίσου μεγάλη, αν όχι μεγαλύτερη, είναι η ασάφεια και η σύγχυση που επικρατεί ως προς το περιεχόμενό της, ως προς τους παράγοντες που την προκαλούν ή τη θέτουν σε κίνδυνο, ως προς τη δικαιολόγηση της αξίας της και ως προς τη σχέση της με άλλους κοινωνικούς και πολιτικούς στόχους που αξίζει να επιδιώκουμε.

Μέσα λοιπόν από αυτό το δυτικό υλιστικό σκεπτικό ο πλέον συνεκτικός παράγοντας κοινωνικής συνοχής είναι η ΕΠΙΔΟΜΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ  κάθε δυτικού κράτους, που θα κρατά χορτάτους ( μόνο στις φυσικές ανάγκες περιορίζει το ενδιαφέρον της η δυτική νομική ως επί το πλείστο σκέψη) τους μετανάστες και ικανούς για εργασία κάθε πρωί.