Από τον Μίκη Θεοδωράκη…

Το ποίημα αυτό το έγραψα το 1969, όταν εγώ και η οικογένειά μου βρισκόμασταν εξορία στην Ζάτουνα…

Όπως βλέπετε, είχα χάσει κάθε ελπίδα ότι μπορώ να περιμένω κάτι από τους ζωντανούς Έλληνες και γι’ αυτό ζήτησα βοήθεια από τους νεκρούς Ποιητές μας.

Στο τέλος απευθύνομαι στον Άγνωστο Ποιητή και τον παρακαλώ να μας σώσει. Είναι φανερό, ύστερα από τόσα χρόνια αναμονής, ότι το 80% του ελληνικού λαού  δεν θέλει να σωθεί.

Έτσι, ο Άγνωστος Ποιητής μπορεί να περιμένει για πολλά χρόνια ακόμα…

          Στον άγνωστο ποιητή
                                                         (Από την «Αρκαδία VI» Ζάτουνα, 1969)

Ρήγα Φεραίε, σε σέ κράζω.
Από την Αυστραλία στον Καναδά
κι από την Γερμανία στην Τασκένδη
σε φυλακές, σε βουνά και σε νησιά
διασκορπισμένοι οι Έλληνες.

Διονύσιε Σολωμέ, σε σέ κράζω.
Κρατούμενοι και κρατούντες
δέροντες και δερόμενοι
διατάσσοντες και διατασσόμενοι
τρομοκρατούντες και τρομοκρατούμενοι
κατέχοντες και κατεχόμενοι
διηρημένοι οι Έλληνες.

Ανδρέα Κάλβε, σε σέ κράζω.
Λαμπερότατος ο ήλιος απορεί
απορούν τα βουνά και τα έλατα
οι ακρογιαλιές και τ’ αηδόνια
λίκνο ομορφιάς και μέτρου η πατρίς μου
σήμερα τόπος θανάτου.

Κωστή Παλαμά, σε σέ κράζω.
Ποτέ άλλοτε τόσο φως δεν έγινε σκότος
τόση ανδρεία φόβος
τόση αδυναμία η δύναμη
τόσοι ήρωες μαρμάρινες προτομές
πατρίς του Διγενή και του Διάκου η πατρίς μου
σήμερα χώρα υποτελών.

Νίκο Καζαντζάκη, σε σέ κράζω.
Όμως αν λησμονούν οι θνητοί
που μιλούν ακόμα τη γλώσσα του Ανδρούτσου
η μνήμη κατοικεί πίσω από τα σίδερα
και τις σκοπιές.
Η μνήμη κατοικεί μέσα στα λιθάρια,
φωλιάζει μες στα κίτρινα φύλλα
που σκεπάζουν το κορμί σου, Ελλάδα.

Άγγελε Σικελιανέ, σε σέ κράζω.
Η ψυχή της πατρίδας μου είσαι συ
πολύμορφο ποτάμι
τυφλό από το αίμα
κουφό από το βόγκο
ανήμπορο από το μέγα μίσος
και τη μεγάλη αγάπη
που εξ ίσου εξουσιάζουν την ψυχή σου.
Η ψυχή της πατρίδας μου είναι δυο χειροπέδες
σφιγμένες σε δυο ποτάμια
δυο βουνά δεμένα με σκοινιά
στον πάγκο της ταράτσας.
Ο Αργίτικος κάμπος φουσκωμένος από το μαστίγιο
και ο Όλυμπος κρεμασμένος πισθάγκωνα
από το κατάρτι του αεροπλανοφόρου για να ομολογήσει.
Η ψυχή της πατρίδας μου είναι αυτός ο σπόρος
π’ άπλωσε ρίζες πάνω στο βράχο.
Είσαι συ μάνα, γυναίκα, κόρη
που αγναντεύεις τη θάλασσα και τα βουνά
και κρυφά βάφεις μ’ αίμα
τα κόκκινα αυγά της Αναστάσεως
που εγκυμονούν οι καιροί και οι άντρες.

Άμποτες νά ‘ρθει στη δύστυχη χώρα μου
Πάσχα Ελλήνων.

Άγνωστε Ποιητή, σε σέ κράζω.
Πηγή