Η αρχή της ιστορίας μας ταξιδεύει ακριβώς τέσσερα χρόνια πίσω. Το ημερολόγιο δείχνει 17 Ιουνίου 2012, όταν ο 28χρονος τότε Ράιφ Μπανταουί συλλαμβάνεται για…
«προσβολή του Ισλάμ μέσω ηλεκτρονικών δικτύων». Δεν είναι η πρώτη φορά, βεβαίως, που ο Σαουδάραβας δημοσιογράφος, μπλόγκερ και ακτιβιστής απασχολεί τις Αρχές της χώρας του. Από το 2008, όταν και βρέθηκε να ανακρίνεται για πρώτη φορά, στον Μπανταουί έχουν επιβληθεί, προοδευτικά, η απαγόρευση της εξόδου από τη χώρα και πάγωμα των τραπεζικών του λογαριασμών. Απέναντί του, έχει επίσης εκδοθεί μία φάτβα το 2011, από έναν ανώτατο κληρικό του Βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας, ονόματι Αμπντούλ Ραχμάν αλ-Μπάρακ.

Με τη σύλληψη του δημιουργού της, η λειτουργία της ιστοσελίδας Free Saudi Liberals τερματίζεται με δικαστική εντολή. Έως τη στιγμή εκείνη, από το 2006 όταν και δημιουργήθηκε, ο μικρός αυτός διαδικτυακός τόπος ελευθερίας στην πλούσια σε πετρελαϊκά αποθέματα όσο και περιστατικά καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων χώρα, έχει χρησιμεύσει για την άσκηση δριμείας κριτικής στο ρόλο της θρησκείας και, κυρίως, των επί γης εκπροσώπων της στη σύγχρονη κοινωνική και πολιτική ζωή, καθώς και για την ανάδειξη των ζητημάτων της ανισότητας των φύλων και της καταστολής της ελευθερίας της έκφρασης.

Λίγους μήνες αργότερα, οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Ράιφ Μπανταουί αυξάνονται. Ανάμεσα τους βρίσκεται πλέον και η κατηγορία της αποστασίας: κατηγορία που επιφέρει τη θανατική ποινή.

Μέσα από διάφορα στάδια που διαδέχονται το ένα το άλλο, και εν μέσω της διεθνούς κατακραυγής, της κινητοποίησης ανθρωπιστικών οργανώσεων και την έντονη διαμαρτυρία πολλών αρχηγών κρατών, η οριστική ποινή του Μπανταουί ανακοινώνεται περίπου δύο χρόνια μετά τη σύλληψή του, τον Μάιο του 2014. Προβλέπει 10 έτη φυλάκισης, 1.000 δημόσιους ραβδισμούς και ένα χρηματικό πρόστιμο ύψους 1.000.000 ριάλ Σαουδικής Αραβίας, που ισοδυναμεί με περίπου 270.000 ευρώ. Ενώ, ήδη, αποφασίζεται πως μετά την αποφυλάκισή του και για τα επόμενα 10 χρόνια, ο Μπανταουί δεν θα επιτρέπεται να χρησιμοποιεί Μέσα Ενημέρωσης, ούτε και να ταξιδέψει στο εξωτερικό.

Για την οικογένεια του νεαρού άνδρα, η φωτογραφία του οποίου με το ζεστό χαμόγελο και το έξυπνο βλέμμα θα κάνει το γύρο του κόσμου, η Σαουδική Αραβία είχε πάψει να αποτελεί έναν ασφαλή τόπο, ήδη πριν εκείνος συλληφθεί. Δεχόμενη απειλές όσο και ο άνδρας της, η επί μια ενδεκαετία τότε σύζυγός του, Ενσάφ Χαϊντάρ, έχει προλάβει να εγκαταλείψει τη χώρα με τα τρία τους παιδιά. Αφού πέρασε ένα μικρό διάστημα στην Αίγυπτο, έζησε για δύο ακόμη χρόνια στο Λίβανο, πριν τελικά η οικογένεια πάρει πολιτικό άσυλο στον Καναδά. Στα χρόνια έως το σήμερα, μέσα από τις ομιλίες της, την συμμετοχή της σε διαμαρτυρίες και κινητοποιήσεις,τις συνεντεύξεις και τη συγγραφή της, δεν έχει σταματήσει στιγμή να αγωνίζεται για την αποφυλάκιση του άνδρα της.

Την συνάντησα ένα μεσημέρι, στο δεύτερο μισό του Μάη, έξω από την αίθουσα της Ολομέλειας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο του Στρασβούργου. Στον ίδιο ακριβώς χώρο, στις 16 Δεκεμβρίου του περασμένου έτους, η Ενσάφ Χαϊντάρ παρέλαβε εκ μέρος του φυλακισμένου άνδρα της και υποψηφίου και για το Νόμπελ Ειρήνης της χρονιάς εκείνης, το Βραβείο Ζαχάρωφ για τα ανθρώπινα δικαιώματα, που έχει θεσπίσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

«Ο Ραίφ δεν είναι εγκληματίας», είχε πει τότε στην ομιλία της, καταχειροκροτούμενη, κατά την παραλαβή του Βραβείου. «Είναι συγγραφέας και ελεύθερος στοχαστής- αυτό είναι όλο. Το έγκλημά του είναι πως είναι μια ελεύθερη φωνή, σε μία χώρα που δεν δέχεται καμία διαφορετική άποψη και σκέψη».

Την ημέρα της συνέντευξής μας, η ίδια είχε μόλις συμμετάσχει σε ένα πάνελ για τα ανθρώπινα δικαιώματα στις ημέρες μας, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Εκδήλωσης Νεολαίας 2016. Άλλοι νέοι της είχαν ήδη, πιθανότατα, θέσει τις ερωτήσεις που σκόπευα να της θέσω και αργότερα, για το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ήταν προγραμματισμένες κι άλλες συνεντεύξεις της σε Μέσα από αρκετές χώρες. Ωστόσο, από τη στιγμή της χειραψίας, όταν τη συναντήσαμε με τον εξαιρετικό φωτορεπόρτερ Δημήτρης Τοσίδη, ως τη στιγμή που πήραμε τις θέσεις μας και το μαγνητόφωνο άρχισε να γράφει, ως το τέλος της συνέντευξης, η Ενσάφ Χαϊντάρ παρέμενε πρόσχαρη, ενεργητική, με μια ασυνήθιστη ζωντάνια. Άκουγε με προσοχή τον μεταφραστή και, όταν μιλούσε, τα χέρια της έμεναν πλεγμένα πάνω στα πόδια της, ο κορμός της κουνιόταν ελαφρά μπροστά. Ο λόγος της ήταν απόλυτα συγκρατημένος, συνεκτικός. Μιλούσε αυθόρμητα, το έβλεπες αυτό- χωρίς ξεσπάσματα, όμως, δίχως να την παρασύρουν όσα περίεγραφε.

Για ημέρες πριν τη συναντήσω, το μυαλό μου είχε «κλειδώσει» σε ένα απόσπασμα που περιέχεται στο νέο της βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα. Εκεί, η Ενσάφ Χαϊντάρ περιγράφει την αντίδραση και τα συναισθήματά της, από τη στιγμή που έμαθε από τον άνδρα της, μιλώντας στο τηλέφωνο μαζί του, πως την επομένη εκείνος θα δεχόταν τα πρώτα πενήντα μαστιγώματα δημόσια, έξω από ένα κεντρικό τζαμί της Τζέντα. Και ο ίδιος το έμαθε από κάποιον φρουρό, της είχε πει.

Περνώντας στη δράση, νωρίς το περίφημο πρωί τράβηξε τηλέφωνα, τηλεοράσεις και υπολογιστές από την πρίζα κι έκρυψε τα τάμπλετ των παιδιών, ισχυριζόμενη πως όλοι τους ξοδεύουν υπερβολικά πολύ χρόνο ενασχολούμενοι με αυτά. Προσθέτοντας πως τα παιδιά δεν θα χρειαζόταν να πάνε στο σχολείο την ημέρα εκείνη, αλλά θα την περνούσαν με ένα φιλικό ζευγάρι και το σκύλο τους, κατάφερε να κατευνάσει τις αντιρρήσεις τους και να τα πείσει.

Εκείνη, όμως, επέστρεψε στο σπίτι. Αφού συνδέθηκε στο Διαδίκτυο, δεν της ήταν δύσκολο να εντοπίσει την είδηση που την ενδιέφερε: η δημόσια «τιμωρία» του άνδρα της ήταν η δεύτερη είδηση στα περισσότερα διεθνή Μέσα, μετά την επίθεση στα γραφεία του Charlie Hebdo που είχε συμβεί δύο ημέρες πριν. Λίγο αργότερα, μπόρεσε να δει και το βίντεο που είχε τραβήξει κάποιος: η πλάτη του άνδρα της να δέχεται τα χτυπήματα το ένα μετά το άλλο, ενώ εκατοντάδες θεατές ζητωκραύγαζαν και φώναζαν πως «ο Θεός είναι μεγάλος». Η κατάσταση της υγείας του Ραίφ Μπανταουί, μετά την ημέρα εκείνη, ήταν τέτοια που η δεύτερη πράξη της «τιμωρίας» του, που είχε προγραμματιστεί για την επόμενη εβδομάδα χρειάστηκε να αναβληθεί. Οι γιατροί που τον εξέτασαν είπαν πως «δεν θα άντεχε».

Αυτή τη στιγμή, έπειτα από τη διεθνή πίεση και την δραστηριοποιήση ανθρωπιστικών οργανώσεων, αρχηγών κρατών αλλά και πολιτών με διαμαρτυρίες έξω από πρεσβείες της Σαουδικής Αραβίας σε πολλές χώρες, τα επόμενα πενήντα μαστιγώματα παραμένουν υπό αναβολή.

-Κυρία Χαϊντάρ, έχετε νέα από τον άνδρα σας; Έχετε τη δυνατότητα να επικοινωνείτε μαζί του;

– Ναι, μπορώ και μαθαίνω νέα του. Έχουμε τη δυνατότητα να μιλάμε στο τηλέφωνο περίπου δύο φορές την εβδομάδα. Πρόκειται, βέβαια, για πολύ σύντομες τηλεφωνικές συζητήσεις, για περίπου πέντε με δέκα λεπτά τη φορά.

– Η κατάστασή του πώς είναι;

– Όσον αφορά την κατάστασή του, θα έλεγα πως είναι μάλλον άσχημη. Όχι μόνο λόγω της ασθένειάς του και τη θεραπεία που χρειάζεται (σ.σ. ο Ραίφ Μπανταουί πάσχει από υπέρταση), αλλά γιατί στο κάτω-κάτω δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως παραμένει φυλακισμένος. Και, φυσικά, έχουν περάσει τέσσερα χρόνια. Τέσσερα χρόνια στα οποία δεν έχει μπορέσει να δει τα παιδιά του, την οικογένειά του.

– Από το βιβλίο και τις συνεντεύξεις σας γνωρίζουμε πως, γενικά, προσπαθεί να δείχνει δυνατός, να μη λέει πολλά για τις συνθήκες που βιώνει.

– Είναι αλήθεια πως συνήθως, όταν μιλάει στο τηλέφωνο, δεν αναφέρεται στις συνθήκες που αντιμετωπίζει. Αλλά, εγώ γνωρίζω, μαθαίνω νέα του, και ξέρω πως δεν είναι σε καλή κατάσταση. Παρά το γεγονός πως έχει βραβευθεί ανά τον κόσμο, με την τελευταία περίπτωση να αφορά το Βραβείο Ζαχάρωφ, ο άνδρας μου παραμένει ακόμη σε μία κατάσταση όπου δεν υπάρχει καμία αλλαγή. Είναι φυσικό πως η ψυχολογική του κατάσταση επηρεάζει και την υγεία του.

– Γνωρίζουν τα παιδιά σας τί συμβαίνει; Τί έχει συμβεί στον πατέρα τους;

– Όσον αφορά τα παιδιά μου, μπορώ να πω πως ναι, πλέον γνωρίζουν. Στην αρχή τους είχα κρύψει τί συμβαίνει, ακόμη και προτού ο Ραίφ καταδικαστεί να δεχθεί τα πρώτα μαστιγώματα, στις 9 Ιανουαρίου 2016. Κάποια στιγμή, όμως, έκρινα πως έπρεπε να τους πω την αλήθεια. Γιατί τα παιδιά άρχισαν να έχουν την αίσθηση πως ο πατέρας τους τα είχε ξεχάσει. Οπότε, έπρεπε να τους πω την ιστορία. Εκείνα τη δέχθηκαν όπως έχει και, πλέον, μπορώ να πω πως τα παιδιά μου είναι περήφανα για τον πατέρα τους. Προφανώς, αναγκαστικά έχω κρατήσει βέβαια κάποιες λεπτομέριες κρυφές.

– Πιστεύετε πως με τη βοήθεια της διεθνούς κοινότητας θα μπορέσει να υπάρξει μια θετική εξέλιξη πιο σύντομα;

– Η διεθνής υποστήριξη που εκφράζεται και βέβαια πιστεύω πως προσφέρει μια πρόσθετη επιρροή και πίεση. Αυτή τη στιγμή, το κύριο μέρος είναι μάλλον ψυχολογικό και αφορά την ηθική υποστήριξη που λαμβάνουμε ο Ραίφ και εγώ. Λόγω της μεγάλης διεθνούς ανταπόκρισης, όπως για παράδειγμα με την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την απονομή του Βραβείου Ζαχάρωφ, νιώθουμε πως υπάρχει ελπίδα και κάποια ημέρα σίγουρα θα υπάρξει κάποια θετική επίδραση στην κατάστασή του. Αυτό ελπίζουμε.

– Θα επιστρέφατε ποτέ στην Σαουδική Αραβία; Γνωρίζουμε πως ο δικηγόρος του άνδρα σας καταδικάστηκε σε 15 χρόνια φυλακή, αφότου ξεκίνησε το Παρατηρητήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στη Σαουδική Αραβία. Πως και η αδερφή του συζύγου σας αναγκάστηκε να περάσει ένα μικρό διάστημα στη φυλακή- την ίδια φυλακή όπου βρίσκεται και εκείνος. Πως ο πατέρας του συζύγου σας έχει δημοσιεύσει βίντεο στο Διαδίκτυο, όπου επιτίθεται στο γιο του και ζητάει να πραγματοποιηθεί η ποινή του ραβδισμού, γιατί ντρόπιασε την οικογένεια. Πως οι δικοί σας γονείς σας έχουν αποκηρύξει. Θα επιστρέφατε ποτέ;

– Δεν νομίζω πως υπάρχει πιθανότητα να επιστρέψω στο μέλλον στο Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας, γιατί δεν θεωρώ πως είναι ένα κατάλληλο μέρος για να ζήσω. Ούτε και για τον Ραίφ, επίσης. Ακόμη και σε περίπτωση που απελευθερωθεί, η Σαουδική Αραβία θα εξακολουθεί να αποτελεί ένα μέρος επικίνδυνο για εκείνον.

Πλέον, εγώ και τα παιδιά μου έχουμε μια ζωή στον Καναδά. Είναι μια ζωή καλύτερη, στην οποία εγώ μπορώ να εξασφαλίζω τα δικαιώματα που μου αναλογούν ως άνθρωπος και ως γυναίκα, και όπου τα παιδιά μου μπορούν να ζήσουν, να μεγαλώσουν.