Γράφει η Σοφία Βούλτεψη
Επειδή επί ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και δήθεν λαϊκής κυριαρχίας τα περί δημοψηφισμάτων παίρνουν και δίνουν καλό είναι να ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε. Και μόλις καταλάβουμε για τι πράγμα…
μιλάμε, τότε θα δούμε πως το δημοψήφισμα, που – αν χρησιμοποιείται σωστά –  είναι όχημα εφαρμογής της άμεσης Δημοκρατίας και μέσο υπέρτατης λαϊκής έκφρασης στο μεσοδιάστημα των εκλογών, μπορεί να εξελιχθεί σε βασικό εργαλείο προπαγάνδας και χειραγώγησης του λαού.

Το δημοψήφισμα μπορεί να είναι αποφασιστικό ή συμβουλευτικό – στην πρώτη περίπτωση παράγει κανόνες Δικαίου, δηλαδή ο λαός γίνεται νομοθέτης και στη δεύτερη εκφράζει απλώς τη γνώμη του, χωρίς να υποχρεώνονται τα αρμόδια όργανα να συμμορφωθούν. Όπως άλλωστε δεν συμμορφώθηκε η κυβέρνηση το καλοκαίρι του 2015, φθάνοντας ωστόσο εντελώς στον αντίποδα της λαϊκής ετυμηγορίας.

Διακρίνεται επίσης το δημοψήφισμα σε συνταγματικό ή νομοθετικό, ανάλογα με το είδος των κανόνων δικαίου που μπορεί να παραγάγει, καθώς και σε υποχρεωτικό ή προαιρετικό, ανάλογα με το αν προβλέπεται υποχρεωτικά ή όχι.

Το Σύνταγμά μας, με την παράγραφο 2 του άρθρου 44, προβλέπει τη διενέργεια συμβουλευτικού δημοψηφίσματος για κρίσιμα εθνικά ζητήματα και υποχρεωτικού για ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα.

Δημοψήφισμα σχετικά με την αναθεώρηση του Συντάγματος δεν προβλέπεται (σε αντίθεση με όσα υποστήριξε η κυβερνητική εκπρόσωπος, που εσχάτως παριστάνει και τη συνταγματολόγο).

Δεν είναι όμως μόνο αυτές οι διακρίσεις του δημοψηφίσματος σε είδη.

Αντιγράφω από το εγχειρίδιο του Αντώνη Παντελή, καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών:

«Το δημοψήφισμα αποτελεί εξαίρεση από το αντιπροσωπευτικό σύστημα και αποβλέπει στην παραγωγή κανόνων δίκαιου. Μπορεί όμως στην πράξη να το χρησιμοποιούν για να προσλαμβάνει κάποιος λαϊκό χρίσμα, για να γίνεται «αντιπρόσωπος» του λαού. Τότε το δημοψήφισμα παύει να είναι γνήσιο (referendum) και χαρακτηρίζεται προσωπικό (plebiscitum). Η νόθευση αυτή αφαιρεί από το δημοψήφισμα τον γνησίως δημοκρατικό του χαρακτήρα και η μορφή του πολιτεύματος διολισθαίνει προς τον (δημοκρατικό) καισαρισμό (όπου, όπως αναφέρει αλλού ο κ. Παντελής, ο αρχηγός του κράτους ασκεί την εξουσία στο όνομα του λαού, που του την εμπιστεύεται με προσωπικό δημοψήφισμα και ενίοτε του την ανανεώνει με τον ίδιο τρόπο. Ο «καίσαρ» εμφανίζεται ως ο εκλεκτός του λαού, θεματοφύλακας της κυριαρχίας του και εντολοδόχος που διεξάγει τις υποθέσεις του κατά την τεκμαιρόμενη θέλησή του. Στην πραγματικότητα, όμως, ένας άνδρας συγκεντρώνει στα χέρια του όλη την εξουσία, ή σχεδόν όλη, διότι ο λαός εκφράζει την εμπιστοσύνη του με μία πράξη για όλα ανεξαιρέτως τα θέματα. Ο ψιλώ ονόματι εντολέας αποξενώνεται από το δικαίωμα να παρακολουθεί πώς ο εντολοδόχος του διεξάγει όλες τις υποθέσεις του. Ο εντολέας δεν έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει την εντολή).

Στο προσωπικό δημοψήφισμα ο λαός καλείται να αποφανθεί σε χρονική στιγμή και υπό συνθήκες που καθιστούν την απάντησή του δεδομένη. Συγχρόνως, η απάντηση του λαού έχει πολιτική εμβέλεια που ξεπερνά το συγκεκριμένο ερώτημα. Η απάντηση εκφράζει την εμπιστοσύνη του λαού στο ίδιο το πρόσωπο του «καίσαρα» ή τουλάχιστον έτσι αυτός την ερμηνεύει».

Γι’ αυτό και ο κ. Παντελής αναφέρει πως ίσως τα προσωπικά δημοψηφίσματα να μην τα χάνει ποτέ η πολιτική δύναμη που τα διοργανώνει.

Αναφέρει επίσης το παράδειγμα του Γάλλου Προέδρου Ντε Γκωλ, που χρησιμοποίησε το δημοψήφισμα τέσσερις φορές για να ανανεώσει το λαϊκό χρίσμα στο πρόσωπό του.

Από τα παραπάνω αντιλαμβάνεται κανείς πως το δημοψήφισμα από ύψιστο μέσο έκφρασης της λαϊκής βούλησης μπορεί να εξελιχθεί στο ακριβώς αντίθετο, στην άρνησή του, στην απόλυτη νόθευσή του, σε εργαλείο «καισαρισμού», χρησιμοποιούμενο από τον «καίσαρα» για να κατευθύνει το εκλογικό σώμα και για να ανανεώνει την εντολή προς τον εαυτό του, ερμηνεύοντας το αποτέλεσμα κατά τρόπο που αυτός επιθυμεί κατά την επιδίωξη των σκοπών του.

Αυτό ακριβώς έκανε ο κ. Τσίπρας με το δημοψήφισμα του καλοκαιριού. Τάχθηκε ο ίδιος υπέρ του «Όχι», προχώρησε στη διενέργεια ενός προσωπικού δημοψηφίσματος, επιλέγοντας αυτός την χρονική στιγμή και τις συνθήκες υπό τις οποίες η απάντηση ήταν δεδομένη. Επιπλέον, ζήτησε να πουν «Όχι» στην πρόταση Γιουνκέρ, άρα «Ναι» σε οποιαδήποτε πρόταση θα έφερνε ο ίδιος.

Και αυτό ακριβώς θεώρησε ότι μπορεί να κάνει και με τη συνταγματική αναθεώρηση.

Γι’ αυτό και τα ολοκληρωτικά καθεστώτα συνηθίζουν να αντικαθιστούν τις εκλογές με δημοψηφίσματα, στα οποία δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση, διότι το αποτέλεσμα χειραγωγείται ευκολότερα.

Δημοψηφίσματα και εκλογές επί χούντας

Δεν είναι τυχαίο ότι η χούντα διενήργησε δύο δημοψηφίσματα, ενώ είχε κλείσει τη Βουλή και είχε καταλύσει το Σύνταγμα και κάθε ελευθερία.

Και δεν είναι τυχαίο ότι δημοψήφισμα για επικύρωση νέου Συντάγματος η χούντα διενήργησε (29 Σεπτεμβρίου 1968). Ήταν το νόθο δημοψήφισμα όπου το «Ναι» συγκέντρωσε το 92,10% των ψήφων και το «Όχι» το 7,89%!

Στο δε (επίσης χουντικό) δημοψήφισμα της 29ης Ιουλίου 1973, όπου επίσης τέθηκαν σε ψηφοφορία συνταγματικές τροποποιήσεις, το ερώτημα ήταν για το Πολιτειακό και την κατάργηση της μοναρχίας και την εγκαθίδρυση Προεδρικής Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Στο επίσης νόθο εκείνο δημοψήφισμα υπέρ της κατάργησης της μοναρχίας ψήφισε το 78,4% του εκλογικού σώματος και υπέρ του «Όχι» το 21,6%. Το δημοψήφισμα εκείνο οδήγησε τον Γ. Παπαδόπουλο στην Προεδρία της Δημοκρατίας.

Ούτε είναι τυχαίο ότι το «Ναι» στον δικτάτορα διαφημίστηκε από τα εξώφυλλα δύο τευχών του περιοδικού «Ραδιοτηλεόραση».

Στο ένα αναφερόταν η προτροπή «Ψήφισε ΝΑΙ!» και ακολουθούσε ένα διάγραμμα με τις λέξεις «εκλογές», «πρόοδος», «Βουλή», «ομαλότης». Στο άλλο υπήρχε το «πουλί της χούντας» και η φράση «Δια τηΝ ΔημοκρΑτίαν ψηφΙζω» ( τα κεφαλαία σχημάτιζαν τη  λέξη «Ναι».

(Σημειώστε ότι το 1970 η χούντα δημιούργησε και την λεγόμενη «Συμβουλευτική Επιτροπή», απαρτιζόμενη από 60 διορισμένους, που σκοπό είχε να υποκαταστήσει τη Βουλή, λέξη την οποία ο δικτάτορας θεωρούσε «ολίγον κακόηχον».

Στις 29 Νοεμβρίου 1970 διεξήχθησαν «εκλογές» μεταξύ 526 υποψηφίων, από τους οποίους ο Παπαδόπουλος επέλεξε τους 46 και όρισε και δέκα ακόμη πρόσωπα της επιλογής του, αν και δεν ήταν υποψήφιοι. Στις «εκλογές» ψήφισαν όλα τα διορισμένα από τη χούντα διοικητικά συμβούλια (ΠΑΣΕΓΕΣ, δηλαδή αγροτών, ΓΣΕΕ, δηλαδή εργατών, ΑΣΒΕ, δηλαδή βιοτεχνών, ΤΕΕ, δηλαδή τεχνιτών, ΣΕΕΣ, δηλαδή εμπόρων, ΣΕΔΣ, δηλαδή δικηγόρων, ΠΝΙΟ, δηλαδή ναυτικών, ΠΙΣ, δηλαδή ιατρών, ΣΕΒ, δηλαδή βιομηχάνων), καθώς και τα συνδικάτα, όλα τα δημοτικά συμβούλια και μερικοί ακόμη εκλέκτορες). Οι εκλέκτορες ήταν συνολικά 1.240, ενώ ο αριθμός τους ανέβηκε σε 10.666 στις «εκλογές» της 12ης Δεκεμβρίου 1971, όπου εξελέγη νέα Συμβουλευτική Επιτροπή  με περισσότερα μέλη).

Άρα, η χούντα και δημοψηφίσματα έκανε και εκλογές!

Και επομένως, ούτε η χούντα φοβόταν τις εκλογές (αρκεί να είχε εκείνη τον έλεγχο…)

Κάπως έτσι έχουν κινηθεί όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, προκειμένου να δίνουν στην εξουσία τους επίφαση δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Εκλογές και δημοψηφίσματα επί Τσάβες

Με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το ίνδαλμα του κ. Τσίπρα, τον δικτάτορα της Βενεζουέλας Ούγκο Τσάβες, στην κηδεία του οποίου, τον Μάρτιο του 2013, είχε σπεύσει ο κ. Τσίπρας.

Κατά την επιστροφή του από το Καράκας, μας είχε πει πως τα βρήκε όλα τέλεια και τον μπολιβαριανό λαό σε «διαρκή επαναστατική διαδικασία» επί δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια.

Σημειώστε ότι και η «διαρκής επαναστατική διαδικασία» αποτελεί χαρακτηριστικό τρόπο λειτουργίας και χειραγώγησης των ολοκληρωτικών καθεστώτων.

Μάλιστα, ο κ. Τσίπρας είχε διαμαρτυρηθεί επειδή «κάποια ΜΜΕ» αποκαλούσαν τον Τσάβες δικτάτορα, λέγοντας πως δεν γνωρίζει πολλούς δικτάτορες που μέσα σε 14 χρόνια να έχουν κερδίσει… 13 απανωτές εκλογικές αναμετρήσεις!

Χωρίς, βέβαια, να μας εξηγήσει για ποιο λόγο κάποιος στήνει κάλπες 13 φορές σε 14 χρόνια!

Πραγματικά, ο Τσάβες είχε οργανώσει 13 εκλογικές διαδικασίες (πολλές από αυτές μόνο στην ελεγχόμενη από τον ίδιο Εθνοσυνέλευση), όλες με μοναδικό σκοπό την επ’ άπειρον παραμονή του στην εξουσία.

Εξελέγη πρόεδρος τον Δεκέμβριο του 1998 και επανεξελέγη το 2006 και το 2012 (καθώς το 2000 με κόλπο παρέτεινε τη θητεία του).

Δηλαδή, έχουμε και λέμε:

-Δημοψήφισμα (1999) για την Συντακτική Εθνοσυνέλευση, προκειμένου να αλλάξει το Σύνταγμα – προφανώς αυτό είχαν στο νου τους οι εγχώριοι τσαβίστες όταν άφηναν να εννοηθεί ότι μπορεί να διεξαχθεί δημοψήφισμα με αντικείμενο την συνταγματική αναθεώρηση.

-Εκλογές (1999) όπου το κόμμα του εξασφάλισε τις 120 από τις 131 έδρες.

-Δημοψήφισμα (Δεκέμβριος 1999) προκειμένου να… αυξηθεί η προεδρική θητεία και να γίνει εξαετής και να επιτραπεί η δεύτερη προεδρική θητεία.

-Δύο εκλογικές αναμετρήσεις (βουλευτικές και προεδρικές για να παρατείνει την… επόμενη θητεία του) το 2000.

-Δημοψήφισμα, τον Αύγουστο του 2004, επί της απόφασης ανατροπής του.

-Προεδρικές εκλογές (Δεκεμβρίου 2006), όταν επανεξελέγη, οπότε και αποφάσισε την παράταση της θητείας του ως το 2012.

-Ψηφοφορία στην Εθνοσυνέλευση (Νοέμβριος 2007) όταν εγκρίθηκε η παραμονή του στην εξουσία και την… επόμενη δεκαετία.

-Δημοψήφισμα (Δεκεμβρίου 2007), όταν απορρίφθηκαν οι 69 «μεταρρυθμίσεις» που είχε προτείνει, σύμφωνα με τις οποίες θα μπορούσε να θέτει υποψηφιότητα ξανά και ξανά εφ’ όρου ζωής, θα καταργούσε την αυτονομία της κεντρικής τράπεζας, θα αποκτούσε τον απόλυτο έλεγχο των Ενόπλων Δυνάμεων και θα περιόριζε την ελευθερία του Τύπου σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης (που γι’ αυτόν ήταν… μόνιμες).

«Προς το παρόν δεν νικήσαμε», ήταν το σχόλιο του Τσάβες.

-Στις αρχές του 2009 έγινε άλλη μια ψηφοφορία στην Εθνοσυνέλευση, προκειμένου να τροποποιηθεί άρθρο του Συντάγματος και να καταργηθούν οι περιορισμοί στην επανεκλογή του προέδρου, ώστε να διεκδικήσει ο Τσάβες μια τρίτη προεδρική θητεία.

-Προκηρύχθηκε δημοψήφισμα που διεξήχθη στις 15 Φεβρουαρίου 2009 και ο λαός άναψε στον Τσάβες το πράσινο φως για μια τρίτη θητεία.

-Εκλογές, το 2010, όπου το κόμμα του Τσάβες δεν εξασφάλισε αυτοδυναμία.

-Προεδρικές εκλογές, τον Οκτώβριο του 2012, όπου ο Τσάβες επανεξελέγη, αλλά είχε ήδη ασθενήσει βαριά και στάθηκε αδύνατον ακόμη και να ορκιστεί.

Σημειώστε επίσης ότι τον Νοέμβριο του 2008, ενόψει του δημοψηφίσματος για την εξασφάλιση της τρίτης θητείας του, ο Τσάβες είχε πει το περίφημο «αν χάσω τις εκλογές θα βγάλω τα τανκς στους δρόμους».

Σήμερα στη Βενεζουέλα και στη Βραζιλία…

Σήμερα στη Βενεζουέλα, αν και έχει συγκεντρωθεί ο τεράστιος, μεγαλύτερος από τον απαιτούμενο, αριθμός των 1,5 εκατομμυρίων υπογραφών – και έχει επικυρωθεί η γνησιότητα του 1,3 εκ. υπογραφών –  ο Μαδούρο, διάδοχος του Τσάβες και επίσης σημείο αναφοράς για τον Τσίπρα, κάνει το παν για να αποφύγει το δημοψήφισμα με ερώτημα την αποπομπή του.

Άλλωστε, η διαδικασία είναι ούτως ή άλλως μακρά, ακόμη και μετά την τυπική ανακοίνωση της Κεντρικής Εφορευτικής Επιτροπής, αφού ακολουθούν τα εξής στάδια: Προσέλευση όλων όσων έχουν υπογράψει για να επιβεβαιώσουν τη βούλησή τους, προσωπικά και με τα δακτυλικά τους αποτυπώματα. Συλλογή νέων υπογραφών, αυτή τη φορά 4 εκατομμυρίων, ώστε η αντιπολίτευση να είναι σε θέση να οργανώσει η ίδια το δημοψήφισμα, το αριθμητικό αποτέλεσμα του οποίου θα πρέπει να ξεπερνά τις ψήφους (7,5 εκατ.) που είχε συγκεντρώσει ο Μαδούρο για να αναδειχθεί πρόεδρος στις εκλογές του 2013!

Δηλαδή εκεί που ο Τσάβες οργάνωνε δημοψηφίσματα για ψύλλου πήδημα, τώρα που τα ζητά η αντιπολίτευση πρέπει να συγκεντρώνονται εκατομμύρια υπογραφές ξανά και ξανά και σε αντίξοες συνθήκες.

Τέλος, αξίζει να αναφερθούμε και στην περίπτωση μιας άλλης «συντρόφισσας» του Τσίπρα, της προέδρου της Βραζιλίας Ντίλμα Ρούσεφ, διάδοχο ενός άλλου ινδάλματος του Τσίπρα, του Λούλα.

Ως γνωστόν, ο Λούλα, η Ρούσεφ και δεκάδες αξιωματούχοι της χώρας έχουν κατηγορηθεί ανάμιξή τους σε σκάνδαλα πολιτικού χρήματος, σχετιζόμενα με την κρατική πετρελαϊκή εταιρία.

Έχουν γίνει συλλήψεις, ενώ η Ρούσεφ έχει απομακρυνθεί από την προεδρία (την αντικαθιστά ο μέχρι πρότινος αντιπρόεδρος Τέμερ) και ο λαός ζητά διεξαγωγή εκλογών.

Την προηγούμενη εβδομάδα, η έκπτωτη πρόεδρος, εν αναμονή της ακροαματικής διαδικασίας στη Γερουσία που θα διεξαχθεί τον Αύγουστο, κατέφυγε στο γνωστό κόλπο με το δημοψήφισμα.

Υποσχέθηκε ότι αν αποκατασταθεί στην προεδρία, θα προκηρύξει δημοψήφισμα για να αποφασίσουν οι πολίτες εάν θέλουν πρόωρες εκλογές – προφανώς για να επηρεάσει την κρίση των γερουσιαστών τον προσεχή Αύγουστο.

Κάτι τέτοιο ωστόσο (δηλαδή δημοψήφισμα για να πει ο λαός αν θέλει πρόωρες εκλογές) απαιτεί αλλαγές στο Σύνταγμα.

Συμπέρασμα: Όλοι οι σύντροφοι του Τσίπρα κάνουν το παν για να παραμείνουν στην εξουσία.

Τυχαίο;

Και για να μην ξεχνιόμαστε:

Επιστρέφοντας από το Καράκας, όπου πήγε για την κηδεία του Τσάβες, ο κ. Τσίπρας μίλησε σε εκδήλωση του ΣΥΡΙΖΑ στην Κοκκινιά, στις 10 Μαρτίου 2013. Και είπε:

«Γνωρίζουμε ότι οι αξίες μας είναι οι ιδέες μας και οι ανθρώπινες αξίες και γνωρίζουμε ότι αυτές τις αξίες θα τις υπερασπιστούμε όπως πριν από 69 χρόνια, ηρωικά υπερασπίστηκαν εδώ στην Κοκκινιά. Έρχομαι να μιλήσω σήμερα σε σας από ένα σύντομο αλλά συναρπαστικό ταξίδι στην άλλη άκρη της γης.Βρέθηκα για λίγες ώρες στη Βενεζουέλα, εκεί όπου ο λαός μαζί και με τους λαούς των γειτονικών χωρών της Λατινικής Αμερικής, έχουν δημιουργήσει ένα παράδειγμα όχι μόνο για τη Λατινική Αμερική, αλλά για τους λαούς σε κάθε γωνιά του πλανήτη, που αγωνίζονται για δημοκρατία, για κοινωνική δικαιοσύνη και για δικαιώματα. Είχα την χαρά, την τύχη, την τιμή, να βρεθώ και να αποτίσω φόρο τιμής σε έναν άνθρωπο που άλλαξε το ρου της ιστορίας, όχι μόνο για τη Λατινική Αμερική, να βρεθώ δίπλα στη σορό του Κομαντάντε Ούγκο Τσάβες.

Περίμενα να βρω έναν λαό που εκφράζει οδύνη, όμως εκεί συνάντηση έναν λαό που εκφράζει τούτες τις δύσκολες ώρες αποφασιστικότητα και όχι οδύνη. Εκατομμύρια λαού στους δρόμους. Βρέθηκα στην Στρατιωτική Ακαδημία του Καράκας, όπου είναι η σορός του Τσάβες και απέξω είχε 15 χιλιόμετρα ανθρώπινης ουράς, απλών καθημερινών ανθρώπων, που περίμεναν κατά μέσο όρο 20 ώρες για να αποτίσουν φόρο τιμής. Όχι στον ηγέτη τον απόμακρο, αλλά σε κάποιον που αισθάνονται δικό τους άνθρωπο γιατί τους άλλαξε την ίδια τους τη ζωή. Πριν από 14 χρόνια 8 εκατ. Βενεζουελάνοι βρισκόντουσαν κάτω από το όριο της φτώχειας.

Αυτά τα εκατομμύρια σήμερα έχουν τη δυνατότητα και το δικαίωμα να είναι ισότιμοι πολίτες με τους συμπολίτες τους και αυτό είναι που τους κάνει να αισθάνονται αυτόν τον ηγέτη, δικό τους άνθρωπο. Και δεν βρίσκονται εκεί με οδύνη, αλλά με αποφασιστικότητα, δεν βρίσκονται εκεί για να κλάψουν, αλλά για να διαδηλώσουν. Μια μεγάλη πολύχρωμη διαδήλωση έχει γίνει αυτές τις μέρες στο Καράκας. Και αυτό σηματοδοτεί ένα πράγμα.

Ότι η κοινωνική αλλαγή, οι μεγάλες ανατροπές, οι επαναστάσεις δεν μπορούν να γίνουν αν δεν έχουν την πλατιά στήριξη των λαϊκών μαζών. Και αυτή η στήριξη δεν μπορεί να είναι εφάπαξ, αλλά μια διαρκής διαδικασία. Δεκατέσσερα χρόνια μετά, η Βενεζουέλα βρίσκεται σε επαναστατική διαδικασία. Και αυτό το φανερώνουν τα εκατ. των πολιτών που βρίσκονται αυτές τις μέρες στους δρόμους, λέγοντας ένα και μόνο σύνθημα: Θα συνεχίσουμε τον αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση, θα συνεχίσουμε τον αγώνα για τον σοσιαλισμό και θα συνεχίσουμε αυτόν το δρόμο που είναι δημοκρατικός δρόμος.

Κάποια ΜΜΕ στην Ελλάδα γράψανε ότι το παράδειγμα της Βενεζουέλας του απειλεί, ότι ο Ούγκο Τσάβες ήταν ένας δικτάτορας. Ειλικρινά δεν ξέρω πολλούς δικτάτορες που μέσα σε 14 χρόνια έχουν κερδίσει 13 απανωτές εκλογικές αναμετρήσεις.

Το μήνυμα για εμάς είναι ένα πολύ ισχυρό μήνυμα. Μπορούμε να τα αλλάξουμε όλα σε αυτόν τον τόπο, εάν έχουμε τον λαό με το μέρος μας.

Η κυβέρνηση που θα οικοδομήσουμε μετά τις επόμενες εκλογές, όσο κι αν προσπαθούν να τις αποφύγουν τώρα οι δυνάμεις του μνημονίου, για να γαντζωθούν στην εξουσία, θα είναι μια κυβέρνηση πλατιάς λαϊκής ενότητας, που θα επιβάλει μια προοπτική απελευθέρωσης για τον λαό μας, για τις κατώτερες τάξεις και θα έχει τη διαρκή στήριξη του ελληνικού λαού».

Στις 16 Μαρτίου 2013, ο κ. Τσίπρας πήγε στο Λονδίνο και μίλησε σε εκδήλωση που είχε οργανώσει ο ΣΥΡΙΖΑ Μεγάλης Βρετανίας. Φυσικά, τον ρώτησαν για το ταξίδι του στη Βενεζουέλα. Και είπε:

«Αυτό που με εντυπωσίασε στο ταξίδι μου στην Βενεζουέλα πριν από λίγες μέρες ήταν πως ο κόσμος, δεκάδες χιλιάδες λαού περίμενε υπομονετικά να φτάσει στην σορό του Τσάβες. Δεν έδειχνε λύπη αλλά ελπίδα και αποφασιστικότητα να συνεχίσει. Και αυτό σηματοδοτεί ότι η Βενεζουέλα μετά από 14 χρόνια, από τότε που ανέβηκε για πρώτη φορά στην εξουσία ο Ούγκο Τσάβες, βρίσκεται σε μια διαρκή επανάσταση».

Δεν παρέλειψε μάλιστα να αναφερθεί και στα «διδάγματα» που ενδεχομένως μπορεί να αντλήσει η Ευρώπη από την Λατινική Αμερική. Είπε: «Μονάχα αν καταφέρουμε να κινητοποιήσουμε τον λαϊκό παράγοντα θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τις παρούσες πολιτικές. Αυτό είναι το σημαντικότερο μάθημα που μπορεί να μας δώσει η Λατινική Αμερική και ειδικά η Βενεζουέλα».

Τον Δεκέμβριο του 2012, ο κ. Τσίπρας επισκέφθηκε την Αργεντινή και τη Βραζιλία (τα άλλα πρότυπά του).

Από τη Βραζιλία, είχε εκφράσει την πεποίθηση ότι «σύντομαο ελληνικός λαός, ακολουθώντας το παράδειγμα των λαών της Νότιας Αμερικής που απελευθερώθηκαν από τα δεσμά του ΔΝΤ θα λυτρωθεί από τη θανατηφόρο θηλιά του μνημονίου».

Μετά την ολοκλήρωση των επαφών του στη Βραζιλία, στις 20 Δεκεμβρίου 2012 και λίγο πριν αναχωρήσει για την Αργεντινή, ο  κ. Τσίπρας είχε δηλώσει:

«Το μήνυμα της Βραζιλίας στον ελληνικό λαό, το μήνυμα μιας χώρας που απελευθερώθηκε από το ΔΝΤ και στάθηκε στα πόδια της και σήμερα είναι μια από τις ισχυρότερες οικονομίες του πλανήτη είναι ένα: Η έξοδος από την κρίση δεν μπορεί να γίνει με μνημόνια λιτότητας παρά μονάχα με πολιτικές κοινωνικής συνοχής, ανάπτυξης και αναδιανομής», κατέληξε θριαμβευτικά και κατευχαριστημένος.

Και αργότερα, από την Αργεντινή, δήλωσε: «Ολοκληρώνοντας αυτό το ταξίδι κρατάμε εμπειρίες – θετικές και αρνητικές – δύο χωρών που έγιναν πειραματόζωα – πολύ πριν γίνει η χώρα μας – μιας νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Που, όμως, κατάφεραν να ακολουθήσουν εναλλακτικούς δρόμους και να βγουν από την κρίση με ανάπτυξη, απασχόληση και κοινωνική συνοχή».

Νωρίτερα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2012, από το βήμα της Βουλής, ο κ. Τσίπρας είχε πει το περίφημο:

«Μακάρι να είχαμε γίνει Αργεντινή. Η Αργεντινή πέρασε μια μεγάλη δυσκολία και οι πολίτες της κατάφεραν με αξιοπρέπεια να σταθούν στα πόδια τους. Εσείς δυστυχώς μας οδηγείτε σε άλλες πολύ χειρότερες καταστάσεις. Θα είμαστε υποτελείς, όλη η Ελλάδα θα έχει γίνει μια Ειδική Οικονομική Ζώνη».

Πηγή