Γράφει ο Ηλίας Πεντάζος*
Κάθε πολιτική παράταξη για να αναπτύξει την πολιτική της κυριαρχία…
χρειάζεται ένα βασικό αφήγημα, το μήνυμα του οποίου θα πρέπει να γίνει αποδεκτό από ένα πλειοψηφικό ρεύμα.

Ο Τσίπρας στον ενάμιση χρόνο που είναι στην εξουσία, τουλάχιστον στο θέμα αυτό έχει αποδείξει τη πολιτική του υπεροχή. Κέρδισε τρεις εκλογές με τρία διαφορετικά και εκ διαμέτρου αντίθετα αφηγήματα. Κέρδισε τις πρώτες εκλογές με βασικό αφήγημα αφενός το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης (από το οποίο δεν εφαρμόσθηκε το παραμικρό) και αφετέρου με το «να τελειώνουμε με το παλιό» (ΝΔ και ΠΑΣΟΚ).

Το καλοκαίρι του ‘15 το αφήγημα χρειαζόταν ένα ΟΧΙ στο δημοψήφισμα για καλύτερη διαπραγμάτευση στα μέτρα που πρότειναν οι Ευρωπαίοι. Τελικά, αντέστρεψε το αποτέλεσμα και δέχτηκε ένα μνημόνιο πολύ βαρύτερο από εκείνο που θα αποδεχόταν το Φεβρουάριο του 2015, δικαιολογώντας το όμως και πάλι, γιατί έτσι γλύτωσε τη χώρα από την έξοδο από το ευρώ.

Τον Σεπτέμβριο του ‘15 το βασικό αφήγημα ήταν διπλό. Προς το εξωτερικό το σενάριο πως ο ίδιος μπορεί να εφαρμόσει καλύτερα ένα τρίτο μνημόνιο λόγω των μικρότερων κοινωνικών εντάσεων (τις οποίες ο ίδιος και το κόμμα τους συντόνιζαν τα προηγούμενα χρόνια) και προς το εσωτερικό πως η ρήξη θα προκαλούσε στη χώρα μεγαλύτερη καταστροφή και ότι το κοινωνικό του πρόγραμμα θα έκανε το νέο μνημόνιο διαφορετικό από τα προηγούμενα!!!

Στις εκλογές αυτές, με αποχή που αυξήθηκε κατά 700 χιλ. ψήφους, ο ΣΥΡΙΖΑ σχεδόν διατήρησε το ποσοστό του, διότι οι απώλειες του αναπληρώθηκαν από τις απώλειες των αστικών κομμάτων. Αρκετοί ψηφοφόροι τους σκέφθηκαν ότι ο Τσίπρας θα μπορούσε να εξασφαλίσει την κοινωνική ηρεμία και να κρατήσει τη χώρα στο ευρώ. Δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε το συναισθηματικό δίλημμα που επιβάλλει στη κοινωνία. Η επιτυχία του έγκειται στο ότι ακόμη και όταν εξόφθαλμα άλλαζε πολιτική, γινόταν με τρόπο που να δείχνει ότι εκβιάστηκε και ότι πραγματικά δεν ήθελε. Στο μεταξύ, βλέπει από τις δημοσκοπήσεις ότι η κοινωνία που τον ακολουθεί το αγοράζει και με επικοινωνιακά τεχνάσματα κερδίζει τις εντυπώσεις. Αυτός παραμένει και ο κύριος λόγος που δεν έχει επιταχυνθεί η απαξίωση της κυβέρνησης σε βαθμό ανάλογο με την σχεδόν ανύπαρκτη αποδοτικότητα της.

Η κυβέρνηση κλείνει τώρα την πρώτη αξιολόγηση με ένα μείγμα οικονομικής πολιτικής, που στηρίζεται κατά 90% στην αύξηση φόρων. Έμμεσοι φόροι που πλήττουν τα χαμηλά εισοδήματα και άμεσοι που επιλεκτικά πλήττουν τη μικρομεσαία τάξη που έχει ήδη απελπιστικά χαμηλή φοροδοτική ικανότητα.

Το νέο αφήγημα για το 2016 είναι το «πλήγμα» που καταφέρνει επί των μικρομεσαίων, περισσότερο σε σχέση με τους χαμηλόμισθους. Μακιαβελική μεν, νοσηρή δε τακτική, ικανοποίησης συναισθημάτων φθόνου μιας κοινωνικής κατηγορίας έναντι κάποιας άλλης που και αυτή στο τέλος χαμένη είναι. Διαμορφώνει το κομμάτι της κοινωνίας που τον ενδιαφέρει με τη λογική: «Φτωχέ, δεν μπορώ να σου δώσω κάτι… αλλά τον υψηλόμισθο, τον βιοτέχνη, τον ελεύθερο επαγγελματία, τον ιδιωτικό τομέα… θα τους τσακίσω για χάρη σου». Ο αφελής ψηφοφόρος που συμμερίσθηκε τις αυταπάτες ότι «το μνημόνιο έφερε την κρίση και η λύση στο πρόβλημα της Ελλάδας είναι το κούρεμα του χρέους..» τουλάχιστον θα χαίρεται για την τιμωρία των «πλουσίων». Η αρένα όμως, όσο ποτίζει με αίμα ζητάει περισσότερο… και το επόμενο αίμα θα είναι του αφελή συριζαίου που νομίζει ότι θα είναι για πάντα μόνο θεατής στη θυσία των άλλων.

Νομίζω ότι όλοι συμφωνούμε στη διαπίστωση ότι αυτή τη περίοδο η κυβέρνηση δεν κινδυνεύει από την αντιπολίτευση. Αφενός γιατί η τελευταία είναι απίστευτα υποτονική και χαμένη στη μετάφραση των εγχειριδίων «αντιπολιτευτικής τακτικής» και αφετέρου διότι η κρίσιμη, εκλογική μάζα του δημοσιοϋπαλληλικού κόσμου είναι ακόμη μαζί της. Δεν υποστηρίζω φυσικά ότι η εξάντληση της τετραετίας είναι δεδομένη. Αν χαθεί ο στόχος στα έσοδα του φθινοπώρου για δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία και ενεργοποιηθεί ο «κόφτης» και λόγω της μνημειώδους αδυναμίας της να διαχειριστεί τη καθημερινότητα (προσφυγικό, δημόσια ασφάλεια, υγεία, παιδεία), η κυβέρνηση πρέπει να βρει επειγόντως άλλο αφήγημα για να εξασφαλίσει συνέχεια της κοινωνικής ανοχής.

Αν περάσουν δε και οι νόμοι για τα εργασιακά και το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, οι εταίροι από τις σημερινές κολακείες «για τη πρόοδο της χώρας» μπορεί και να «ξανά ζυγίσουν» τη χρησιμότητα της σημερινής κυβέρνησης.

Όμως, το πρόβλημα κατά την γνώμη μου δεν περιορίζεται στη τρέχουσα κυβερνητική διαχείριση αλλά σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα της χώρας. Η κυβέρνηση μπορεί να αποτελεί τον «χρήσιμο ηλίθιο» και την αποθέωση του παλαιοκομματισμού, της ιδεοληψίας, της άγνοιας, της ανοησίας και της ανικανότητας. Ο κόσμος, όμως, δείχνει έντονη αποστροφή για το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων της σημερινής βουλής (που ο ίδιος βέβαια εξέλεξε)! Είναι αγανακτισμένος και αντιμέτωπος με τη ψυχρή αλήθεια των οικονομικών δεικτών αλλά αρνείται να αποδεχτεί και την πραγματικότητα… λειτουργεί στον αυτόματο πιλότο μηχανικά, για το σήμερα και μόνο.

Η χώρα είναι εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο χρεωκοπίας, οικονομικής στασιμότητας, κοινωνικής μιζέριας και πνευματικής παρακμής. Μοναδική διέξοδος, να ξυπνήσουμε και να ενωθούμε. Το εγώ να γίνει εμείς. Να δράσουμε συλλογικά να δούμε τα προβλήματα ως σύνολο και όχι ως μονάδες, έξω από κομματικά γυαλιά και ιδεοληψίες. Όπως στις επιχειρήσεις είναι απαραίτητο ένα επιχειρησιακό πλάνο, έτσι και εδώ χρειαζόμαστε ένα λογικό αφήγημα και συνεννόηση σε πέντε βασικά πράγματα, που ενδιαφέρουν το σύνολο και όχι τη πάρτη του καθενός. Να αλλάξουμε λανθασμένες νοοτροπίες δεκαετιών και να χαράξουμε μια πορεία που θα συνεχίσει και θα βελτιώσει η νέα γενιά.

Η έξοδος από τα Μνημόνια είναι στόχος που μπορεί να επιτευχθεί πολύ πιο γρήγορα από όσο νομίζουν οι πολλοί. Χρειάζονται στοχευμένες κινήσεις και επιλεκτικές μεταρρυθμίσεις, αλλά κυρίως κοινωνική εμπιστοσύνη. Αμοιβαία, μεταξύ πολιτών και πολιτικής τάξης. Η εμπιστοσύνη θα έλθει, όταν οι πολίτες δουν σοβαρή μείωση της σπατάλης, ισονομία, αξιοκρατία, δικαιοσύνη.

Ποιοι θα το κάνουν; Υπάρχουν πιθανότητες να εμφανιστούν καινούργιοι άνθρωποι στη πολιτική χωρίς βεβαρημένο παρελθόν και με σαφείς εθνικούς στόχους;

ΝΑΙ, υπάρχουν!

Ο Ηλίας Πεντάζος είναι οικονομολόγος, πρώην Γενικός Γραμματέας Δημοσιονομικής Πολιτικής.
Πηγή