Στις 15 Ιουνίου 1969 ο Γιώργος Σιδέρης ολοκλήρωσε το πρωτάθλημα με 35 γκολ, αλλά… δεν ήταν γραφτό να κερδίσει το χρυσό παπούτσι. 

Το ντέρμπι της 34ης και τελευταίας αγωνιστικής ανάμεσα στον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό, στις 15 Ιουνίου 1969, ήταν αδιάφορο βαθμολογικά. 
Οι «πράσινοι» βρίσκονταν 4 πόντους μπροστά από τον αιώνιο αντίπαλό τους και είχαν εξασφαλίσει ήδη τον τίτλο, επομένως το ενδιαφέρον εστιαζόταν αλλού. Στο αν και πόσες φορές θα σκόραρε ο Γιώργος Σιδέρης ώστε να διευρύνει τη διαφορά του από τους υπόλοιπους παίκτες που διεκδικούσαν την 1η θέση των σκόρερ στην Ευρώπη. 
Το χρυσό παπούτσι είχε θεσμοθετήσει μόλις ένα χρόνο νωρίτερα η γαλλική εφημερίδα «Εκίπ» και το πρώτο έπαθλο το είχε κατακτήσει το 1968 ο μεγάλος Εουσέμπιο. 
 Με 34 γκολ πριν από το ντέρμπι με τον Παναθηναϊκό, ο σπουδαίος επιθετικός του Ολυμπιακού ήταν ήδη πρώτος, έχοντας πίσω του 
τον Ούγγρο, Αντάλ Ντουνάι της Ούιπεστ (31), 
τον Αυστριακό, Χέλμουτ Κεγκλμπέργκερ της Αούστρια Βιέννης (30) 
και τον Βούλγαρο, Πέταρ Ζέκοφ της ΤΣΣΚΑ Σόφιας (29). 
Οι δύο τελευταίοι είχαν να δώσουν από ένα και τρία παιχνίδια αντίστοιχα, αλλά θεωρείτο δύσκολο να προλάβουν τον «Φώτακα», αν αυτός σκόραρε έστω μία φορά στο δικό του τελευταίο ματς. 
Πράγματι, ο Σιδέρης πέτυχε στο 80’ το νικητήριο γκολ (2-1) για τον Ολυμπιακό και έφτασε τα 35. Παράλληλα, σκόραρε για όγδοη διαδοχική αγωνιστική (είχε αρχίσει από την 27η) και ισοφάρισε το ρεκόρ του Κώστα Νικολαΐδη της ΑΕΚ, από την προηγούμενη περίοδο. 
Η σπουδαία επίδοση των δύο μεγάλων άσων του παρελθόντος αντέχει μέχρι σήμερα και έχει απειληθεί ελάχιστες φορές τις δεκαετίες που ακολούθησαν! 
Ο Σιδέρης έφτασε τα 35 γκολ και είχε αποκτήσει απόσταση από τον Βούλγαρο, Πέταρ Ζέκοφ της ΤΣΣΚΑ Σόφιας, αλλά σκόραρε τέσσερις φορές κόντρα στην Τράκια και ανέτρεψε τα δεδομένα με την βοήθεια και της ομοσπονδίας που τον άφησε εκτός από τα παιχνίδια της Εθνικής ομάδας. 
 Το θέμα μας, ωστόσο, είναι το χρυσό παπούτσι, το περίφημο έπαθλο που είχε θεσμοθετήσει μόλις ένα χρόνο νωρίτερα η γαλλική εφημερίδα «Εκίπ» και το οποίο είχε κατακτήσει το 1968 ο μεγάλος Εουσέμπιο. Η σκέψη και μόνο ότι θα τον διαδεχόταν στην κορυφή ο Σιδέρης, είχε προκαλέσει ενθουσιασμό στους Έλληνες φιλάθλους και δεν είναι υπερβολή αν πούμε ότι τις τελευταίες εβδομάδες όλοι οι φίλαθλοι, ανεξάρτητα από την οπαδική τους προτίμηση, πανηγύριζαν τα γκολ του. Τα 35 γκολ πρόσφεραν ασφάλεια στον διεθνή κυνηγό, αλλά ήταν γραφτό να γίνει η μεγάλη ανατροπή… 
Την ίδια ημέρα που ο Σιδέρης έφτασε τα 35 γκολ, τέθηκε νοκ άουτ από τη διεκδίκηση του χρυσού παπουτσιού ο Κεγκλμπέργκερ, μια και σκόραρε μόνο μία φορά στο τελευταίο ματς της Αούστρια. 
Όμως, ο Ζέκοφ πέτυχε τρία γκολ στο 3-3 της ΤΣΣΚΑ με την Ακαντέμι, έφτασε τα 32 και γινόταν απειλητικός. Μία εβδομάδα αργότερα, όμως, ήρθαν τα ευχάριστα. Ο Ζέκοφ έμεινε στο μηδέν, όπως και όλη η ΤΣΣΚΑ, η οποία ηττήθηκε 1-0 από τη Σπαρτάκ Πλέβεν. Όπερ μεθερμηνευόμενον σήμαινε ότι ο Βούλγαρος επιθετικός χρειαζόταν τέσσερα γκολ στο τελευταίο ματς με την Τράκια Πλόβντιβ, για να προσπεράσει τον Σιδέρη! Φαινομενικά αυτό θα ήταν δύσκολο, αλλά όταν έχεις τον τελευταίο λόγο, όλα είναι πιθανά. Πολύ περισσότερο όταν ο αντίπαλος είναι αδιάφορος, όπως ήταν τότε η Τράκια (η μετέπειτα γνωστή μας ως Μπότεφ). 
Και, δυστυχώς, οι ανταποκρίσεις από τη Σόφια, το βράδυ της 29ης Ιουνίου 1969, έφεραν δυσάρεστα νέα. Η ΤΣΣΚΑ είχε νικήσει 4-2 την Τράκια, με τον Ζέκοφ να σημειώνει και τα τέσσερα γκολ! Είχε φτάσει, δηλαδή, τα 36 στο σύνολο, αφήνοντας δεύτερο τον Σιδέρη! Ακούστηκαν πολλά για τον τρόπο με τον οποίο ο Βούλγαρος κυνηγός πέτυχε τα επτά γκολ που χρειαζόταν. 
Όπως και ότι η βουλγαρική ομοσπονδία φρόντισε να μην τον καλέσει για ένα ματς της Εθνικής, ώστε να είναι ξεκούραστος για τα κρίσιμα τελευταία παιχνίδια και να πετύχει τον στόχο του. Ό,τι και να συνέβη, η ουσία είναι ότι με αυτόν τον τρόπο χάθηκε μία σπουδαία διάκριση για τον Σιδέρη, ο οποίος παρηγορήθηκε με το ούτως ή άλλως τιμητικό, αργυρό παπούτσι.