Γράφει ο Ογκολόγος – Παθολόγος MD Αθανάσιος Καραγιάννης
Μετά από πολλές δεκαετίες, αρκετές επιτυχίες αλλά και ακόμα περισσότερες αποτυχίες φαίνεται πως η χρήση της “κλασσικής…
χημειοθεραπείας” στη καταπολέμηση του καρκίνου φτάνει προς το τέλος της. Οι ερευνητές πλέον, στη προσπάθεια για επινόηση ευρηματικότερων λύσεων, στρέφουν το βλέμμα τους προς τελείως διαφορετική κατεύθυνση και αναζητούν τη λύση για την αντιμετώπιση της νόσου στη πολύπλοκη σχέση του ανοσοποιητικού μας συστήματος με τα καρκινικά κύτταρα.

Η ανοσοθεραπεία αποτελεί μια νέα κατηγορία θεραπείας κατά του καρκίνου που δρα αξιοποιώντας και ενισχύοντας τη φυσιολογική ικανότητα του ανοσοποιητικού μας συστήματος στην καταπολέμηση του καρκίνου ενώ φαίνεται να είναι η πιο ελπιδοφόρα νέα προσέγγιση για τη θεραπεία της νόσου.

Η ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος για θεραπευτικό όφελος στη καταπολέμηση του καρκίνου αποτελεί εδώ και πολλά χρόνια στόχο στον τομέα της ανοσολογίας και της ογκολογίας. Μετά από δεκαετίες αλλεπάλληλων απογοητεύσεων, έχουμε πλέον στα χέρια μας τα πρώτα επιτυχή αποτελέσματα.

Αυτό που τα τελευταία χρόνια αλλάζει τα δεδομένα είναι οι ραγδαίες εξελίξεις στον τομέα της μοριακής βιολογίας, της γενετικής και της φαρμακολογίας συνοδευόμενες από σημαντικά επιτεύγματα στη βιοτεχνολογία που μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε τη βιολογική πολυπλοκότητα, τον τρόπο ανάπτυξης και επιβίωσης του καρκινικού κυττάρου και το μικροπεριβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσεται, ένα πολύ σημαντικό συστατικό του οποίου είναι το ανοσοποιητικό σύστημα.

Από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για το ότι το ανοσοποιητικό σύστημα έχει την ικανότητα να αναγνωρίσει και να καταστρέψει τα καρκινικά κύτταρα. Ο στόχος των ερευνών τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν να κατανοήσουν τις συνιστώσες του ανοσοποιητικού συστήματος που είναι σημαντικές για την ανοσολογική απάντηση και το πως, πότε και γιατί αποτυγχάνουν στις περιπτώσεις που η νόσος γίνεται πλέον κλινικά εμφανής.

Πως όμως το ανοσοποιητικό σύστημα καταφέρνει να εξουδετερώσει τα καρκινικά κύτταρα;

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του ανοσοποιητικού μας συστήματος είναι η ικανότητα του να διακρίνει τα ξένα προς τον οργανισμό μας κύτταρα από τα φυσιολογικά. Η αναγνώριση των “ξένων“ επιτυγχάνεται μέσω των αντιγόνων, δηλαδή σύνθετων μορίων που εκφράζονται στην επιφάνεια των κυττάρων.

Σε ένα άκρως απλοποιημένο μοντέλο ανοσολογικής απάντησης, τα πρώτα καρκινικά κύτταρα που παρουσιάζονται στον οργανισμό μας αναγνωρίζονται από τα κύτταρα “φυσικούς φονείς (NK cells)” του ανοσοποιητικού και καταστρέφονται. Αυτό οδηγεί, με τη συμμετοχή πολλών ακόμα κυττάρων του ανοσοποιητικού, στην τελική ενεργοποίηση και παραγωγή ειδικών Τ-λεμφοκυττάρων και αντισωμάτων, κατά του συγκεκριμένου καρκίνου. Έτσι, το ανοσοποιητικό σύστημα σε πλήρη δράση οδηγεί στην εξάλειψη των εναπομεινάντων καρκινικών κυττάρων και, το σημαντικότερο, στην παραγωγή “ανοσολογικής μνήμης” που θα χρησιμεύσει για την πρόληψη της επανεμφάνισης της νόσου προσφέροντας μακροπρόθεσμη προστασία των ασθενών.

Τ-λεμφοκύτταρα (ροζ) επιτίθενται σε ένα καρκινικό κύτταρο

Η “μάχη” ανάμεσα στο ανοσοποιητικό μας σύστημα και τα καρκινικά κύτταρα μπορεί να οδηγήσει είτε στην έγκαιρη εξάλειψη όλων των καρκινικών κυττάρων είτε στη μερική εξάλειψη των καρκινικών κυττάρων τα οποία όμως παραμένουν κάτω από τον έλεγχο του ανοσοποιητικού σε μια κατάσταση ισορροπίας κατά την οποία ο καρκίνος υπάρχει αλλά δεν εκδηλώνεται κλινικά και δεν μπορεί να διαγνωσθεί. Αυτή η φάση ισορροπίας θα μπορούσε να διαρκέσει για πάντα, μιμούμενη έτσι την εξάλειψη του καρκίνου, ή να διαταραχθεί κάποια στιγμή είτε από μεταβολές στα καρκινικά κύτταρα που θα τους επέτρεπαν να ξεφύγουν από τον έλεγχο του ανοσοποιητικού είτε από αλλαγές στο ανοσοποιητικό σύστημα που θα αποδυνάμωναν την ικανότητά του να συγκρατεί τον καρκίνο, οδηγώντας τελικά στην κλινική εμφάνιση της νόσου.

Οι έρευνες τα τελευταία χρόνια επικεντρώθηκαν στον τρόπο με τον οποίο τα καρκινικά κύτταρα διαφεύγουν της δράσης του ανοσοποιητικού συστήματος και στην ενίσχυση της έντασης της ανοσολογικής απάντησης.

Τα μονοκλωνικά αντισώματα στην ανοσοθεραπεία του καρκίνου

Τα αντισώματα είναι ειδικές πρωτεΐνες που παράγει φυσιολογικά το ανοσοποιητικό σύστημα όταν εντοπίσει οτιδήποτε “ξένο“ και βλαβερό προς τον οργανισμό μας. Με τον τρόπο αυτό αντιμετωπίζονται κυρίως οι λοιμώξεις.

Τα μονοκλωνικά αντισώματα μπορούν πλέον να παραχθούν στο εργαστήριο και να χρησιμοποιηθούνκατά των βασικών μηχανισμών άμυνας των καρκινικών κυττάρων τα οποία έχουν τη ικανότητα να “παρουσιάζονται” στο ανοσοποιητικό σύστημα ως φυσιολογικά κύτταρα και να αποφεύγουν τη καταστροφή τους αλλά και αν ακόμα αναγνωριστούν ως “καρκινικά” να καταστείλουν με διάφορους μηχανισμούς την ανοσολογική απάντηση.

Καθώς τα καρκινικά κύτταρα αναπτύσσονται από τα δικά μας υγιή κύτταρα συχνά το ανοσοποιητικό σύστημα δεν τα αναγνωρίζει ως “ξένα” και επιβλαβή και δεν τα καταστρέφει. Έχουμε τη δυνατότητα, χρησιμοποιώντας ειδικά μονοκλωνικά αντισώματα τα οποία συνδέονται στην επιφάνεια των καρκινικών κυττάρων, να “σημαδέψουμε” τα κύτταρα αυτά μετατρέποντας τα σε στόχο του ανοσοποιητικού. Αυτό οδηγεί στην καταστροφή τους.

Τα τελευταία χρόνια έχει προκαλέσει μεγάλες προσδοκίες και πολλές ελπίδες η ανακάλυψη του τρόπου με τον οποίο τα καρκινικά κύτταρα έχουν την ικανότητα να καταστείλουν το ανοσοποιητικό σύστημα.

Ερευνητές εντόπισαν στα Τ-λεμφοκύτταρα και στην αλληλεπίδραση τους με τα καρκινικά κύτταρα, ειδικά “μονοπάτια” ενεργοποίησης και απενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος (PD-1 / PD-L1 και CTLA-4), κρίσιμης σημασίας για την ικανότητα του να ελέγξει και να περιορίσει την ανάπτυξη του καρκίνου. Αυτά τα μονοπάτια που αποκαλούνται “σημεία ελέγχου του ανοσοποιητικού” λειτουργούν ως “φρένα” του ανοσοποιητικού και χρησιμοποιούνται υπό φυσιολογικές συνθήκες με σκοπό να περιορίσουν την ένταση και τη διάρκεια των ανοσολογικών απαντήσεων εμποδίζοντας μια υπερβολικά έντονη αντίδραση που θα μπορούσε να βλάψει τα φυσιολογικά κύτταρα. Φαίνεται όμως πως τα καρκινικά κύτταρα μπορούν να πάρουν τον έλεγχο αυτών των “σημείων ελέγχου“ και να τα χρησιμοποιήσουν προς όφελος τους για την καταστολή της ανοσολογικής απάντησης.

Η χρήση ειδικών μονοκλωνικών αντισωμάτων, των επονομαζόμενων “αναστολέων του ανοσοποιητικού σημείου ελέγχου” («immune checkpoint inhibitors») απελευθερώνει το ανοσοποιητικό σύστημα από τα φυσικά του φρένα, επιτρέποντάς του να επιτίθεται και να σκοτώνει τα καρκινικά κύτταρα.

Ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν το nivolumab, το pembrolizumab, το atezolizumab και το ipilimumab που έχουν είδη εγκριθεί από την Αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) και χρησιμοποιούνται, προς το παρόν, στην αντιμετώπιση του μελανώματος, του καρκίνου του πνεύμονα, της ουροδόχου κύστης και του καρκίνου του νεφρού.

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα αποτελέσματα των μελετών βάσει των οποίων τα φάρμακα αυτά έλαβαν έγκριση ήταν, σε πολλές περιπτώσεις, τόσο ενθαρρυντικά ώστε κάποια εγκρίθηκαν με ταχείες διαδικασίες, πριν από την ολοκλήρωση των δοκιμών, καθώς κρίθηκε αναγκαίο να διατεθούν άμεσα στους ασθενείς.

Χαρακτηριστικά, παρατηρήθηκε υψηλό ποσοστό ασθενών που ανταποκρίθηκαν στις θεραπείες, ανταπόκριση που σε πολλές περιπτώσεις έφτανε μέχρι την “εξαφάνιση” της νόσου, σημαντική επιμήκυνση του χρόνου επιβίωσης αλλά και διατήρηση της ποιότητας ζωής των ασθενών κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Η σημασία των αποτελεσμάτων αυτών μεγεθύνεται από το γεγονός ότι όσοι συμμετείχαν στις μελέτες ήταν ασθενείς τελικού σταδίου, με σημαντικά προχωρημένη νόσο ενώ είχαν λάβει αρκετές προηγούμενες θεραπείες.

Τέλος, έχει παρατηρηθεί ότι το όφελος από την ανοσοθεραπεία εκτείνεται αρκετά μετά την διακοπή αυτής της θεραπείας πιθανότατα λόγω της ανάπτυξης ανοσιακής μνήμης που αποτρέπει την επανεμφάνιση καρκινικών κυττάρων.

Ανάλογα φαρμακευτικά σκευάσματα μελετώνται αυτή τη στιγμή σχεδόν σε όλες τις μορφές καρκίνου και αναμένεται να λάβουν έγκριση στο άμεσο μέλλον.

Η ενίσχυση της ανοσολογικής απάντησης του οργανισμού κατά των καρκινικών κυττάρων φαίνεται να είναι η πιο συναρπαστική πρόοδος στην αντιμετώπιση του καρκίνου τα τελευταία χρόνια και παρά το γεγονός ότι πολλά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα έχει ήδη αλλάξει τη θεραπευτική προσέγγιση, ενώ αναμένεται πως τα επόμενα χρόνια, μαζί με τη στοχευμένη θεραπεία, θα αντικαταστήσουν πλήρως την “κλασσική” χημειοθεραπεία σε μια νέα, πολλά υποσχόμενη εποχή αντικαρκινικής θεραπείας.

Είναι μια νέα αρχή, συνοδευόμενη από τεράστιο ενθουσιασμό καθώς πρόκειται για ένα βήμα-ορόσημο και μία “αλλαγή πορείας“ στην αντιμετώπιση ενός νοσήματος υπεύθυνο για περισσότερους από 8 εκατομμύρια θανάτους κάθε χρόνο σε ολόκληρο τον κόσμο.