Γνωστά τα μοναστήρια της Ορθόδοξης Ανατολής από τον 5ο αιώνα, δεν έπαυσαν διαχρονικά να αποτελούν πόλο έλξης και…
εξέδρα προσανατολισμού για τους πιστούς χριστιανούς.

Τα παλαιότερα μοναστήρια ιδρύθηκαν στη δεύτερη Βυζαντινή Περίοδο (961-1204) αφού ήδη από το 1211 μ.Χ., που εγκαταστάθηκαν οριστικά οι Βενετοί στην Κρήτη, τα λειτουργούντα μοναστήρια στήριξαν την Ορθοδοξία και φύλαξαν την εθνική συνείδηση των Κρητών.

Ένα από τα σημαντικότερα εκκλησιαστικά μνημεία της Ανατολικής Κρήτης είναι η ιστορική Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδας Αρετίου.

Το Αρέτι χτίστηκε περίπου στο 1600 ανατολικά από το χωριό Καρύδι, στην επαρχία Μεραμπέλλου του νομού Λασιθίου σε υψόμετρο 530μ. και σε απόσταση έντεκα χιλιομέτρων βορειοανατολικά της Νεάπολης, όταν ο ευγενής τιμαριούχος Μάρκος Παπαδόπουλος αφιέρωσε σε αυτήν αγρούς 40 μουζουριών.

Η Μονή Αρετίου είναι ανδρική και αφιερωμένη στο όνομα της Αγίας Τριάδος, ενώ διοικητικά ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Πέτρας και Χερρονήσου.

H ιστορική πορεία της ξεκινάει στα τέλη του 16ου αιώνα, τότε ακόμα που η Κρήτη βρισκόταν υπό Ενετική κατοχή. Εκείνη την εποχή παρουσιάστηκε σημαντική άνθιση του μοναχισμού στην Κρήτη.

Αυτό αποδίδεται, κατά κύριο λόγο, στην αλλαγή της πολιτικής της Βενετίας απέναντι στους Ορθόδοξους Κρητικούς.

Οι Ενετοί βλέποντας αναπόφευκτη μια τουρκική εισβολή στο νησί ήθελαν να εξασφαλίσουν την υποστήριξη των Κρητικών κι έτσι έκαναν πολλές παραχωρήσεις.

Tο ιστορικό αυτό γεγονός εξηγεί ότι τότε πολλά παλιά μοναστήρια ξαναλειτούργησαν και επιπλέον νέα ιδρύθηκαν, όπως η Μονή Αρετίου, που χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα «περίφημα μοναστήρια, τα οποία ανεφάνησαν κατά τον 16ο αιώνα, όπως σημειώνει σε άρθρο του για την κατάσταση της Εκκλησίας της Κρήτης, ο Αρχιμανδρίτης Χρ. Αγγελιδάκης.

Κατά την Επανάσταση του 1821 οι Τούρκοι του Χουμεριάκου εισέβαλαν στη Μονή καταστρέφοντας και την πλούσια βιβλιοθήκη που διατηρούνταν εκεί από την εποχή της Ενετοκρατίας.

Στην Επανάσταση του 1878 οι ενοικιαστές των κτημάτων της Μονής παρέδιδαν τρόφιμα και άλλα προϊόντα στους επαναστάτες και στους πρόσφυγες.

Το 1881-1882 έγινε μια εκτεταμένη συντήρηση στα κτίρια της Μονής. Και πάλι το 1940 καταστράφηκε από τα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής, για να ανακαινισθεί περίπου στο 2000 από τον Μητροπολίτη Πέτρας και Χερρονήσου Μακαριστό Νεκτάριο και παραδόθηκε ξανά στην λατρεία.

Σχετικά με την προέλευση της ονομασίας της Μονής υπάρχουν πολλές παραδόσεις και έχει γίνει αντικείμενο έρευνας μελετητών. Πάραυτα δεν είμαστε σίγουροι ποια από τις παραδόσεις αντιστοιχεί στην πραγματικότητα δεδομένου ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να συγκλίνουν στη μία ή την άλλη εκδοχή.

Τοπικές παραδόσεις θέλουν το όνομα να προέρχεται από την αδερφή ή τη γυναίκα του ιδρυτή Μάρκου Παπαδόπουλου, την οποία αγαπούσε τόσο πολύ ώστε όταν αυτή πέθανε πρόωρα (ή η αδερφή ή η γυναίκα), ίδρυσε τη Μονή, την αφιέρωσε στη μνήμη της και της έδωσε το όνομά της. Έτσι το όνομα της κοπέλας στη συνείδηση του λαού μετατράπηκε σε ουδέτερο και η Μονή καθιερώθηκε να λέγεται «Αρέτι».

Ο Επίσκοπος Τίτος Ζωγραφίδης δίνει την δική του εκδοχή λέγοντας πως τα δύο αδέρφια, Μάρκος και Αρετή, αποφάσισαν από κοινού την ίδρυση της Μονής και ότι συμφώνησαν να πάρει το όνομα της αδερφής.

Μία άλλη παράδοση θέλει τον ιδρυτή, μόλις τελείωσε η ανέγερση, να ρωτά τον αδερφό του αν του αρέσει κι εκείνος να απαντά «μ’ αρέσει» κι από τις συνεχείς ερωταποκρίσεις να προέκυψε η ονομασία «Αρέτι».

Το “μυστικό” παρεκκλήσι του Οσίου Μακαρίου της Μονής

Δύο ερευνητές ο καθηγητής Γ. Κουρμούλης και ο Στ. Σπανάκης αναφέρουν πως, εκείνη την εποχή οι Μονές όφειλαν το όνομά τους στα κρητικά τοπωνύμια και στους ιδιοκτήτες τους.

Το καθολικό της Μονής, που είναι αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα, βρίσκεται σε κεντρικό σημείο του κτιριακού συγκροτήματος και διασώζει σπάνιες εικόνες και ξυλόγλυπτα ενδεικτικά του μεγαλείου και της ακτινοβολίας της. Νοτιοανατολικά του Καθολικού της μονής βρίσκεται το Παρεκκλήσιο του Αγίου Λαζάρου (το μοναδικό εκκλησάκι του Αγίου Λαζάρου σε όλο το νησί).​

Το Καθολικό της Μονής χωρίζεται από το Ιερό Βήμα με ένα ξυλόγλυπτο επιχρυσωμένο τέμπλο. Δύο ξυλόγλυπτοι αντωποί δράκοντες στην κορυφή του τέμπλου υποβαστάζουν τον Εσταυρωμένο και «τα λυπηρά». Κάτω από αυτά βρίσκεται η ζώνη του Δωδεκαόρτου, χωρισμένη σε ισάριθμα τμήματα με κάθετους σκαλιστούς κιονίσκους που πλαισιώνουν με αψιδωτή επίστεψη τις δώδεκα εικόνες με θέματα: α) Εισόδια της Θεοτόκου, β) Ευαγγελισμός, γ) Γέννηση του Χριστού, δ) Υπαπαντή, ε) Βάπτιση, στ) Βαϊοφόρος, ζ) Σταύρωση, η) Ανάσταση, θ) Ανάληψη, ι) Πεντηκοστή, ια) Μεταμόρφωση και ιβ) Κοίμηση της Θεοτόκου.

Στο μοναστήρι φυλάσσονται σημαντικές εικόνες όπως: η Αγία Τριάδα, η Παναγία ως Κυρία των Αγγέλων και η Πεντηκοστή (στο τέμπλο του Καθολικού), ο Άγιος Νικόλαος, ο Επιτάφιος Θρήνος, η Κοίμηση της Θεοτόκου, ο Ευαγγελισμός, η Ανάσταση του Λαζάρου, ο Άγιος Ευλάμπιος και η Αγία Ευλαμπία και άλλες, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως εικόνες «ακραιφνούς κρητικής τεχνοτροπίας».