Ο Κάρολος Ντίκενς, ορθότερα Τσάρλς Ντίκενς (Charles Dickens, 7 Φεβρουαρίου 1812 – 9 Ιουνίου 1870) υπήρξε ένας από τους πιο…
διάσημους Άγγλους μυθιστοριογράφους. Θεωρείται ένας από τους καλύτερους συγγραφείς της Βικτωριανής Εποχής (19ος αιώνας).

Πολλά από τα μυθιστορήματά του, με το έντονο ενδιαφέρον που παρουσίαζαν για την κοινωνική μεταρρύθμιση, εμφανίστηκαν αρχικά στα περιοδικά σε συνέχειες, κάτι που εκείνη την εποχή ήταν πολύ διαδεδομένο. Σε αντίθεση με άλλους συγγραφείς, οι οποίοι ολοκλήρωναν τα μυθιστορήματά τους πριν τα εκδώσουν σε συνέχειες, ο Κάρολος Ντίκενς έγραφε το μυθιστόρημά του και το εξέδιδε συγχρόνως σε συνέχειες. Η πρακτική αυτή προσέδωσε στις ιστορίες του ένα συγκεκριμένο ρυθμό, ο οποίος τονιζόταν από δραματικές στιγμές με αποτέλεσμα το κοινό να περιμένει με ανυπομονησία τη συνέχεια του μυθιστορήματος. Η συνεχής δημοτικότητα των μυθιστορημάτων και των μικρών ιστοριών του είναι τέτοια που δε σταμάτησαν ποτέ να εκδίδονται.

Ακριβώς σε αυτήν την κοινωνική ματιά του Ντίκενς εστιάζει το απόσπασμα από την εισήγηση στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος για τον εορτασμό των 200 ετών από τη γέννηση του Ντίκενς, με θέμα “Κοινωνική κριτική χωρίς την εργατική τάξη;”, το οποίο παραθέτουμε.

Μπορεί ο Μαρξ να εγκωμίαζε τον ρεαλισμό των έργων του Ντίκενς, που «οι εύγλωττες σελίδες του έχουν προσφέρει πολύ περισσότερες αλήθειες από όλους μαζί τους επαγγελματίες πολιτικούς», ωστόσο ο Λένιν έβρισκε αφόρητο τον «συναισθηματικό μεσοαστισμό» του, ο Τσέστερτον έβλεπε στο πρόσωπό του έναν νοσταλγό του Μεσαίωνα, ενώ ο μαρξιστής συγγραφέας Τόμας Άλφρεντ Τζάκσον τον αναγνώρισε με πρόχειρη ευκολία σαν «προλεταριακό» συγγραφέα.

Ο τρόμος που ένιωσε ο Ντίκενς για τη φτώχεια στην οποία βρέθηκε και ο ίδιος για ένα διάστημα, η ενστικτώδης ταύτιση και συμπόνια που ένιωσε, διαμόρφωσαν σε σημαντικό βαθμό τον άξονα των γραπτών του που θα ακολουθήσουν. Έγραφε ασταμάτητα, με το άγχος της επιβίωσης, και γρήγορα κατάφερε να γίνει ο πρώτος, ουσιαστικά, συγγραφέας που μπορούσε να ζήσει από τη δουλειά του: μυθιστορήματα, διηγήματα, δημοσιογραφία… Η τεχνική της γραφής του Ντίκενς (έγραφε τα μυθιστορήματά του σε συνέχειες, που κυκλοφορούσαν σε περιοδικά), μια τεχνική που στην πραγματικότητα επινόησε ο ίδιος, του πρόσφερε τη δυνατότητα να προσεγγίσει ένα πολύ ευρύτερο, λαϊκό ακροατήριο

Ο Τζορτζ Όργουελ, ο συγγραφέας του «1984», της κλασικής αλληγορίας «Η φάρμα των ζώων» για τον σταλινισμό, του αυτοβιογραφικού «Φόρος τιμής στην Καταλωνία», γράφει στα 1939 την άποψή του για τον Ντίκενς σε ένα εκτενές δοκίμιο που συμπεριλήφθηκε στη συλλογή «Decline of the english murder and other essays» -στα ελληνικά κυκλοφορεί με τον τίτλο «Κάρολος Ντίκενς», σε μετάφραση Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, από τις εκδόσεις Υψιλον. Απορρίπτοντας την άποψη του «προλεταριακού» συγγραφέα, ο Όργουελ αναγνώρισε στην περίπτωση του Ντίκενς έναν εκφραστή της μεσαίας τάξης (πολύ αργότερα ο Τέρι Ιγκλετον θα επισημάνει με μεγαλύτερη οξυδέρκεια ότι ο Ντίκενς προέρχεται από την πιο αντιφατική κοινωνική ομάδα, το κατώτερο τμήμα της μεσαίας τάξης, και κουβαλούσε σε όλη του τη ζωή τις αντιφάσεις της).

Ωστόσο ο Ντίκενς αντιμετώπιζε μονίμως με καχυποψία τους «αιμοδιψείς» επαναστάτες που είχαν θέσει ως στόχο της ζωής τους την αλλαγή της καθεστηκυίας τάξης. Παρά το γεγονός ότι ελάχιστοι περιέγραψαν με τέτοια ρεαλιστική σαφήνεια εικόνες της «χαμοζωής», στο έργο του πάντα κυριαρχεί το στοιχείο της ατομικής καλοσύνης προκειμένου ο κόσμος μας «να γίνει καλύτερος»…

Τα χρόνια που διαμόρφωσαν τον Ντίκενς συμπίπτουν με την πιο καθοριστική περίοδο του καπιταλιστικού μετασχηματισμού, τον οποίο μάλιστα θα βιώσει στο παγκόσμιο επίκεντρό του, το μητροπολιτικό Λονδίνο: Όταν ο Ντίκενς άρχισε να γράφει, οι συγκοινωνίες διεξάγονταν παντού με άμαξες, στον Λονδίνο έφτανε ακόμη ο απόηχος της ηρωικής δράσης αλλά και της απώλειας του Μπάιρον στην ελληνική επανάσταση, στα 1833 καταργείται η δουλεία στις βρετανικές αποικίες, ενώ λίγες δεκαετίες αργότερα είχε καθιερωθεί πια ο σιδηρόδρομος, οι εταιρείες βρίσκονται εισηγμένες στο χρηματιστήριο, με τη συνακόλουθη κερδοσκοπία, οι συνδικαλιστικές διεκδικήσεις είναι στο προσκήνιο -στην πραγματικότητα ο Ντίκενς ποτέ δεν είδε με συμπάθεια τον συνδικαλισμό των εργατών.

Ήταν η εποχή που ο πρωθυπουργός Ντισραέλι μιλούσε για τον διχασμό της Αγγλίας σε «δύο χώρες», την Αγγλία των πλούσιων και την Αγγλία των πληβείων. Η οικογένεια του ίδιου του Ντίκενς είχε άμεση και πικρή εμπειρία από αυτή την κοινωνική σύγκρουση. Μετακόμιζαν συχνά για να ξεφεύγουν από τους πιστωτές τους και τελικά ο πατέρας του Ντίκενς φυλακίστηκε για χρέη, με αποτέλεσμα η οικογένεια να χωριστεί…

Ο τρόμος που ένιωσε ο Ντίκενς για τη φτώχεια στην οποία βρέθηκε και ο ίδιος για ένα διάστημα, η ενστικτώδης ταύτιση και συμπόνια που ένιωσε, διαμόρφωσαν σε σημαντικό βαθμό τον άξονα των γραπτών του που θα ακολουθήσουν. Έγραφε ασταμάτητα, με το άγχος της επιβίωσης, και γρήγορα κατάφερε να γίνει ο πρώτος, ουσιαστικά, συγγραφέας που μπορούσε να ζήσει από τη δουλειά του: μυθιστορήματα, διηγήματα, δημοσιογραφία…

Η τεχνική της γραφής του Ντίκενς (έγραφε τα μυθιστορήματά του σε συνέχειες, που κυκλοφορούσαν σε περιοδικά), μια τεχνική που στην πραγματικότητα επινόησε ο ίδιος, του πρόσφερε τη δυνατότητα να προσεγγίσει ένα πολύ ευρύτερο, λαϊκό ακροατήριο.

Στα 1834 εισάγεται η μεταρρύθμιση της νομοθεσίας για την αντιμετώπιση της φτώχειας, ώστε η «πρόνοια» να γίνει όσο το δυνατόν πιο δυσάρεστη για τους «τεμπέληδες» -ο Ντίκενς θα γίνει μέσα από τα έργα του σφοδρός πολέμιος αυτής της νομοθεσίας («Όλιβερ Τουίστ»).

Η ιδεολογία του ωφελιμισμού που κυριαρχεί την εποχή εκείνη και συμπυκνώνεται στο περίφημο «Donothingism» προσαρμόζει κατά το δοκούν ακόμη και τα ευαγγελικά κηρύγματα: Η κοινωνική ανισότητα θεωρείται μέρος του θεϊκού σχεδίου, στο οποίο δεν πρέπει να αντιταχθούμε. Ένα παιδί που θα γεννηθεί μέσα στην «αμαρτία» της φτώχειας θα κληρονομήσει αυτή την αμαρτία, είναι αδύνατον να ξεφύγει από την προκαθορισμένη κοινωνική «ευταξία» -ο Καρλάιλ, πνευματικός πατέρας του Ντίκενς, ήταν ήδη σφοδρός πολέμιος αυτών των αντιλήψεων.

Οι πληβειακοί χαρακτήρες στα έργα του Ντίκενς συνήθως δεν έχουν ολοκληρωμένη προσωπικότητα, είναι απλές φιγούρες, ωστόσο ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζουν τον εαυτό τους, η ιδιωματική χρήση της γλώσσας, τους δίνει ζωή.

Κατά τη δεκαετία του ’30, όταν ο Όργουελ γράφει το δοκίμιό του, ο Ντίκενς έχει «εξοριστεί» από τον επίσημο «κανόνα» της βρετανικής λογοτεχνίας και μπορεί να θεωρηθεί ότι το δοκίμιο που γράφει ο συγγραφέας του «1984» έχει διπλό στόχο, αφενός την απόρριψη του «προλεταριακού» προφίλ του Ντίκενς που ορισμένοι φιλοτεχνούσαν εκείνη την εποχή, αφετέρου την επανεισαγωγή και την αποκατάστασή του στο προσκήνιο…

Και πράγματι τις δεκαετίες του ’40 και του ’50 ο Ντίκενς γνώρισε τη λογοτεχνική αποκατάσταση, με τη συμβολή μελετητών όπως ο Έντμουντ Γουίλσον. Αυτή η επανεκτίμηση συνεχίστηκε έως το τέλος του εικοστού αιώνα, καθώς ιστορικοί και κριτικοί εκπονούν μελέτες πάνω στην εξέλιξη του βικτωριανού καπιταλισμού, μολονότι αναγνωρίζουν ότι ο ίδιος ο Ντίκενς δεν είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πολιτική.

Δεν υπάρχει, γράφει ο Όργουελ, η έννοια της ιστορικής αναγκαιότητας στο έργο του Ντίκενς. Γράφει χαρακτηριστικά: «Κανένας συγγραφέας δεν θα μπορούσε να συνδυάσει τέτοια έλλειψη στόχων με τόσο μεγάλη ζωντάνια».

Η αδυναμία του Ντίκενς, και ταυτόχρονα η δύναμή του, γίνεται φανερή στην τάση του να παρασύρεται σε συναισθηματισμούς. Στην περίφημη «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» (1843) βλέπουμε τον άκαρδο και τσιγκούνη Σκρουτζ, από οπαδό του Μάλθους και της εξολόθρευσης των φτωχών, να μετατρέπεται τελικά σε γενναιόδωρο ευεργέτη τους…

«Τάσσεται στο πλευρό των αδύναμων», γράφει ο Οργουελ, αλλά «αν ακολουθήσει κανείς αυτή τη στάση έως τη λογική της συνέπεια, σημαίνει ότι πρέπει να αλλάζει θέση όταν ο καταπιεσμένος γίνεται καταπιεστής, και πράγματι ο Ντίκενς τείνει να το κάνει. Μισεί, λόγου χάρη, την Καθολική Εκκλησία, αλλά, όταν οι Καθολικοί γίνονται αντικείμενο καταδίωξης, βρίσκεται στο πλευρό τους. Μισεί ακόμη περισσότερο την αριστοκρατική τάξη, αλλά, όταν η αριστοκρατία ανατρέπεται ριζικά (βλ. το «Ιστορία δύο πόλεων»), οι συμπάθειές του μεταστρέφονται. Όποτε απομακρύνεται από αυτή τη συγκινησιακή στάση, ξεστρατίζει και χάνεται».

Ο «ώριμος» Ντίκενς είναι λιγότερο πεπεισμένος ότι το άτομο μπορεί να υπερισχύσει απέναντι σε μια κοινωνία πιο μηχανιστική, όπως αυτή που γνωρίζει πλέον ο ίδιος. Για παράδειγμα το τελευταίο ολοκληρωμένο μυθιστόρημα του Ντίκενς, «Ο κοινός μας Φίλος» (1865), δείχνει τη φιλανθρωπία σαν μια επιχείρηση και τα ορφανά να κινδυνεύουν να καταλήξουν εμπορεύσιμα αγαθά.

Ο Όργουελ θεωρούσε πως ο Ντίκενς είναι ένας συγγραφέας που οι πάντες έχουν ιδιοποιηθεί «καθολικοί, μαρξιστές και κυρίως συντηρητικοί». Στα τέλη του 19ου αιώνα ήρθαν στο προσκήνιο οι Ρώσοι συγγραφείς, οι οποίοι θεωρήθηκαν ανώτεροι λογοτεχνικά του Ντίκενς. Εκείνοι όμως είχαν διαφορετική γνώμη: Ο Τουργκένιεφ επαινούσε τον Ντίκενς, ενώ ο Τολστόι έλεγε γι’ αυτόν: «Όλοι οι χαρακτήρες του είναι προσωπικοί μου φίλοι, συνεχώς τους συγκρίνω με αληθινά πρόσωπα, με τόση ζωντάνια τους έχει γράψει». Ακόμη και ο Ντοστογιέφσκι επηρεάστηκε από συγκεκριμένους χαρακτήρες του Άγγλου συγγραφέα…

 Πηγή