Γράφει ο  Δημήτρης Α. Μπιλάλης, MBBCH MMedSc CCST FRCOG, Μαιευτήρας Χειρουργός Γυναικολόγος

Η κολπική ξηρότητα μπορεί να επηρεάσει τις γυναίκες όλων των ηλικιών, αν και εμφανίζεται… πιο συχνά κατά τη διάρκεια της εμμηνόπαυσης, καθώς τότε μειώνονται δραματικά τα επίπεδα των οιστρογόνων.

Τα οιστρογόνα είναι ορμόνες που επιτρέπουν στον κόλπο να παράγει μια βλέννα, η οποία είναι σημαντική για τη λίπανση του κόλπου. Επίσης, η βλέννα αυτή προφυλάσσει τη γυναίκα από λοιμώξεις του κόλπου και του ουροποιητικού συστήματος. Εκτός από τις γυναίκες που βρίσκονται στην εμμηνόπαυση, παρόμοια συμπτώματα κολπικής ξηρότητας, λόγω της μείωσης των οιστρογόνων, έχουν αρκετές από τις γυναίκες που θηλάζουν, άλλες σε μικρότερο και άλλες σε μεγαλύτερο βαθμό.

Εκτός από τη μείωση των οιστρογόνων, άλλα αίτια για την ξηρότητα του κόλπου είναι η λήψη φαρμάκων και οι κολπικές λοιμώξεις. Για παράδειγμα, η μακροχρόνια χρήση αντικαταθλιπτικών φαρμάκων ή αντισυλληπτικών χαπιών επιδρά αρνητικά στις υγιείς κολπικές εκκρίσεις, καθώς μπορούν να στεγνώσουν τις βλεννώδεις μεμβράνες.

Ένα σύνηθες λάθος και οι επιπτώσεις

Ένα λάθος που κάνουν συχνά πολλές γυναίκες, είναι πως χρησιμοποιούν κοινά σαπούνια για τον καθαρισμό της γεννητικής περιοχής ή υποβάλλονται σε επαναλαμβανόμενες ενδοκολπικές πλύσεις χωρίς να υπάρχει σαφής ιατρική ένδειξη. Όμως, ο κόλπος είναι ένα κλειστό, «αυτοκαθαριζόμενο» σύστημα και οτιδήποτε διαταράσσει σημαντικά την ισορροπία του μπορεί να έχει μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες. Και αυτό γιατί ουσίες εχθρικές προς τον κόλπο (όπως το κοινό σαπούνι), με λάθος pH ή ισχυρούς αντιμικροβιακούς παράγοντες, μπορούν να επηρεάσουν τη φυσική ισορροπία του κόλπου και να οδηγήσουν σε κολπίτιδα.

Η κολπίτιδα είναι η φλεγμονή του κόλπου που δημιουργείται όταν κάποια μικρόβια που φυσιολογικά αποτελούν τη χλωρίδα του κόλπου, αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται σε παθολογικά επίπεδα (π.χ. μυκητιασική κολπίτιδα) ή όταν ο κόλπος χάνει τις φυσικές άμυνές του και γίνεται ευάλωτος σε ξένους μικροοργανισμούς (π.χ. μυκόπλασμα). Μία μυκητιασική ή βακτηριακή κολπίτιδα μπορεί να προκαλέσει κολπική ξηρότητα, καθώς και άλλα ενοχλητικά συμπτώματα, όπως κνησμός, κάψιμο, ελαφριά αιμορραγία κατά τη σεξουαλική επαφή ή αίσθηση συχνοουρίας.

Η αντιμετώπιση

Εάν η κολπική ξηρότητα είναι κάτι που σας ταλαιπωρεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνετε, είναι μια πλήρης γυναικολογική εξέταση. Θα πρέπει να κάνετε μια εξέταση αίματος, για να ελεγχθούν τα επίπεδα των ορμονών που καθορίζουν την ομαλή λειτουργία του αναπαραγωγικού συστήματος, και μία πλήρη καλλιέργεια κολπικού υγρού για να διευκρινιστεί εάν έχετε κάποια μόλυνση ή όχι. Προσοχή στον τρόπο με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί η κολπική εξέταση, καθώς η σωστή λήψη του κολπικού εκκρίματος έχει μεγάλη σημασία.

Εάν το πρόβλημα είναι ορμονικής προέλευσης, θα συζητήσετε με το γιατρό σας όλες τις εναλλακτικές μορφές αντιμετώπισης του προβλήματος που υπάρχουν. Η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει κλασική θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης, θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης με βιοπανομοιότυπες ορμόνες, τοπική χρήση ειδικών σκευασμάτων με ή χωρίς ορμόνες κ.ά. Αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι η ανακούφιση των συμπτωμάτων με εξατομίκευση και με γνώμονα την ασφάλεια της ασθενούς.

Εάν έχετε κάποια λοίμωξη, η λήψη φαρμακευτικής αγωγής από το στόμα ή τοπικά θα μπορέσει να αποκαταστήσει την κολπική ισορροπία και το pH. Ανάλογα με τη σοβαρότητα της κατάστασης, η θεραπεία μπορεί να είναι απλή ή πιο σύνθετη και μπορεί να περιλαμβάνει συνδυασμό μεθόδων της κλασικής ιατρικής με την ομοιοπαθητική.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η λύση μπορεί να είναι ακόμα πιο απλή και να πρέπει απλά να χρησιμοποιήσετε ειδικά λιπαντικά του κόλπου, τα οποία δεν χρειάζονται συνταγή ή παρακολούθηση από γιατρό. Είναι αποτελεσματικά και μπορούν να αποκαταστήσουν την υγρασία του κόλπου.

Σε κάθε περίπτωση, είναι σημαντικό πρώτα να κάνετε τις απαραίτητες εξετάσεις για να διευκρινιστεί αν έχετε κάποια λοίμωξη ή αν πρόκειται για ορμονική ανισορροπία. Ο γυναικολόγος σας έχει πλέον στη διάθεσή του πολλά χρήσιμα εργαλεία για την καταπολέμηση της κολπικής ξηρότητας, που κάνουν δυνατό το σχεδιασμό ενός αποτελεσματικού, προσωπικού πλάνου θεραπείας, με σεβασμό στις ανάγκες κάθε ασθενούς.