Το τριμελές Εφετείο απέρριψε ομόφωνα τη Δευτέρα την έφεση κατά της καταδικαστικής απόφασης του Κακουργιοδικείου εναντίον των…
τεσσάρων καταδικασθέντων Έλενας Σκορδέλη, Τάσου Κρασοπούλη, Γρηγόρη Ξενοφώντος και Ανδρέα Γρηγορίου, για την υπόθεση της δολοφονίας του Διευθύνοντος Συμβούλου του Εκδοτικού Οίκου «Δίας», Άντη Χατζηκωστή, στις 11 Ιανουαρίου του 2010, έξω από το σπίτι του.

Με την απόφασή του το Εφετείο υιοθέτησε πλήρως την πρωτόδικη προσέγγιση, ως απάντηση στα παράπονα που διατυπώθηκαν ενάντια της πρωτόδικης απόφασης του Κακουργιοδικείου, σημειώνοντας ότι με κανένα τρόπο δεν ευσταθεί η όποια εισήγηση ότι η δίκη δεν υπήρξε δίκαιη για τους εφεσίοντες.

Υπενθυμίζεται ότι οι τέσσερις καταδικασθέντες προσέβαλαν, μέσω των δικηγόρων υπεράσπισης, την πρωτόδικη απόφαση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, επικαλούμενοι νομικά σφάλματα και κακή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.

Η διαδικασία της έφεσης πραγματοποιήθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο στις 16 και 17 Μαρτίου, με σκοπό την αναίρεση της πρωτόδικης απόφασης και την εκ νέου εξέτασή της, για ορθότερη απόφαση.

Απόφαση του Εφετείου

Η Δικαστής Τάσια Ψαρά – Μιλτιάδου, διαβάζοντας την απόφαση, ανέφερε ότι οι λόγοι που εξέτασε το Εφετείο ήταν η αξιοπιστία της μαρτυρίας του βασικού μάρτυρα κατηγορίας, Φάνου Χατζηγεωργίου, η αξιοπιστία των διαφόρων μαρτύρων στην υπόθεση, οι θέσεις για πλημμελή ανακριτικό έργο, καθώς και αν υπήρξε πλημμελής απονομή δικαιοσύνης, λόγω παραλείψεων ή και κακής δικηγορίας-υπεράσπισης.

Όπως ανέφερε η κ. Ψαρά – Μιλτιάδου, το Εφετείο θεωρεί εντελώς άδικες τις κατηγορίες που προσάπτουν οι συνήγοροι υπεράσπισης κατά της διαδικασίας που ακολουθήθηκε και στις ενδιάμεσες αποφάσεις του Κακουργιοδικείου, όπως και εν γένει τη μεταχείριση των εφεσιόντων κατά πάντα χρόνο στη δίκη και στην παροχή κάθε δυνατότητας σε αυτούς να παρουσιάσουν την υπόθεσή τους, με τον τρόπο που επιθυμούσαν.

“Το ίδιο”, είπε, “ισχύει βέβαια για την εν τέλει κατάληξη του Κακουργιοδικείου, για τη στοιχειοθέτηση του κατηγορητηρίου, το οποίο στήριζε απόλυτα η μαρτυρία που πρωτοδίκως κρίθηκε αξιόπιστη και αποδεκτή”.

Σε ό,τι αφορά τους λόγους έφεσης σε σχέση με την αξιοπιστία της μαρτυρίας του βασικού μάρτυρα κατηγορίας, Φάνου Χατζηγεωργίου, το Εφετείο μελετώντας την εκκαλούμενη απόφαση έχει αντιληφθεί και επιβεβαιώσει πως “το Κακουργιοδικείο ήταν πλήρως ενήμερο και είχε πλήρη συναίσθηση ως προς την ιδιαίτερη προσοχή και επιφύλαξη, με την οποία θα έπρεπε να προσεγγίσει το μάρτυρα αυτό”.

Επίσης, ανέφερε ότι τα όσα έχουν αναφερθεί από τους συνηγόρους υπεράσπισης των εφεσιόντων στην προσπάθεια να πείσουν για την “πλημμέλεια” στο έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου δεν είχαν τέτοια δυναμική, ώστε να ανατρέψουν το συμπαγές και συγκροτημένο βάθρο σκέψης και διεργασίας του Κακουργιοδικείου, το οποίο όπως παρατήρησε, εξάντλησε κάθε αντικειμενικό και υποκειμενικό συσχετισμό περί του αντιθέτου από τους τότε δικηγόρους υπεράσπισης, ώστε να καταλήξει στο εύρημα της αξιοπιστίας του Φάνου Χατζηγεωργίου.

Για την αξιοπιστία των διάφορων μαρτύρων στην υπόθεση, αναφέρθηκε πως το πρωτόδικο δικαστήριο προέβη “με πλήρη σεβασμό και και υπερβολική σχολαστικότητα” σε ανάλυση των θέσεων, ενστάσεων, επιχειρημάτων και αμφιβολιών της υπεράσπισης.

“Μάλιστα η ενασχόληση του Κακουργιοδικείου με τόσες λεπτομέρειες σε απάντηση θέσεων της υπεράσπισης, ως προς την αντιμετώπιση του καθενός των μαρτύρων ήταν τέτοια, ώστε εκτός του μέρους της απόφασης που αφορούσε τον Φάνο Χατζηγεωργίου, χρειάστηκαν ακόμη δεκάδες σελίδες, για να αναλυθούν οι άλλοι μάρτυρες (Προεστός, Ζαβράντωνας, Πεντότζιη, Ανδονίκου κ.α) και να γίνει η ανάλογη κατάταξη τους, ως θετική ή αρνητική”.

Σε σχέση με τους λόγους έφεσης, που αφορούν το ανακριτικό έργο και την “πλημμέλεια του έργου των ανακριτικών αρχών”, η κ. Ψαρά – Μιλτιάδου τόνισε εμφαντικά ότι το Εφετείο δεν θα είχε κανέναν απολύτως δισταγμό να ακυρώσει καταδίκη, εάν η δράση των Διωκτικών Αρχών ήταν “μολυσμένη από αλλότρια κίνητρα και αθέμιτες συναλλαγές”.

Το τριμελές Εφετείο παρατηρεί, μέσα από την απόφασή του, ότι “η Αστυνομία ενήργησε ευθύς μετά το έγκλημα με ισόρροπη φροντίδα για εξιχνίαση του εγκλήματος και για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των υπόπτων”, τονίζοντας ότι δεν έχει καμιά αμφιβολία ότι υπήρξε οποιαδήποτε αθέμιτη παρέμβαση προς το μάρτυρα Φάνο Χατζηγεωργίου και ότι το ανακριτικό έργο υπήρξε άψογο από όλες τις απόψεις.

Αναφορικά με το αν υπήρξε “πλημμελής απονομή δικαιοσύνης”, λόγω παραλείψεων ή και κακής δικηγορίας-υπεράσπισης, η απόφαση του Εφετείου αναφέρει ότι “για να μιλούμε για κακοδικία, λόγω έκδηλα κακής δικηγορίας πρέπει πρώτα να αποδειχθεί ένα λάθος και μετά να κριθεί αν πρόκειται για θεμελιακό ή μη”.

“Δεν έχουμε πεισθεί εν προκειμένω ότι πρόκειται καν για λάθος”, σημείωσε η κ. Ψαρά – Μιλτιάδου διαβάζοντας την απόφαση.

Να ξανανοίξει ο φάκελος της υπόθεσης ζητά η οικογένεια των αδερφών Σκορδέλη – Κρασοπούλη

Στο μεταξύ, σε ανακοίνωσή της η οικογένεια των αδερφών Σκορδέλη – Κρασοπούλη εκφράζει την απογοήτευση και τη μη ικανοποίησή της από την απάντηση του Εφετείου στους λόγους της έφεσης, ανακοινώνοντας, παράλληλα, ότι θα προσφύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπου όπως αναφέρουν, θα έχουν μια πιο δίκαιη αντιμετώπιση.

“Ζητήσαμε αθώωση ή τουλάχιστον το λιγότερο που θα μπορούσαν να διατάξουν οι Εφέτες είναι η επανεκδίκαση της υπόθεσης. Υπάρχει μαρτυρία που αθωώνει τον Τάσο Κρασοπούλη και την Ελένα Σκορδέλη και την οποία δεν άφησαν οι δικαστές του Κακουργιοδικείου να ακουστεί στο Δικαστήριο. Με τις εξελίξεις αυτές ζητούμε από τον Γενικό Εισαγγελέα και τους αρμόδιους φορείς να ξανανοίξουν την υπόθεση και να γίνει επανεκδίκαση. Ζητούμε να ακουστεί η μαρτυρία, η οποία ανατρέπει την απόφαση του Κακουργιοδικείου”, αναφέρει η οικογένεια.

Απόφαση καταδίκης των τεσσάρων

Το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, μέσω της σύνθεσης του, που αποτελείτο τότε από τους Χάρη Σολομωνίδη, Νικόλαο Σάντη και Νίκο Γιαπανά, καταδίκασε τους Έλενα Σκορδέλη, Τάσο Κρασοπούλη, Γρηγόρη Ξενοφώντος και Ανδρέα Γρηγορίου σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία του Άντη Χατζηκωστή, η οποία διαπράχθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 2010, έξω από το σπίτι του.

Η πρωτόδικη διαδικασία ολοκληρώθηκε στις 13 Ιουνίου του 2013, με την απόφαση του Κακουργιοδικείου.

Πηγή