Όπως έχουμε επισημάνει και σε προγενέστερες παρεμβάσεις μας το αστικό κατεστημένο της Ε.Ε. όχι μόνο εκμεταλλεύτηκε….
την καπιταλιστική κρίση για να ενοποιήσει οικονομικά σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό τα κράτη μέλη της Ε.Ε., αλλά «τρέχει» και τη διαδικασία ενοποίησης του τόσο αποφασιστικού τομέα της Άμυνας/Ασφάλειας. Τόσο «ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας», όσο και η προβολή του «ρωσικού κινδύνου» αποτελούν τα απαραίτητα προσχήματα για να προχωρήσει η πολιτική ενοποίηση της Ε.Ε., με γερμανική σφραγίδα και έντονα τα στοιχεία του μιλιταρισμού, του ολοκληρωτισμού και του πολεμικού παροξυσμού, με πεδίο δράσης το παγκόσμιο χωριό.
Φέρνοντας στο ευρωπαϊκό προσκήνιο, 71 χρόνια μετά την λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, την ανάγκη προετοιμασίας για διακρατική σύγκρουση, με έντονα τα στοιχεία της προσφοράς «προστασίας» σε γειτονικές χώρες και αντιμετώπισης των ασύμμετρων απειλών! Με την Ε.Ε. οικονομικό-πολιτικό εκκρεμές μεταξύ ΗΠΑ-Ρωσίας, να γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνη για τους λαούς και πρώτα απ’ όλα για την ευρωπαϊκή εργατική τάξη και τους πρόσφυγες, ακριβώς γιατί διεκδικεί την απεξάρτηση της από τις δύο ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, αναλαμβάνοντας η ίδια διευρυμένο παγκόσμια παρεμβατικό ρόλο! Από τη Μέση Ανατολή και την Αφρική, μέχρι τον Καύκασο, την Ανατολική Ευρώπη και τη Βαλτική.

Έτσι λοιπόν βλέπουμε ότι ο γερμανικός ιμπεριαλισμός γυρνά σελίδα και από την εποχή Σρέντερ, όπου η εναντίωση στην Αμερικανοβρετανική εισβολή στο Ιράκ (2003) ώθησε στη βελτίωση των σχέσεων με την Ρωσία η οποία αναγορεύτηκε σε βασικό ενεργειακό προμηθευτή (κατασκευή αγωγού North Stream κλπ), φτάσαμε στην εποχή Μέρκελ καθώς -όπως γράφει η Die Welt – η ομοσπονδιακή κυβέρνηση προβαίνει εκ νέου σε μια θεμελιώδη στρατηγική τοποθέτηση με την νέα «Λευκή Βίβλο». Παρανομαστής της πολεμικής αυτής στρατηγικής είναι ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός της εποχής μας, ο παγκοσμιοποιημένος πόλεμος εναντίον του κόσμου της εργασίας – στην ιμπεριαλιστική περιφέρεια αλλά και τις καπιταλιστικές μητροπόλεις-, η ένταση των ενδοιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, η αδίστακτη επέλαση των πολυεθνικών όπως σηματοδοτείται από τις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου ΤΤΙΡ μεταξύ Ε.Ε. και ΗΠΑ, ο σύγχρονος ενεργειακός πόλεμος που εκτός των άλλων χαρακτηρίζεται από την επιχείρηση ενεργειακής απεξάρτησης της Ε.Ε. από την Ρωσία του Πούτιν.

Η νέα Λευκή Βίβλος (η προηγούμενη εγκρίθηκε το 2006), δηλαδή ο υπέρτατος οδηγός για τη λήψη αποφάσεων πολιτικής ασφάλειας, η οποία καταρτίστηκε από το Υπουργείο Άμυνας με τη συνδρομή και άλλων πολιτικών υπηρεσιών που σχετίζονται με την ασφάλεια, εντοπίζει ανάμεσα στα δέκα σημαντικά ζητήματα για την ασφάλεια της Ομοσπονδιακής Γερμανίας την Ισλαμική Τρομοκρατία, τις επιθέσεις στην ψηφιακή επικοινωνία, την Ρωσία υπό την εξουσία του Βλαντίμιρ Πούτιν και τον εσωτερικό εθνικισμό. Μάλιστα για την Ρωσία, η γερμανική εφημερίδα τονίζει ότι «Η Ρωσία δεν είναι πλέον εταίρος, αλλά ένας αντίπαλος. Από τα γεγονότα στην Κριμαία και στην Ανατολική Ουκρανία αναδύεται η προθυμία της να επιβάλλει τα δικά της συμφέροντα με τη χρήση βίας και τα εγγυημένα από το διεθνές δίκαιο σύνορα τα μετακινεί μονομερώς. Το ζήτημα της ειρήνης με τη Ρωσία μετά τον Ψυχρό Πόλεμο παραμένει ακόμη ανοικτό». Τέλος, καταγράφεται το παγκόσμιο ενδιαφέρον αφού «η Γερμανία επιθυμεί να συμμετέχει έγκαιρα, αποφασιστικά και ουσιαστικά ως ηγέτιδα δύναμη στις διεθνείς διαμάχες, να αναλάβει ευθύνη και να αξιώσει την ηγεσία»!

Το τελικό κείμενο της Λευκής Βίβλου, μια εργασία 80 σελίδων βρίσκεται στο στάδιο της ολοκλήρωσης και πρόκειται να εγκριθεί άμεσα από το Υπουργικό Συμβούλιο, το αργότερο εντός του Ιουνίου. Ο χρόνος δεν είναι καθόλου τυχαίος. Η Φωτεινή Μπέλλου, Επίκουρη Καθηγήτρια, στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, γράφει στην Έκθεση (περίοδο Μαρτίου-Απριλίου 2016), της Έδρας Στρατηγικών Σπουδών ΓΕΕΘΑ Θουκυδίδης, σχετικά με τα όσα αναμένεται να συμβούν φέτος το καλοκαίρι:

«Ενόψει των δυο σημαντικών συνόδων κορυφής το καλοκαίρι, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (Βρυξέλλες, 28-29 Ιουνίου) και του ΝΑΤΟ (Βαρσοβία, 8-9 Ιουλίου), διεξάγονται συνεχείς διαβουλεύσεις μεταξύ των δυο φορέων και των κρατών μελών τους σχετικά με τον τρόπο που θα διατυπωθούν οι νέες στρατηγικές κατευθυντήριες γραμμές για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Η Ε.Ε. θα ανακοινώσει την «Παγκόσμια Στρατηγική» της, ενώ η Νατοϊκή Συμμαχία αναμένεται να επαναδιατυπώσει το πλαίσιο θωράκισης των κρατών μελών της ενόψει των εξελισσόμενων «υβριδικών απειλών» από κρατικούς και μη κρατικούς δρώντες. Παράλληλα, αναμένεται να διευκρινιστούν, ίσως, και τα επίπεδα συνεργασίας και καταμερισμού δράσεων με την Ε.Ε. στα ζητήματα ασφάλειας και άμυνας.

Τουλάχιστον τρείς είναι οι παράμετροι που δείχνουν να επηρεάζουν το μέλλον της ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Η πρώτη εστιάζει στην παραδοχή, και από τους δύο φορείς, ότι τα ζητήματα της εδαφικής ακεραιότητας των κρατών μελών και της ασφάλειας των ευρωπαίων πολιτών έχουν επιστρέψει στην ημερήσια διάταξη του στρατηγικού και επιχειρησιακού σχεδιασμού. Στα ζητήματα της εδαφικής ακεραιότητας, η Συμμαχία διατηρεί την καθοριστική πρωτοκαθεδρία ως οργανισμός συλλογικής άμυνας, ενισχυμένη περαιτέρω και από την αυξανόμενη στρατιωτική συνεργασία με ευρωπαϊκά κράτη μη μέλη της. Από την άλλη μεριά, η ασφάλεια των ευρωπαίων πολιτών και της καθημερινότητάς τους δεν είναι καθόλου ασύνδετη με την ανάγκη για τη δημιουργία «ανθεκτικών» κοινωνιών που θα παραμένουν αλώβητες από ενδεχόμενες «υβριδικές απειλές». Σε αυτό το πλαίσιο, μία μεγαλύτερη συνεργασία της Ε.Ε. με το ΝΑΤΟ θεωρείται αδιαμφισβήτητη και εξαιρετικά απαραίτητη. Ζητήματα που αφορούν στην εσωτερική ασφάλεια της Ε.Ε., όπως αυτά είχαν διατυπωθεί στο κείμενο ευρωπαϊκής στρατηγικής για την εσωτερική ασφάλεια του 2010, επαναδιατυπώνονται και διανθίζονται διαρκώς από τα κράτη μέλη τής Ε.Ε. τα τελευταία δύο χρόνια, στοχεύοντας σε μία μεγαλύτερη συνεργασία με τις υπηρεσίες και τα όργανα της Ε.Ε., αλλά και των κρατών μελών που αφορούν στην εσωτερική ασφάλεια και το Χώρο Ελευθερίας Ασφάλειας και Δικαιοσύνης (ΧΕΑΔ). Σε αυτήν τη λογική εμπλέκονται τόσο οι αντίστοιχες εθνικές υπηρεσίες των κρατών μελών όσο και τα σχετικά όργανα της Ε.Ε. (Europol, Eurojust, Frontex, κλπ). Τον τελευταίο καιρό εξελίσσεται μία συνεργασία ουσιώδους σημασίας μεταξύ των οργάνων της Ε.Ε. και των κρατών μελών για την εσωτερική ασφάλεια των Ευρωπαίων πολιτών που όμως δεν θεωρείται πάντα δεδομένη και δεν είναι απρόσκοπτη.
Η δεύτερη παράμετρος αφορά στην παραδοχή ότι η εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια των κρατών είναι πια αναντίρρητα διασυνδεμένες. Επομένως, η εσωτερική ενδυνάμωση των θεσμών των κρατών και της ποιότητας διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένης της δημόσιας τάξης και πολιτικής προστασίας, συνδέεται με την αποφυγή δημιουργίας τρωτών κοινωνιών σε αστάθειες που μπορεί να ενθαρρύνουν όχι μόνο τον ριζοσπαστισμό αλλά και τη δράση τρομοκρατικών ή και άλλων εγκληματικών ομάδων. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα από την «άμεση γειτονιά» (“immediate neighborhood”) της Ε.Ε., αλλά και την «ευρύτερη γειτονιά» της (“wider neighborhood”) που παρουσιάζουν τρωτότητες ή βρίσκονται σε αστάθεια ή και σε εμπόλεμη κατάσταση, με αποτέλεσμα να επηρεάζουν με ποικίλους τρόπους την ασφάλεια της Ε.Ε. Δεδομένης της παρούσας δραματικής κατάστασης που παρουσιάζουν αρκετές περιοχές στα εξωτερικά σύνορα της Ε.Ε., επιδιώκεται από την Ε.Ε. μία μεγαλύτερη συνεργασία με οργανισμούς και κράτη της περιοχής, αλλά και, όπως υποστηρίζει μερίδα ευρωπαίων αναλυτών, μία σοβαρή αναθεώρηση της εξωτερικής δράσης της με όρους ορατής βελτίωσης της αποτελεσματικότητάς της στην ευρύτερη περιοχή».
Σημαντικός θα είναι και ο βαθμός συμβολής του ΝΑΤΟ σε περιφερειακά εγχειρήματα, αλλά όχι πλέον στην έκταση που μία τέτοια συνδρομή θα αποσπάσει τη Συμμαχία από την εμφανή της πλέον προτεραιότητα στην συλλογική άμυνα. Επομένως, η παρούσα συγκυρία, καλεί την Ε.Ε. όχι μόνο να ενισχύσει σημαντικά την εξωτερική της δράση εκμεταλλευόμενη το πλεονέκτημα της «ολοκληρωμένης» δράσης που έχει ήδη αναπτύξει, αλλά να ενισχύσει περαιτέρω την εσωτερική της ανθεκτικότητα, δεδομένων των νέων ζητημάτων ασφάλειας που αντιμετωπίζει. Σε αυτή τη διάσταση, υπάρχουν ορισμένες πτυχές που η Ε.Ε. θα συνεργαστεί άμεσα με τη Συμμαχία, ιδιαίτερα σε ζητήματα που η Ε.Ε. εμφανίζει αδυναμίες.
Μία τρίτη παράμετρος που θα διαδραματίσει πλέον καταλυτικό ρόλο στον στρατηγικό και επιχειρησιακό σχεδιασμό της ευρωπαϊκής ασφάλειας είναι η επιστροφή της έννοιας της «συλλογικής άμυνας» (“collective defense”) και συνακόλουθα της έννοιας της «συλλογικής αποτροπής» (“collective deterrence”), που προέκυψαν κυρίως ως αποτέλεσμα της ρωσικής αναθεωρητικής πολιτικής με όρους επιθετικών δράσεων και πληγμάτων της εδαφικής ακεραιότητας και εθνικής κυριαρχίας της Ουκρανίας από την άνοιξη του 2014. Επίσης, η συνεχιζόμενη ψυχροπολεμική ρητορική της Μόσχας και η στάση της απέναντι σε γειτονικά προς αυτήν ευρωπαϊκά κράτη, μέλη ή μη μέλη της Συμμαχίας, με πιο πρόσφατο παράδειγμα την επιθετική της ρητορική απέναντι στη Σουηδία, δείχνουν μία στάση πολιτικής που δεν πρόκειται να αλλάξει σύντομα. Επομένως, ο επανακαθορισμός της συλλογικής άμυνας της Συμμαχίας, που ξεκίνησε από τη Σύνοδο Κορυφής της Ουαλίας το Σεπτέμβριο του 2014, θα προσδιορίσει περαιτέρω τις νέες αμυντικές υποχρεώσεις των ευρωπαϊκών κρατών μελών του ΝΑΤΟ. Αυτές θα είναι ασφαλώς πιο απαιτητικές εξαιτίας των εξελισσόμενων στρατιωτικών δεσμεύσεων και αυξανόμενων ενδιαφερόντων των ΗΠΑ σε ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές και, κυρίως, στην περιοχή της Ασίας και του Ειρηνικού. Ίσως, η πιο σημαντική πτυχή της συλλογικής άμυνας πλέον είναι ο καθορισμός των επιμέρους πολιτικών «αποτροπής».
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε που οδεύουν τα πράγματα. Πλέον δεν κρατούν ούτε τα προσχήματα: η εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια των κρατών είναι πια αναντίρρητα διασυνδεμένες! Ο ευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός φαίνεται αποφασισμένος να συνεχίσει την ολέθρια προσπάθεια που άρχισε με τις παρεμβάσεις του στη Γιουγκοσλαβία, τις επιθέσεις του στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, την Λιβύη και το Μάλι, τις δράσεις του στο Κέρας της Αφρικής και στο Αφγανιστάν. Εκμεταλλευόμενος τις δραματικές συνέπειες των επεμβάσεων του –ποτάμια προσφυγιάς, διαλυμένα κράτη, προβολή κινδύνων τρομοκρατίας από ομάδες τις οποίες σε προηγούμενες φάσεις ενίσχυσε π.χ. Λιβύη, Συρία κλπ- επιχειρεί να επιβάλλει ένα πρωτόγνωρο αυταρχικό καθεστώς εντός της Ε.Ε. και να προχωρήσει σε νέες επεμβάσεις διεκδικώντας ολοένα διευρυμένο μερίδιο από την ιμπεριαλιστική λεία. Είτε σε συνεργασία με το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ, είτε αυτοτελώς, στηριζόμενος στις ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνάμεις, καλώντας τα κράτη μέλη να συμβάλλουν στην «συλλογική άμυνα»!
Στη γερμανική «Λευκή Βίβλο», όπως παρουσιάστηκε σε δημοσίευμα των Financial Times της 2ας Μαΐου 2016 αναφέρεται ότι «είναι ανάγκη οι στρατιωτικές ικανότητες από κοινού να σχεδιάζονται, να αναπτύσσονται, να διοικούνται, να προχωρούν σε προμήθειες και να επιχειρούν αυξάνοντας τη διαλειτουργικότητα των Ενόπλων Δυνάμεων της Ευρώπης και βελτιώνοντας περαιτέρω την ικανότητα της Ευρώπης να δρα». Επιπλέον, πρόσφατα η υπουργός Άμυνας της Γερμανίας, Ούρσουλα φον ντερ Λέγιεν, αύξησε τον αριθμό των στρατιωτών της κατά 7.000, αναστρέφοντας την τάση μείωσης του αριθμού των Ενόπλων Δυνάμεων από 585.000 άτομα κατά την ενοποίηση σε 177.000 τώρα. Ταυτόχρονα, εξαγγέλθηκε αύξηση των ετήσιων πολεμικών δαπανών της Γερμανίας από 34,3 δις ευρώ τώρα (1,2% του ΑΕΠ) σε 39,2 δις μέχρι το 2020, ώστε να ικανοποιηθούν και οι απαιτήσεις του ΝΑΤΟ για στρατιωτικές δαπάνες των κρατών μελών στο ποσοστό-στόχο του 2%.
Θωρακίζοντας το εσωτερικό της Ε.Ε με την περιστολή των λαϊκών ελευθεριών και τα νέα Συντάγματα, συγκροτώντας Στρατοχωροφυλακή-Ακτοφυλακή-ΕΥΡΩΣΤΡΑΤΟ, φέρνοντας στην πρώτη γραμμή τα δόγματα άμυνας-ασφάλειας που στοχοποιούν τον εσωτερικό εχθρό, τους εργαζόμενους των κρατών μελών και τους μετανάστες, ο ευρωπαϊκός αστικός κόσμος επιχειρεί να εξασφαλίσει ότι θα επιβληθεί το νέο μοντέλο αστικής κερδοφορίας και απόσπασης υπεραξίας, απαραίτητη προϋπόθεση για να ξεχυθεί με τα όπλα στον παγκόσμιο στίβο της Δικτατορίας της Αγοράς, όπου χρειαστεί για να εξασφαλίσει τα γεωστρατηγικά του συμφέροντα.
Η γενικευμένη ταξική αστική επίθεση εις βάρος των εργαζόμενων σε όλη την Ευρώπη γοργά συναντά τον σύγχρονο ολοκληρωτισμό και τον πολεμικό τυχοδιωκτισμό.
Οι εργαζόμενοι επομένως δεν έχουν να υπερασπίσουν κανένα «εθνικό συμφέρον», καμιά «ευρωπαϊκή ιδέα». Όλα αυτά αποτελούν διαφορετικές εκδοχές της άγριας επίθεσης του αστικού κόσμου, σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο, εις βάρος των δυνάμεων της εργασίας. Το δικό μας ταξικό καθήκον είναι να μπλοκάρουμε την συμμετοχή των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων σε όλα αυτά. Να μπλοκάρουμε την Μηχανή του Πολέμου και της Καταστολής του κόσμου της εργασίας, είτε πρόκειται για το Αξιόμαχο του Ελληνικού Στρατού, είτε του ΕΥΡΩΣΤΡΑΤΟΥ και του ΝΑΤΟ. Είναι δυνάμεις καταστολής και πολέμου, βρώμικα μέσα για την επιβολή των αστικών συμφερόντων και πρέπει να διαλυθούν. Πρέπει τώρα να κλιμακώσουμε την προσπάθεια συγκρότησης ενός σύγχρονου εργατικού διεθνιστικού κινήματος για την ανατροπή της αστικής πολιτικής και της κυβέρνησης της αντεργατικής λαίλαπας, του Κοινοβουλευτικού Ολοκληρωτισμού και του Πολέμου. Άμεσος στόχος για το κίνημα μας η αντικαπιταλιστική αποδέσμευση από Ε.Ε. και ΝΑΤΟ, ο αγώνας για τη διάλυση τους.