Όπως έγραψα αλλού, από τους 33 νεκρούς Έλληνες επιστήμονες με τη μεγαλύτερη επιρροή στην επιστημονική βιβλιογραφία, μόνο ένας…
έκανε το έργο του κυρίως στην Ελλάδα και μόνο πέντε πέθαναν στην Ελλάδα. Αν η επιστήμη απαιτεί υπεράνθρωπες προσπάθειες στις αντίξοοες εγχώριες συνθήκες που στραγγαλίζουν την αριστεία, θα περίμενε κανείς τουλάχιστον τα σημαντικότερα έργα της ελληνικής γραμματείας να έχουν γραφτεί στην Ελλάδα. Ποίηση, μυθιστόρημα, διήγημα, θέατρο, δοκίμιο ή φιλοσοφία δε χρειάζονται χρηματοδότηση για αντιδραστήρια πειραμάτων ή εγκαταστάσεις υψηλής τεχνολογίας. Γράφεις μόνος, έναντι και εναντίον του εαυτού σου. Επιπλέον δεν είναι ευκολότερο να γράψεις σε ένα περιβάλλον όπου γύρω σου μιλάνε την ίδια γλώσσα, παρά να σε περικυκλώνει καθημερινά άλλη λαλιά;

Αν στην επιστήμη η επιρροή προσεγγίζεται ποσοτικά (έστω με κάποιο σχετικό σφάλμα), λογοτεχνία και φιλοσοφία στερούνται αντίστοιχης ποσοτικοποίησης. Η επιλογή λοιπόν εδώ είναι εντελώς υποκειμενική. Σταχυολογώ 33 νεκρούς νεοέλληνες συγγραφείς και ένα έργο τους:

Η επιλογή μου δε διεκδικεί κανένα κύρος αυθεντίας. Απέφυγα να διαλέξω ζώντες: ο κύκλος τους δεν έκλεισε, αρκετούς τους ξέρω προσωπικά και η γνωριμία είναι κακός σύμβουλος. Από τους 33 επιλεγμένους, κανέναν δεν γνώρισα πολύ καλά διά ζώσης. Συνάντησα εν τάχει τον Ελύτη στην οδό Σκουφά 23, όταν αποφάσισα να φύγω για την Αμερική τελειώνοντας το πανεπιστήμιο. Ήθελα να του χαρίσω το πρώτο μου βιβλίο. Ο Σεφέρης επίσης ζούσε δίπλα στο σπίτι της γιαγιάς μου στην οδό Άγρας όπου μεγάλωσα σαν νήπιο. Ακούγεται πεζό, αλλά θυμάμαι τις τηγανητές πατατούλες της γιαγιάς ή πώς χτύπησα στο μαρμάρινο σκαλί στην είσοδο, όχι τη μορφή του γείτονα ποιητή. Ο Λειβαδίτης ήταν πατρικός φίλος, αλλά δεν αξιώθηκα να συνομιλήσω μόνος μαζί του.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με χρονική αλληλουχία. Το 1780 ο Ιώσηπος Μοισιόδακας, ο δάσκαλος που εισάγει τα νέα ελληνικά, τις φυσικές επιστήμες και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό του διαφωτισμού στα μαθήματά του, μετά από περιπλανήσεις και διώξεις σε Ελλάδα, Ευρώπη και Παραδουνάβιες τυπώνει στο αυτοκρατορικό τυπογραφείο της Βιέννης την «Απολογία» που συνθέτει επί χρόνια. Υποδηλώνει ότι έπεται δεύτερος τόμος, αλλά αυτό δε συμβαίνει ποτέ και το χειρόγραφο χάνεται. Το 1797 ο Ρήγας Φεραίος τυπώνει στη Βιέννη επίσης τη «Χάρτα της Ελλάδος». Τον επόμενο χρόνο τον στραγγαλίζουν στο Βελιγράδι και τον πετάνε στον Δούναβη. Ανάμεσα στα 1805 και 1827 ο Αδαμάντιος Κοραής εκδίδει στο Παρίσι σε 16 τόμους την Ελληνική Βιβλιοθήκη με χορηγεία των Ζωσιμάδων. Θεωρεί πως πολιτεία που δεν έχει σαν βάση της την παιδεία είναι οικοδομή πάνω στην άμμο, αλλά η προσπάθεια να εκπαιδεύσει τους Έλληνες αποδεικνύεται μάταια. Το 1824 ο συνονόματος Ανδρέας Κάλβος Ιωαννίδης (αυτό το όνομα χρησιμοποιεί σε επίσημη αλληλογραφία) εκδίδει στη Γενεύη τη «Λύρα» δηλώνοντας πως «είναι γλυκύς ὁ θάνατος μόνον όταν κοιμώμεθα εις την πατρίδα». Έχει διωχθεί προηγουμένως στην Ιταλία ως καρμπονάρος, δυο χρόνια αργότερα πηγαίνει στο Ναύπλιο, απογοητεύεται, για ένα τέταρτο του αιώνα σιγεί ποιητικά στην Κέρκυρα και αποσύρεται στο Lincolnshire όπου περνάει τον υπόλοιπο βίο σε πλήρη συγγραφική σιγή. Κάπου το 1847-9 ο κόμης Διονύσιος Salamon αποτυγχάνει να ολοκληρώσει τον «Πόρφυρα» στο Ηνωμένο Κράτος Ιονίων Νήσων. Περνάει την ωριμότητά του τυραγνισμένος από οικογενειακές κληρονομικές διαμάχες, καταθέτει τη διαθήκη του στα ιταλικά και πεθαίνει στο αγγλικό προτεκτοράτο.

Το 1883 ο Γεώργιος Βιζυηνός γράφει «Το αμάρτημα της μητρός μου» στο Λονδίνο. Αργότερα τρελαίνεται, παρακαλεί να νυμφευτεί την δεκατετράχρονη Μπετίνα και πεθαίνει στο Δρομοκαΐτειο ύστερα από εγκλεισμό τεσσάρων ετών. Το 1900 ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης εμφανίζει το «Όνειρο στο κύμα» ονειρευόμενος μια άλλη κοπέλα που «είχε πέσει αρτίως εις το κύμα γυμνή, κ’ ελούετο…». Περίεργα ηδονικός κοσμοκαλόγερος με άλλου είδους νησιωτικό εγκλεισμό, αποφεύγει την Αθήνα «της δουλοπαροικίας και των πλουτοκρατών».

Το 1904 ο υπάλληλος Κωνσταντίνος Καβάφης, Αλεξανδρεύς, δημοσιεύει σε ιδιωτική έκδοση σε περίπου 100 αντίτυπα δεκατρία «Ποιήματα», αναμεσά τους τις Θερμοπύλες, το Περιμένοντας τους βαρβάρους και μόνες τις Επιθυμίες να κάνουν καμουφλαρισμένη νύξη σε ανεκπλήρωτες ηδονές. Τα 154 αναγνωρισμένα ποιήματα, καλοδουλεμένα στην Αίγυπτο, θα δημοσιευτούν συγκεντρωτικά μεταθανάτια. Το 1919 ο Κώστας Καρυωτάκης δημοσιεύει τον «Πόνο των ανθρώπων και των πραμάτων» όπου παραδέχεται πως «είναι άνθρωποι που την κακήν ώρα την έχουν μέσα τους». Τελικά ο απογοητευμένος δημόσιος υπάλληλος πετυχαίνει να αυτοκτονήσει στην Πρέβεζα.

Το 1933-1936 ο Γιώργος Θεοτοκάς δημοσιεύει στην Αθήνα την «Αργώ». Είναι ο μόνος απ’ τους 33 που έζησε μάλλον καλή ζωή στην πρωτεύουσα. Το 1936 ο Γιώργος Σαραντάρης δημοσιεύει στην Αθήνα επίσης τα «Γράμματα σε μια γυναίκα». Έχει έρθει πριν 5 χρόνια από την Ιταλία, σύντομα βρίσκεται στο αλβανικό μέτωπο, ένας λεπτεπίλεκτος αδέξιος διανοούμενος στην παράνοια του πολέμου, εξοντώνεται εύκολα.

Ο Γιώργος Σεφέρης φεύγει από την Ελλάδα το 1941 και περιπλανιέται τρία χρόνια σε Μέση Ανατολή, Αίγυπτο, Νότια Αφρική. Γράφει το «Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’» που εκδίδει ιδιωτικά στην Αλεξάνδρεια το 1944. Το 1941 κρατάει σημειώσεις στην Αλβανία ο Γιάννης Μπεράτης για το «Πλατύ Ποτάμι». Το δημοσιεύει μεταξύ 1942 και 1965. Το 1943 ο Νίκος Γκάτσος δημοσιεύει στην κατοχική Αθήνα την «Αμοργό», αρνούμενος ή ανατάσσοντας τα εξωπραγματικά που συμβαίνουν γύρω του με ένα εξωπραγματικό ποίημα. Δε δημοσιεύει άλλο βιβλίο.

Το 1961 ο Ιάκωβος Καμπανέλλης δημοσιεύει το «Μαουτχάουζεν». Στηρίζεται στις εμπειρίες του στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης το 1943-5. Τo 1961 επίσης δημοσιεύεται μετά θάνατον η «Αναφορά στον Γκρέκο» του Νίκου Καζαντζάκη. Την έχει γράψει στην Αντίμπ, όπου έζησε τα τελευταία του χρόνια, ενώ τον κυνηγούσε η Ιερά Σύνοδος ως ιερόσυλο. Την ίδια χρονιά δημοσιεύεται και η «Λέσχη», πρώτη Ακυβέρνητη Πολιτεία του Στρατή Τσίρκα. Είναι προϊόν αυτοεξορίας στην Αλεξάνδρεια. Το 1962 δημοσιεύεται «Το τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή. Έχει γραφτεί γυρίζοντας την Ευρώπη με μια βέσπα και μετά στην Αυστραλία. Το 1963 δημοσιεύεται «Το ρολόι του κόσμου χτυπά μεσάνυχτα» του Μενέλαου Λουντέμη. Είναι ήδη εξόριστος στη Ρουμανία. Την ίδια χρονιά δημοσιεύεται το «Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης» του Νίκου-Γαβριήλ Πεντζίκη. Είναι ο μόνος από τους 33 που έζησε μια μάλλον καλή ζωή στην συμπρωτεύουσα.

Ο αφηγητής-ήρωας στο Μυθιστόρημα (1966) του Γιώργου Χειμωνά αποφασίζει να αυτοκτονήσει, αλλά αναβάλλει και πάει στο Παρίσι. Εκείνα τα χρόνια ο Χειμωνάς κάνει ειδικότητα ψυχιατρικής στο Παρίσι και εκεί επιστρέφει στο τέλος της ζωής του. Το 1968 ο Γιάννης Ρίτσος γράφει τις «Πέτρες-Επαναλήψεις- Κιγκλίδωμα» σε μικροσκοπικά χαρτάκια που φυγαδεύονται κρυφά απ’ την Ελλάδα στο Παρίσι. Μεγάλο μέρος της ζωής του το περνάει σε εξορίες και υπό κράτηση. Το 1970 ο Νίκος Πουλαντζάς δημοσιεύει πάλι στο Παρίσι στα γαλλικά το «Φασισμός και δικτατορία». Πηδάει από ένα διαμέρισμα κι αυτοκτονεί μια δεκαετία αργότερα στην ίδια πόλη. Το 1972 δημοσιεύεται το «Μονόγραμμα» του Οδυσσέα Ελύτη. Έχει γραφτεί όσο ήταν αυτοεξόριστος, πού αλλού, στο Παρίσι. Εκεί γράφεται και το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου (Κέδρος, 1974). Δηλώνει «δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση», αυτό αρκεί και περισσεύει για να γίνει κυνηγημένος κι ανεπιθύμητος στην Ελλάδα.

Το «Τραβέρσο» του Νίκου Καββαδία δημοσιεύεται το 1975. Έχει γραφτεί στα ασταμάτητα ταξίδια στους ωκεανούς και τα λιμάνια όλων των ηπείρων όπου τριγυρνάει ο μαρκόνης επί δεκαετίες. Το 1977 συναπαρτίζεται η «Οδός Νικήτα Ράντου» του Νικόλα Κάλα που πλήρως απομονωμένος έχει μεταναστεύσει πριν τρεις δεκαετίες για Νέα Υόρκη. Αναζητά όχι ένα καινούργιο μέλλον, αλλά ένα νέο παρελθόν («Δε μπορώ να ζήσω αν δε βρεθεί για μένα κάποιο άλλο παρελθόν») και τελικά παραδέχεται ότι «Να φεύγεις είναι λίγο σα να πεθαίνεις». Προσπαθώντας να μην πεθάνει στον αλληλοσκοτωμό, ο Κορνήλιος Καστοριάδης φεύγει από την Ελλάδα με το πλοίο Ματαρόα για τη Γαλλία μετά τον πόλεμο. Μεταξύ 1982 και 1985 παραδίδει στα γαλλικά τα σεμινάρια «Η ελληνική ιδιαιτερότητα».

«Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών» της Κατερίνας Γώγου δημοσιεύεται το 1988 στην Αθήνα. Ήδη έχει συντριβεί πλήρως κι αυτοκτονεί πέντε χρόνια αργότερα. Στην Αθήνα δημοσιεύεται επίσης το 1990-2 ο «Μέγας Ανατολικός», δεκαπέντε χρόνια μετά το θάνατο του Ανδρέα Εμπειρίκου. Τον έχει ξεκινήσει στην αρχή του εμφύλιου αφού είχε συλληφθεί από αριστερή οργάνωση και έχει γλυτώσει δραπετεύοντας. Μεταθανάτια δημοσιεύονται και τα «Χειρόγραφα του φθινοπώρου» του Τάσου Λειβαδίτη (1990). Ο πατέρας μου του έλεγε να μην πίνει, τελικά φεύγει από αορτικό ανεύρυσμα. Μεταθανάτια κυκλοφορούν (1991) και οι «Ευρέσεις από κυανό κοβάλτιο» του Νίκου Καρούζου. Έχει πεθάνει πάμφτωχος αφού έχει νοσηλευτεί με χαρτί απορίας. Το 1992 δημοσιεύεται η «Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο» του Παναγιώτη Κονδύλη πρώτα στα γερμανικά στη Γερμανία και μετά στα ελληνικά. Έχει προβλέψει διαυγέστατα την επερχόμενη κρίση-καταστροφή της Ελλάδας.
Ας συγκεντρώσουμε τα στατιστικά στοιχεία. Από τους 33, τουλάχιστον 22 (67%) έγραψαν το επίλεκτο έργο τους ολόκληρο ή στην αρχική έμπνευση εκτός της ελληνικής επικράτειας. Βεβαίως 21/33 πεθάνανε στην Ελλάδα, αλλά η ζωή στο ελληνικό κράτος (βασίλειο, δικτατορία ή δημοκρατία) ήταν συνήθως μαρτυρική. Ανάμεσα στους θανάτους εν Ελλάδι περιλαμβάνονται δυο αυτοκτονίες (Γώγου, Καρυωτάκης), μια δολοφονία με στραγγαλισμό (Ταχτσής), ψύχωση (Βιζυηνός), ιατρικό λάθος (Κονδύλης), πνευμονία από κακουχία (Παπαδιαμάντης), τύφος σε περίοδο πολέμου (Σαραντάρης) και άλλοι άδοξοι έξοδοι.
Είμαι ίσως μεροληπτικός. Η μελέτη μου δεν είναι διπλά-τυφλό καλοστημένο πείραμα. Αν διαλέξω την «Κίχλη», τον «Ιατρό Ινεότη» ή το «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα», θα αυξήσω τον αριθμό έργων που γράφτηκαν στην επικράτεια που επιτηρεί η ελληνική αστυνομία. Όμως πάλι θα ισχύει η υφέρπουσα αίσθηση εξορίας, η σεφερική αμφισβήτηση για τις χώρες του ανθρώπου που δεν μπορούν να αντικρύσουν τον άνθρωπο. Επίσης δεν είμαι σταθερός σε προτιμήσεις. Κάποιες μέρες αντικαθιστώ τον Εμπειρίκο με Εγγονόπουλο, τον Θεοτοκά με Κοσμά Πολίτη, τον Πεντζίκη με Μυριβήλη. Κάποιες στιγμές καταφεύγω στον δηκτικό Ροΐδη, ενώ όταν βρέχει τουλούμια προσθέτω περισσότερους αυτόχειρες στο μπλέντερ, Συκουτρή ή Λαπαθιώτη. Θυμάμαι τη δασκάλα μου Ελένη Αποστολάκη-Ταζάρτε να κρατάει ευλαβικά το χειρόγραφο από πεισιθάνατο ποίημα του Λαπαθιώτη – λίγο πριν την παρασύρει και την σκοτώσει κάποιος βιαστικός οδηγός. Όταν με πιάνει αντίστροφος νεποτισμός, συμπεριλαμβάνω τον Κώστα Κρυστάλλη, πρόγονο από τη οικογένεια της μητέρας μου. Καταλαβαίνω επίσης ότι αφήνω εκτός κάποιους κορυφαίους των σχολικών εγχειριδίων, Παλαμά, Σικελιανό, Βρεττάκο, Βενέζη, Τερζάκη. Μετά συγχωρέσεως. Κι όσα έργα επέλεξα, δεν τα αποδέχομαι 100%, π.χ. κομματική ορθοδοξία σε Ρίτσο-Λουντέμη μού προκαλεί αλλεργία. Απλώς κρατώ ό,τι θέλω να κρατήσω.

Ίσως αν εξαιρέσουμε Θεοτοκά και Πεντζίκη, 31 στους 33 έζησαν κυρίως ξένοι στην ξενιτιά ή ξένοι στην Ελλάδα. Δεν ήταν απλώς ζήτημα ελλιπούς κατανόησης. Ήταν ο διωγμός, ο ψυχικός διωγμός κυρίως. Οι επιστήμονες μπορούν να καταξιωθούν στη άνευ εθνικών ορίων ερευνητική κοινότητα, επιβιώνουν στη διεθνή της γνώσης. Η γλώσσα όμως έχει μια αταβιστική ιδιοτροπία. Ενώ έχει σκοπό να επικοινωνήσει, τελικά μπορεί να σε απομονώσει πλήρως.

Δεν αντέχω στον πειρασμό των αριθμών. Ψάχνω στην ελληνική βικιπαίδεια και στην αγγλική Wikipedia πόσες φορές έχει γίνει πρόσβαση στο αντίστοιχο λήμμα τον προηγούμενο μήνα. Δεν αποτελεί μέτρο ουσιαστικής καταξίωσης, απλώς δείχνει αδρά, ακατέργαστα τη διαδικτυακή περιέργεια του γενικού κοινού.

Η online ελληνόφωνη περιέργεια μεγιστοποιείται για Ελύτη και Καζαντζάκη και αρκετοί άλλοι συγγραφείς δεν είναι τελείως στα αζήτητα. Όμως ακόμα και για τους αναζητούμενος, η επισκεψιμότητα είναι συνήθως χαμηλή. Δεν προσεγγίζει σε επιδόσεις διάφορους εθνοσωτήρες κομματάρχες και μεγαλόσχημους τραγουδιστές. Στην αγγλική Wikipedia, μόνο Καζαντζάκης και Καβάφης δέχονται πολλούς επισκέπτες. Άλλοι 5-6 έχουν κάποια σχετική διεθνή αναγνωρισιμότητα. Τους υπόλοιπους λίγοι τους επισκέπτονται. Επτά δεν έχουν καν σελίδα. No results found. Όταν οι περισσότεροι παραμένουν αδιάβαστοι ακόμα και από τους Έλληνες, τι περιμένεις από ξένους; Πολλά έργα των 33 δε μεταφράστηκαν ποτέ στα αγγλικά.

Ακούγεται παράδοξο; Στη νεότερη ιστορία, συνήθως η ελληνική γλώσσα δε γράφτηκε στην Ελλάδα. Η ελληνική γλώσσα δε διαβάστηκε στην Ελλάδα. Δε χρειάζεται να ρωτήσουμε για μακρύτερα. Ούτε γεωγραφικά ούτε ψυχικά.

Πηγή