Την προσπάθεια της κυβέρνησης να σεβαστεί τις δεσμεύσεις του Μνημονίου, προωθώντας…
ωστόσο μια μεταρρύθμιση βασισμένη στις θεμελιώδεις αρχές της Αριστεράς, την ισότητα, την ισονομία και την κοινωνική δικαιοσύνη, ανέπτυξε ο υπουργός Εργασίας Γιώργος Κατρούγκαλος σε συνέδριο που διοργανώνει το Ίδρυμα «Rosa Luxemburg» στο Βερολίνο, με θέμα την ανάγκη κοινής δράσης των αριστερών δυνάμεων της Ευρώπης και ανάπτυξης της αλληλεγγύης, ακόμη και αν διαπιστώνονται διαφορετικές αφετηρίες ή και στόχοι.  

Σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο υπουργός Εργασίας εκφράζει μεταξύ άλλων την πεποίθηση ότι ενόψει της επανεκκίνησης της ελληνικής οικονομίας, μετά την μεταρρύθμισή του, το ασφαλιστικό σύστημα θα είναι και στο μέλλον σταθερό και βιώσιμο.   Στο Συνέδριο, όπως σημειώνει ο κ. Κατρούγκαλος μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, συμμετείχαν εκπρόσωποι από 25 χώρες και ανάλογος αριθμός τάσεων της Αριστεράς, σε μια ιδιαίτερα καλόπιστη συζήτηση. «Ακόμη και πολιτικές δυνάμεις που στάθηκαν κριτικά απέναντι στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί π.χ. έχουν επιλέξει έναν δρόμο εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, συζήτησαν την κατάσταση στην Ελλάδα θέλοντας να δείξουν την αλληλεγγύη τους προς τον ελληνικό λαό», αναφέρει ο υπουργός, ενώ τονίζει ότι ως προς την ασφαλιστική μεταρρύθμιση, αυτό που προσπάθησε να δείξει και εκτιμά ότι έγινε αποδεκτό από την πλειονότητα, ήταν ότι «αντί να εφαρμόσουμε μια νεοφιλελεύθερη πολιτική, που είναι το χαρακτηριστικό των μεταρρυθμίσεων του ασφαλιστικού συστήματος σε όλες τις άλλες χώρες, προσπαθήσαμε να προωθήσουμε μεταρρύθμιση βασισμένη στις θεμελιώδεις αρχές της Αριστεράς, όπως είναι η ισότητα, η ισονομία και η κοινωνική δικαιοσύνη – και ταυτόχρονα να ικανοποιήσουμε και τους στόχους του Μνημονίου, οι οποίοι, κακά τα ψέμματα, είναι νεοφιλελεύθερης κοπής».

 Η εξίσωση, λέει χαρακτηριστικά, ήταν η εξής: «Πώς θα μπορούσαμε να σεβαστούμε τις δεσμεύσεις που είχαμε αναλάβει και να τις εντάξουμε σε μια πολύ σφαιρικότερη μεταρρύθμιση που θα άλλαζε τον χαρακτήρα των μέτρων από νεοφιλελεύθερα σε κοινωνικά».   Ο κ. Κατρούγκαλος μεταφέρει ακόμη ότι διαπίστωσε ισχυρή διάθεση αλληλεγγύης προς τον ελληνικό λαό, αλλά κάνει λόγο και για ένα κλίμα, αν όχι κατάρρευσης, τουλάχιστον γενικευμένης αμφισβήτησης των παλαιών πολιτικών συστημάτων και ειδικά της οικονομικής πολιτικής που εφαρμόζεται στην Ευρώπη. «Δεν υπάρχει στις ευρωπαϊκές στατιστικές αυτή τη στιγμή χώρα όπου πληθυσμός να δηλώνει ικανοποιημένος είτε από το επίπεδο λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών είτε από τις προσωπικές του προοπτικές ευημερίας», επισημαίνει και προσθέτει ότι ακριβώς επειδή υπάρχει αυτή η αμφισβήτηση του status quo «θα πρέπει η υπέρβασή της να μη γίνει από τα ακροδεξιά, με φωνές ξενοφοβίας και μίσους, αλλά από τα αριστερά».   Αυτή άλλωστε ήταν και η προοπτική του ταξιδιού του, τόσο σε επίπεδο δυνάμεων της Αριστεράς, αλλά, όπως συνέβη και στην Αυστρία, σε επίπεδο συνδικάτων, Επιμελητηρίου Εργασίας, ακόμη και στο επίπεδο των σοσιαλδημοκρατών, όπως ο αυστριακός ομόλογός του Αλόις Στέγκερ. «Έχει έρθει στην Ευρώπη μια στιγμή για ένα πλατύ μέτωπο των δυνάμεων που δεν θέλουν τον νεοφιλελευθερισμό και την τρέχουσα οικονομική ορθοδοξία και θέλουν να υποστηρίξουν την επιστροφή στο παλιό ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο», επισημαίνει ο υπουργός Εργασίας.   Απαντώντας σε ερώτηση του ΑΠΕ-ΜΠΕ, αν οι πιστωτές μας επιχειρούν να ωθήσουν το ασφαλιστικό σύστημα προς μια ισχυρότερη σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ο κ. Κατρούγκαλος απαντά καταφατικά, κάνει μάλιστα λόγο για «παράλογες απαιτήσεις» που διατυπώθηκαν, όπως για παράδειγμα αυτές που αφορούσαν την μετάβαση από το ισχύον δημόσιο σύστημα σε ιδιωτικό στον τομέα της ασφάλισης από τα εργατικά ατυχήματα.

 «Η τάση στην Ευρώπη τα τελευταία 20 χρόνια ήταν ακριβώς η ενσωμάτωση στοιχείων ιδιωτικής ασφάλειας στην δημόσια. Για αυτό διατηρήσαμε ένα δημόσιο αναδιανεμητικό σύστημα και μάλιστα ένα σύστημα που δίνει τα υψηλότερα ποσοστά αναπλήρωσης, για τα μεσαία και τα χαμηλά εισοδήματα, στην Ευρώπη», δηλώνει.   Ερωτώμενος σχετικά με τους επαγγελματικούς κλάδους που εξακολουθούν να διαμαρτύρονται και να πραγματοποιούν κινητοποιήσεις και μετά την ψήφιση της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, όπως π.χ. οι δικηγόροι, ο κ. Κατρούγκαλος αναφέρει ότι η κυβέρνηση βρίσκεται σε επικοινωνία με τους εκπροσώπους των Δικηγορικών Συλλόγων «για να βρεθεί μια λύση που θα καλύπτει τα συμφέροντα της πλειονότητας των μελών τους, όπως ακριβώς επιδιώξαμε να κάνουμε και με την μεταρρύθμιση – να καλύψουμε τα συμφέροντα των πολλών».   Είναι μοιραίο όμως, συνεχίζει ο υπουργός, «όταν επιδιώκουμε να ελαφρύνουμε τα ασφαλιστικά βάρη και τις ασφαλιστικές εισφορές της μεγάλης πλειονότητας, δηλαδή όσων έχουν μικρό ή μεσαίο εισόδημα, να επιβαρύνουμε – διότι αλλιώς δεν μπορούν να βγουν τα οικονομικά του συστήματος – , ανάλογα με τις δυνάμεις τους, όπως επιβάλλει το Σύνταγμα, αυτούς που έχουν υψηλότερα εισοδήματα». Αυτό δεν μπορεί να αποφευχθεί, εξηγεί και προσθέτει: «Αυτή είναι η φιλοσοφία όλου του συστήματος – και όχι μόνο της ασφαλιστικής, αλλά και της φορολογικής μεταρρύθμισης: Να πάρουμε πολλά από τους λίγους πλουσιότερους για να μπορέσουμε να πάρουμε λίγα από τους πολλούς που, μετά την γενικευμένη φτωχοποίηση της εξαετίας, δεν έχουν σχεδόν καθόλου χρήματα».   Σε ερώτηση σχετικά με εκείνους οι οποίοι έχουν συνεισφέρει πολλά στο σύστημα μέσω υψηλών εισφορών, ο κ. Κατρούγκαλος αναδεικνύει τη σημασία της ισορροπίας μεταξύ εισφορών και παροχών. «Αυτή την ισορροπία, το σύστημα της καινούργιας μεταρρύθμισης την αποκαθιστά.   Γιατί όλοι παίρνουν μία εθνική σύνταξη – και αυτό βοηθά ιδιαίτερα τα εισοδήματα μέχρι τα 1000 ευρώ -, αλλά επίσης ο καθένας παίρνει επιπλέον αυτής της εθνικής σύνταξης, ό,τι αναλογεί στις εισφορές που έχει δώσει», δηλώνει και εξηγεί: «Μέχρι το 2018 έχουμε βάλει δύο όρια: 2000 ευρώ μικτά για σύνταξη και 3000 ευρώ για το άθροισμα. Αυτό όμως δεν είναι οριστική περικοπή.

Είναι προσωρινή αναστολή, η οποία θα διαρκέσει μέχρι το 2018 και δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά για να ισορροπήσουν τα οικονομικά. ‘Αρα το 2018, όταν θα υπάρχει και η πλήρης ωρίμανση του συστήματος, αρκετές από τις αδυναμίες του θα διορθωθούν».   Σε ό,τι αφορά τους ασφαλιστικούς φορείς του κλάδου των δημοσιογράφων, ο υπουργός διευκρινίζει ότι ειδικά για το ΕΤΑΠ-ΜΜΕ είχε από την αρχή εξηγήσει ότι δεν θα μπορούσε να μείνει εκτός γενικού φορέα, διότι το ζητούμενο ήταν ένας ενιαίος ασφαλιστικός φορέας για όλους τους Έλληνες και δεν θα μπορούσαν να εξαιρεθούν οι δημοσιογράφοι. «Για τον ΕΔΟΕΑΠ, που είναι ένα ιδιόμορφο ταμείο επαγγελματικού χαρακτήρα που δίνει επικουρική σύνταξη και εφάπαξ, ο βασικός στόχος είναι να δούμε αν μπορούμε να διασώσουμε τα έσοδα μέσω μιας συμφωνίας εργοδοτών και εργαζομένων που θα δίνει ένα μέρος του αγγελιόσημου ως έσοδο στον συγκεκριμένο φορέα», προσθέτει και τονίζει ότι το πρόβλημα τώρα είναι ότι η ΕΣΗΕΑ πήρε την απόφαση να μην συμμετέχει στον σχετικό διάλογο, γεγονός το οποίο «περιορίζει σημαντικά τις προοπτικές να βρούμε μια λύση ως το τέλος Αυγούστου». Κατά την πρώτη συνάντηση, επισήμανε ο κ. Κατρούγκαλος, τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι εργοδότες φάνηκαν δεκτικοί. Μετά όμως η ΕΣΗΕΑ ανακοίνωσε ότι δεν συμμετέχει στη συζήτηση. «Πώς είναι λοιπόν δυνατό να προταθεί κάτι, αν απουσιάζει από το τραπέζι», διερωτάται, διαβεβαιώνοντας ωστόσο ότι η κυβέρνηση είναι ανοιχτή, επιδιώκει τον διάλογο και ελπίζει ότι η ΕΣΗΕΑ θα επανέλθει.  

Κληθείς να απαντήσει πότε οι Έλληνες θα μπορούν να αισθάνονται ότι το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας είναι βιώσιμο και αξιόπιστο και για τις επόμενες γενιές, ο υπουργός Εργασίας αναφέρει ότι οι αναλογιστικές μελέτες δείχνουν ότι η αλλαγή της εσωτερικής λογικής του συστήματος, κυρίως το γεγονός ότι δεν έχουμε πλέον διάσπαρτους κανόνες αλλά ενιαίους για όλους, καθιστά το σύστημα βιώσιμο, υπό την αυτονόητη ωστόσο προϋπόθεση ότι δεν θα συνεχίσουμε να βρισκόμαστε σε συνθήκες βαριάς κρίσης, με το ένα τέταρτο του πληθυσμού σε ανεργία. «Δεν υπάρχουν συστήματα που μπορούν να επιβιώσουν μακροπρόθεσμα με αυτά τα ποσοστά», λέει χαρακτηριστικά, ενώ σημειώνει ότι είναι εξίσου προφανές ότι βρισκόμαστε στην αρχή της εξόδου από την κρίση, καθώς από το β’ εξάμηνο γυρίζουμε σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, ενώ το α’ τετράμηνο αυτής της περιόδου είχαμε ρεκόρ θετικών ροών στην αγορά εργασίας, δηλαδή δημιουργήθηκαν πολύ περισσότερες θέσεις από όσες χάθηκαν και για πρώτη φορά οι εγγεγραμμένοι στον ΟΑΕΔ έπεσαν κάτω από τον συμβολικό αριθμό του 1 εκατομμυρίου.

«Παραμένει ακόμη σε τερατώδη υψηλά ποσοστά η ανεργία, αλλά φαίνεται ότι υπάρχει αυτή η ανάκαμψη. Δεδομένου ότι έχουμε μπροστά μας την επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας, μπορούμε να έχουμε την πεποίθηση ότι και το ασφαλιστικό μας σύστημα, του οποίου αλλάξαμε τα προβλήματα που το καθιστούσαν ελλειμματικό, την αναρχία και την αναντιστοιχία εισφορών-παροχών, θα είναι και στο μέλλον σταθερό και βιώσιμο», καταλήγει ο κ. Κατρούγκαλος.