Ο θεός Διόνυσος είναι εκείνη η πνευματική παρουσία που μετουσιώνει την ύλη και εκφράζεται ως ζωτική δύναμη και ως μεστή…
χαρά για τη ζωή σε κάθε της έκφανση. Οδηγεί στην αντίληψη της ζωή ως μιας εκστατικής περιπέτειας και ως ενός μαγικού ταξιδιού αυτογνωσίας και προσφοράς.

Η Γέννηση του Διονύσου

Αρκετοί μύθοι υπάρχουν για την καταγωγή του Θεού Διονύσου, ο πιο διαδεδομένος εκ των οποίων είναι πως ο Διόνυσος γεννήθηκε δύο φορές.

Περιγράφεται ως γιος του Δία και της Σεμέλης, η οποία όντας έγκυος, ζήτησε από το Δία να τον συναντήσει και να τον θαυμάσει σε όλο του το μεγαλείο, με αποτέλεσμα να κεραυνοβοληθεί και να γεννήσει πριν την ώρα της. Ο Δίας τότε πήρε το έμβρυο, το έραψε στο μηρό του και από εκεί ξαναγεννήθηκε ο Διόνυσος ως Θεός. Γεννήθηκε ανάμεσα στα αστροπελέκια του Δία και την πυρκαγιά του ανακτόρου, γι’ αυτό και έφερε την επωνυμία πυριγενής και εξαιτίας της συνέχισης της κύησής του στον μηρό του πατέρα του μηρορραφής, διμήτωρ και δισσότοκος. Η Ινώ, η αδελφή της Σεμέλης, ανέλαβε να αναθρέψει τον Διόνυσο, αφού πρώτα τον μεταμφίεσε σε κοριτσάκι, προστατεύοντάς τον από το μένος της Ήρας που τον καταδίωκε σε όλη του τη ζωή.

Οι μυθολογικές παραδόσεις του Διονύσου-Ζαγρέα είναι πολλές και συνδέονται άμεσα με τη μυστικιστική λατρεία των Ορφικών. Σύμφωνα, όμως, με την επικρατέστερη εκδοχή, ο Δίας φοβούμενος την Ήρα, παρέδωσε το παιδί για φύλαξη στους Κουρήτες. Η Ήρα από την πλευρά της ανέθεσε στους Τιτάνες να τον βρουν, και ο Ζαγρέας στην προσπάθειά του για να τους ξεφύγει μεταμορφώθηκε διαδοχικά σε λιοντάρι, τίγρη, άλογο, φίδι και ταύρο. Ο μύθος αναφέρει πως κατόρθωσαν να τον συλλάβουν και αφού τον τεμάχισαν, άρχισαν να βράζουν και να τρώγουν τα μέλη του. Όταν ο Δίας κατάλαβε τι συμβαίνει από τη μυρωδιά, κατακεραύνωσε τους Τιτάνες και ανέθεσε στον Απόλλωνα να θάψει τα υπόλοιπα μέλη του στον Παρνασσό. Την καρδιά του Ζαγρέα, που είχε μείνει ανέπαφη, την έκλεψε η Αθηνά και την πήγε στο Δία, ο οποίος κάνοντάς την σκόνη πότισε τη Σεμέλη, όπου ξαναέμεινε έγκυος στο Διόνυσο.

Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ύστερη ρωμαϊκή, τον Διόνυσο τον ξαναγέννησε ο Δίας, αφού κατάπιε τη σκόνη από την καρδιά του.Σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Σίγκαλ Ρ. (Segal R.), ο Διόνυσος ως μυθολογική οντότητα «δεν είναι μήτε παιδί ούτε άντρας, αλλά αιώνιος έφηβος, καταλαμβάνοντας μια θέση ανάμεσα στα δύο». Με αυτή τη μορφή, αντιπροσωπεύει «το πνεύμα της ενέργειας και της μεταμορφωτικής δύναμης του παιχνιδιού» γεμάτο πονηριά, εξαπάτηση και στρατηγικές που υποδεικνύουν είτε τη θεϊκή Σοφία ή το αρχέτυπο του Κατεργάρη, παρόν σε όλες σχεδόν τις μυθολογίες του κόσμου.

Λατρεία και Γιορτές

Η λέξη «Διόνυσος» αποτελεί αναγραμματισμό του «Διός Νους». Αυτός ο Νους είναι το μέσον που θα μας οδηγήσει στην πραγμάτωση της θέωσης, δηλαδή το να φτάσει ο άνθρωπος και πιο συγκεκριμένα, η ψυχή του ανθρώπου, στα επίπεδα της θέωσης. Η ανθρώπινη υπόστασή του, από την πλευρά της μητέρας του Σεμέλης, μάς δείχνει ότι το γήινο σώμα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το θεϊκό στοιχείο. Είναι ο φύλακας της ψυχής που θα την φτάσει στη θέωση, στο πνεύμα, ώστε να εκφραστεί η δύναμη του Λόγου. Για αυτό και ο Διόνυσος επονομάζεται Ζαγρέας, δηλαδή κυνηγός, που «κυνηγάει» τις ψυχές και τις οδηγεί προς τη θέωση, παίζοντας έτσι το ρόλο του ως Λυτήριος ή Λυσεύς αλλά και ως Ελευθερωτής.

Διασχίζοντας την Ελλάδα και την Ανατολή ο κυνηγημένος Διόνυσος ξαναγύρισε στον τόπο του, ενώ σε όλη του αυτή την πορεία κατέληξε να λατρεύεται από τους εκεί ντόπιους ως, Θεός Ξένος, που προερχόταν από άλλα μέρη. Αυτοί οι μύθοι είναι η πηγή μιας παράδοσης, σύμφωνα με την οποία ο Διόνυσος δεν ήταν ελληνικός θεός, όπου η λατρεία του διαδόθηκε ή επιβλήθηκε με τη βία από τη Θράκη και την Ανατολή. Η συγκεκριμένη παράδοση οφείλεται στο ότι, πιθανόν, ελήφθησαν κατά γράμμα οι μύθοι που σχετίζονταν με την ουσιαστική λειτουργία του θεού δηλ.: να αποκαλύπτει στον κάθε άνθρωπο αυτόν τον «ξένο – άγνωστο» που κρύβει μέσα του και τον οποίο οι σχετικές του λατρείες αναζητούν μέσω της χρήσης της μάσκας και της έκστασης. Δεν αμφισβητείται το γεγονός πως ο Διόνυσος εισήχθη στην ελληνική θρησκεία αργότερα, ούτε ότι ήταν «μετανάστης θεός» ούτε πως προερχόταν από τον εμπνευσμένο πνευματικό Βορρά. Ο Διόνυσος ως μορφή, σύμφωνα με τον μύθο, είναι θεότητα της ‘Aνοιξης και του γλεντιού,την ‘Aνοιξη εμφανίζεται και τον Χειμώνα εκδιώκεται.

Στους Δελφούς, όμως, η λατρεία του Διονύσου ήταν στενά συνυφασμένη και συμπληρωματική με εκείνη του Απόλλωνα, με τον Διόνυσο να θεωρείται κυρίαρχος του Χειμώνα. Στον ίδιο τόπο κάθε οκτώ χρόνια γιόρταζαν την άνοδο της Σεμέλης από το Κάτω Κόσμο.

Σε αντιδιαστολή με τον Ερμή, που εξασφαλίζει το πέρασμα στα αντίθετα ως θεός οδηγός ή θεός περαματάρης, ο Διόνυσος καταργεί τα σύνορα που υπάρχουν και αποδέχεται τα αντίθετα, τα ενσαρκώνει με αποτέλεσμα να καταργεί τους αυστηρούς διαχωρισμούς σε σχέση με τα υλικά και τα πνευματικά πεδία. Για παράδειγμα διάφοροι ερευνητές αναφέρουν την κατηγορία «άνθρωπος και ζώο» αφού η ακολουθία του αποτελείται από Σάτυρους, καθώς και την κατηγορία «άνδρας και γυναίκα», αφού ο ίδιος έχει μια γυναικεία πλευρά και φοράει πέπλο.

Στα Ανθεστήρια που ήταν διαδεδομένα και στην Ιωνία, που τελούνταν στην Αθήνα στο τέλος Φεβρουαρίου, ήταν γιορτή κατά την οποία οι νεκροί αναμειγνύονταν με τους ζωντανούς, και ο μόνος ναός που παρέμενε ανοικτός ήταν του θεού Διονύσου. Ήταν ο θεός των μεταμορφώσεων και των μασκαρεμάτων που παίρνουν μέρος την περίοδο όπου η χαρά, η αναστάτωση και η ανησυχία συνυπάρχουν.

Στην ιωνική γιορτή Λήναια που πραγματοποιείτο περίπου στα τέλη Ιανουαρίου υπήρχε ιδιαίτερη έμφαση στις Μαινάδες.

Στην περίπτωση των Ωσχοφορίων, που γιορτάζονταν στην Αθήνα τέλος Οκτωβρίου, οι νέοι κουβαλούσαν σταφύλια και παρέλαυναν μεταμφιεσμένοι σε κορίτσια. Επίσης και οι συμμετέχοντες στα Μεγάλα Διονύσια (εν άστει Διονύσια) που γιορτάζονταν στα τέλη Μαρτίου, στους κώμους φορούσαν γυναικεία ρούχα.

Στα κατ’ αγρούς Διονύσια, στις αρχές του Ιανουαρίου, οι αγρότες λάτρευαν μια αρχαϊκή όψη του Διονύσου ο οποίος αναπαρίστατο από έναν στύλο με μάσκα και διακοσμημένο με κλήμα.

Ο θεός Διόνυσος με δέρμα
λεοπάρδαλης και εμφανή
γυναικεία χαρακτηριστικά

Προς τιμήν του Διονύσου τελούνταν, συνολικά, τα Μεγάλα Διονύσια ή Διονύσια εν άστει, μία εκ των μεγαλυτέρων αττικών εορτών, τα Μικρά Διονύσια ή εν ‘Aγραις Μυστήρια, εορτή σχετικά με τα Ελευσίνια, οι Χύτροι 3η ημέρα της εορτής των Ανθεστηρίων, οι Χόες 2η ημέρα της εορτής των Ανθεστηρίων, τα Πιθοίγια 1η ημέρα της εορτής των Ανθεστηρίων και τα Λήναιαμια από τις αρχαιότερες μεγάλες εορτές. Με τις εορτές αυτές οι αρχαίοι Έλληνες ευχαριστούσαν τον θεό για το δώρο του και για την ξενοιασιά, που απλόχερα τους μοίραζε.

Οι κάτοικοι της Ικαρίας τιμούσαν ιδιαίτερα το θεό Διόνυσο. Εδώ καλλιεργήθηκε ιδιαίτερα ο διθύραμβος, ο ύμνος προς το θεό, που συνέθεσε ο μουσικός Αρίωνας. Μάλιστα, πρόσθεσαν και κάτι καινούριο. Στο μουσικό αυτό ύμνο πρόσθεσαν στίχους. Κι επειδή αυτή τη σύνθεση την τραγουδούσαν άνθρωποι μεταμφιεσμένοι σε τραγόμορφους Σατύρους, την ονόμασαν τραγωδία.Βέβαια, λατρευτικές εκδηλώσεις για το θεό του αμπελιού γίνονταν και σε πολλές άλλες περιοχές. Όσοι παρευρίσκονταν σε αυτές τις εκδηλώσεις έπρεπε να συμμετέχουν ενεργά πίνοντας κρασί και χορεύοντας υπό την επήρεια της μέθης. Όσοι αρνούνταν, ήταν εχθροί του θεού και επέσυραν την οργή του.

Στον Ορχομενό της Βοιωτίας και στο ‘Aργος γιορτάζονταν προς τα τέλη του χειμώνα τα Αγριώνια (ή Αγριάνια). Στον Ορχομενό η συγκεκριμένη γιορτή είχε ως κεντρικό της θέμα τις ψυχές, με μυθολογική αναφορά στη μανία των Προιτίδων και τη θανάτωση των παιδιών τους. Ο μυθολογικός πυρήνας αυτής της γιορτής στο ‘Aργος ήταν η μανία των θυγατέρων του βασιλιά Μινύα, που τόλμησαν να αμφισβητήσουν το Διόνυσο και η θανάτωση του εγγονού του Ίππασου. Επίμονα αρνούνταν να λάβουν μέρος στις λατρευτικές τελετές οι κόρες του βασιλιά Μίνωα, όπως και του βασιλιά Προίτου. Προσβλημένος ο Διόνυσος τις έκανε να χάσουν τα λογικά τους, ενώ άλλοι ισχυρίζονται ότι για τη μανία που κατέλαβε τις νεαρές κόρες του Προίτου υπεύθυνη ήταν η Ήρα.

Κάπως έτσι τραγικό τέλος βρήκε τον Πενθέα που θέλησε να παρακολουθήσει κρυφά τις οργιαστικές εορτές. Οι Μαινάδες, μια από τις οποίες ήταν και η μητέρα του, μέσα στη μανία που τις είχε καταλάβει, όρμησαν επάνω του και τον κατασπάραξαν. Όλες αυτές οι γιορτές ήταν αιτία συγκέντρωσης του πληθυσμού και συμμετοχής του σε δημόσιους χορούς, ενώ συμμετείχε το μεγαλύτερο ποσοστό των κατοίκων της πόλης. Σε αυτές τις γιορτές δεν υπήρχαν κοινωνικές τάξεις όλοι ήταν ίσοι, όλοι μπορούσαν να λάβουν μέρος και έτσι τα σύνορα που διαχωρίζουν τα πάντα αρχίζουν να θολώνουν ώστε να μην υφίστανται.

Στον μύθο επιμένει η αποχαλίνωση που φέρει η διονυσιακή μανία, αλλά στους δρόμους της πόλης η ακολουθία του θεού σταδιακά αρχίζει να λαμβάνει μια περισσότερο ελεγχόμενη εμφάνιση, και τα όργια τα διονυσιακά μια θεσμοθετημένη μορφή. Υπάρχουν επιγραφές που μαρτυρούν την επίσημη ύπαρξη των θιάσων των μαινάδων και το πολιτικό πλαίσιο της μύησης στα μυστήρια. Οι θίασοι και οι λατρευτικές εταιρείες οι οποίες πολλαπλασιάζονται κατά την ελληνιστική περίοδο, δέχονται πολλά μέλη τους οποίους συνήθως η θρησκεία τους αγνοούσε και ειδικά τις γυναίκες, καθώς δεν είχαν λόγο εκείνη την περίοδο. Ένας κανονισμός καθόριζε την ύπαρξη της ιέρειας και τους όρους τέλεσης των μυστηρίων. Ένα κομμάτι ωμού κρέατος, το οποίο η ιέρεια έπρεπε να το τοποθετήσει μέσα στο κάνιστρο, μας υπενθυμίζει την τελετουργία της ωμοφαγίας. Η πορεία προς στο βουνό μετατρέπεται σε πομπή και η έκσταση αρχίζει να υπακούει σε συγκεκριμένους κανόνες.

Τα αττικά αγγεία του 5ου αιώνα Π.Κ.Ε. παρουσιάζουν δύο εικόνες του εορτασμού του Διονύσου μέσα στην πόλη. Ο κώμος, η ακολουθία ανδρών, πίνει άφθονο κρασί και χορεύει παίζοντας μουσική με τον αυλό και τη βάρβιτο, ενώ οι Μαινάδες κρατούν τον θύρσο και είναι στεφανωμένες με τον κισσό, εξοπλισμένες με κύπελλα για τη λατρεία του θεού, άλλοτε σοβαρές και άλλοτε παραδομένες στη έκσταση και στο παραλήρημα.

Ο χώρος δράσης του θεού δεν περιοριζόταν μόνο στη γεωργία με την ιδιότητά του ως προστάτη της καλλιέργειας του αμπελιού ή γενικότερα ως σύμβολο της διαδικασίας της βλάστησης που πεθαίνει και ξαναγεννιέται κάθε χρόνο. Η λατρεία του στις πόλεις συνδεόταν, όπως και η λατρεία άλλων θεών (Απόλλωνα) με την ενηλικίωση των νέων.

Το κύριο επίθετο του Διονύσου είναι Βάκχος, όπως και Βάκχιος, Βακχείος, Βακχεύς, τα οποία σημαίνουν τον θεό σε κατάσταση ενθουσιαστικής μανίας που καλλιεργεί η λατρεία του και δηλώνει το ρήμα βακχεύειν. Κατάσταση ευδαιμονίας για τους λάτρεις του, αλλά και φοβερό όπλο του θεού, η μανία, κατά των εχθρών του ή όσων δεν τον αποδέχονται. Ο Πίνδαρος τον χαρακτηρίζει και σαν «καθαρτικόν» της μανίας, αποκαλύπτοντας μία άλλη πλευρά της διονυσιακής μανίας. Εκείνος που πάσχει από υστερικές ή άλλες ψυχικές διαταραχές, μανίες, βρίσκει θεραπεία μόνο με τη συμφιλίωση προς τη θεότητα, η οποία όπως πιστεύουν, τις διεγείρει. Μπαίνοντας οι πάσχοντες στο διονυσιακό θίασο συμφιλιώνονται με το θεό, ο οποίος τους φέρνει σε κατάσταση έκστασης ως ένα είδος προνομιακής επικοινωνίας μαζί του. Έτσι θεραπεύονται, με την έννοια ότι, η κατάστασή τους δεν είναι πια καταπιεστική για αυτούς και ό,τι τους απόκοβε από την κοινότητα βρίσκει μέσα στο θίασο την έκφρασή του. Έτσι ο Διόνυσος από μανιοδότηςείναι συγχρόνως και απελευθερωτής από τη μανία.

Ο εύθυμος θεός ταξιδεύοντας επισκεπτόταν πολλές χώρες και πολιτείες για να μάθει στους ανθρώπους πώς να καλλιεργούν τα κλήματα και πώς να φτιάχνουν από τους καρπούς το κρασί. Και βέβαια, ως θεός της χαράς και του κεφιού, δεν ταξίδευε μόνος του. Τον ακολουθούσε ένα πολύβουο πλήθος. Στο πλήθος αυτό έβλεπες γυναίκες που χόρευαν μ’ έξαλλο τρόπο, τις Μαινάδες, όπως λέγονταν, και παράξενα όντα που ήταν άνθρωποι και ζώα μαζί. Αυτούς τους αποκαλούσαν Σατύρους και Σιληνούς. Με επικεφαλή τον Διόνυσο η μεγάλη πολύβουη παρέα, ξεσήκωνε τον κόσμο με τις φωνές και τα τραγούδια μεταδίδοντας τον ενθουσιασμό και τη χαρά τους. Το κρασί έρεε άφθονο και το γλέντι έφτανε στο αποκορύφωμα.

Οι Μαινάδες αντιπροσώπευαν το θηλυκό στοιχείο της συντροφιάς και κρατούσαν στο χέρι τους τον θύρσο, ένα καλάμι τυλιγμένο με φύλλα κισσού ή κλήματος, όπως ο Διόνυσος. Μερικές φορές κρατούσαν φίδια ή άλλα ζώα. Τα ρούχα τους είναι ελαφρά για να μπορούν να χορεύουν χωρίς δυσκολία. Οι Σάτυροι κι οι Σιληνοί ήταν περίεργα όντα, άνθρωποι έως τη μέση και στο κάτω μέρος του σώματος ζώα. Ήταν φαλακροί, με μυτερά αυτιά και ουρά, οι Σάτυροι είχαν πόδια και ουρά τράγου, ενώ οι Σιληνοί είχαν πόδια αλόγου. Πάντα συνόδευαν τον Διόνυσο στο γλέντι, χορεύοντας ασταμάτητα με τη συνοδεία μουσικών οργάνων ή παίζοντας οι ίδιοι τον αυλό και την κιθάρα. Ήταν όμως και πιστοί υπηρέτες του Διονύσου. Έτρεχαν να βοηθήσουν όταν τους καλούσε στον τρύγο και στο πατητήρι. ‘Aλλωστε αυτή η δουλειά για τους εύθυμους συντρόφους του θεού γινόταν διασκέδαση.

Με έμβλημα τον φαλλό, το δένδρο -εξ ου και η προσωνυμία δενδρίτης- ή τον ταύρο είναι θεός της γονιμότητας και προστάτης των καλλιεργειών, κυρίως της αμπέλου. Ωςενθουσιαστικός Διόνυσος, με εμβλήματα τον θύρσο και τη δάδα, όπως επίσης την ακολουθία, των Μαινάδων, των Βακχών, των Θυιάδων, των Ληνών και των Βασσαριδών, όπως τις μετέφερε η μυθολογική αφήγηση. Στην αρχαιότερη μορφή του είναι οντότητα του Κάτω Κόσμου και φέρει την προσωνυμία Ζαγρεύς. Είναι γιος του καταχθόνιου Δία και της Περσεφόνης. Κατά τον Ν. Παπαχατζή σε αυτή του τη μορφή οι Ορφικοί τον ενσωμάτωσαν ως την κυριότερη θεότητά τους, ερχόμενοι σε αντίθεση με τους διονυσιαστές, τους οπαδούς του ενθουσιαστικού Διονύσου.

Εκστατικός διονυσιακός χορός.
Η αριστερή μορφή είναι μαινάδα
η οποία χορεύει κρατώντας
στο χέρι της ένα φίδι.

Ο Διόνυσος, ως θεός των δένδρων και των φυτών, πραγματοποιεί την επιστροφή στο «ζωώδες πάθος» της φύσης, μακριά από τους περιορισμούς και τις αποκρυσταλλώσεις που επιβάλλει ο εξορθολογισμός, κάτι που διακρίνεται άμεσα στις Βάκχεςτου Ευριπίδη. Με την προσωνυμία βρόμιος λατρεύτηκε κυρίως ως θεός γεννημένος από το δημητριακό βρόμος, ίσως, αν και όχι σίγουρα, καταγωγή του οινοπνευματώδες ποτού που παράγεται από τη βρώμη.

Στην αρχαία Ελλάδα αυτή η στενή σχέση μεταξύ δράματος και μυθολογίας συνοψιζόταν στο προσωπείο, τη μάσκα που συμβόλιζε τον ίδιο τον Διόνυσο και ταυτόχρονα μια διαδικασία μέσω της οποίας οι συμμετέχοντες αντιλαμβάνονταν μια αναλαμπή των άγριων παράδοξων που συσχετίζονταν σε μύθους και θεσπίζονταν ως ιεροτελεστίες ή μυστηριακά δρώμενα. Τέτοιες μυστηριακές παραδόσεις ήταν κοινός τόπος στον αρχαίο κόσμο και μερικές είναι γνωστό ότι διήρκεσαν για χιλιάδες χρόνια. Για τους αρχαίους Έλληνες το προσωπείο ή persona ήταν ένα σύμβολο της ενότητας στη δυαδικότητα. Εκείνος που τη φορούσε ήταν ταυτόχρονα ο ίδιος και κάποιος άλλος, ή γινόταν προσωρινά η persona (που στα Ελληνικά σημαίνει ηχώ μέσω, δηλαδή μιλώ μέσω της μάσκας), ένας από τους χαρακτήρες του δράματος (dramatis personae). Το προσωπείο «κρατούσε ενωμένες» τις δύο ταυτότητες και φυσικά έπαιζε το ρόλο της πύλης ανάμεσα σε διαφορετικά βασίλεια ή κόσμους εμπειρίας. Τούτη η μετάβαση στην επικίνδυνη, σκιώδη σφαίρα του κάτω κόσμου, του χάους και του θανάτου είναι βασικό θέμα στη διονυσιακή λατρεία. Όπως παρατηρεί ο Γκόντγουιν (Godwin), είναι χαρακτηριστικό των θεών που κατεβαίνουν στον κάτω κόσμο για να λυτρώσουν τις περιπλανώμενες ψυχές.

Ο θεός του γλεντιού δεν είχε πολλές ερωτικές περιπέτειες, όπως οι υπόλοιποι θεοί. Οι γυναίκες στη ζωή του είχαν διαφορετική θέση: υπήρξαν παραμάνες του όταν ήταν μικρός και συντρόφισσές του στα ασταμάτητα γλέντια του. Κάποτε ερωτεύτηκε την όμορφη Αριάδνη, όταν την είδε να κοιμάται ήρεμα και γαλήνια, μοιάζοντας με θεά. Η κόρη του Μίνωα μαζί με τον Θησέα επέστρεφαν στην Αθήνα από την Κρήτη. Ξυπνώντας ένα πρωί στη Νάξο η Αριάδνη βλέπει πως ο σύντροφός της έφυγε και την εγκατέλειψε. Χωρίς να το ξέρει η ίδια, είχε έρθει ο Διόνυσος στο όνειρο του Θησέα και με απειλές τον ανάγκασε να φύγει για να κάνει δική του την όμορφη νέα. Ολομόναχη όπως ήταν στο έρημο νησί, σαν σωτήρας εμφανίστηκε ο θεός μπροστά της, νέος, γεροδεμένος, στεφανωμένος ως συνήθως με κισσόφυλλα. Αφού έγινε ο γάμος τους, πέταξαν με το άρμα του θεού προς τον ουρανό.

Έκσταση και Μεταμορφώσεις του Διονύσου

Η έκσταση είναι η σημαντικότερη όψη του διονυσιασμού. Είναι μια τελετουργική συμπεριφορά για την επίτευξη αλλαγής της κατάστασης συνείδησης. Με τον τρόπο αυτό είναι δυνατή η μετουσίωση σε μια διαφορετική συνειδητότητα. Η έκσταση, εκτός από την άμεση ατομική επικοινωνία με τη θεότητα, είναι ταυτόχρονα και συλλογική, κοινωνική στα πλαίσια του δραματικού θιάσου. Δεν είναι μια κατάσταση κρίσης που απομονώνει το άτομο από την εσωτερική του εμπειρία, «σύμφωνα με την οποία ο διονυσιασμός είναι ένα μέσο για την ανακάλυψη μιας αιώνιας εσωτερικής ζωής και ενός μυστικισμού», όπως αναφέρει ο ‘Ερβιν Ρόντε (E. Rohde) στο βιβλίο του Η Ψυχή.

Οι γυναίκες που συνοδεύουν το Διόνυσο κατά την επιστροφή του στη Θήβα στην τραγωδία «Βάκχαι» του Ευριπίδη και οι οποίες αποτελούν το θίασό του, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η τρέλα και η μανία τους είναι μια κατάσταση ελεγχόμενη, αντίθετα από τη λύσσα που θα πιάσει όσους αμφισβητούν ή αρνούνται το θεό. Η αντίθεση ανάμεσα στην τελετουργική τρέλα και στη κτηνώδη τρέλα υπάρχει και σε άλλους μύθους που σχετίζονται με το Διόνυσο και τις θείες εκδηλώσεις του. Η τρέλα αυτή υπάρχει στο βασίλειο του Διονύσου, αλλά το τίμημα θα το πληρώσει όποιος δεν ξέρει πώς να κοιτάξει το θεό ίσια στα μάτια ώστε να ανακαλύψει τον έσω εαυτό του, μέσα από την άδεια μάσκα.

Ο Διόνυσος ανάμεσα στις μορφές που παίρνει, μεταμορφώσεις σε ζώο, ή φυτό ή αστέρι, είναι η αλλοίωση (μετουσίωση και ιεροποίηση) της πραγματικότητας που το μεθύσι (θεία μέθη) φέρνει στον άνθρωπο. Ο διονυσιακός συμβολισμός όμως αφορά και τη μεταμόρφωση του θεατή που γίνεται την ώρα της παράστασης. Η συνύπαρξη του μύθου και του θεατή δημιουργεί έναν νέο άνθρωπο, ο οποίος ξαναγεννιέται, όπως ο ίδιος ο Διόνυσος. Δεν πρέπει επίσης να λησμονούμε ότι στο διονυσιακό μεθύσι, σε συνδυασμό με το απολλώνιο πνεύμα, στηρίζει ο Νίτσε τη θεωρία για την αρχαία ελληνική, αλλά και παγκόσμια, δημιουργία της θεατρικής τέχνης τη Γέννηση της Τραγωδίας. Σύμφωνα με την παράδοση που ενώνει, κατά κάποιον τρόπο, τη σκηνή με το αμπέλι λέγετε πως, το πρώτο μακιγιάρισμα στην ιστορία έγινε με το κατακάθι του κρασιού.

Είναι ιδιαίτερα σημαντική η μάσκα λοιπόν, απών και παρών ταυτόχρονα ο Διόνυσος, προσφέρει σε αυτούς που θα τον ανακαλύψουν μια εικόνα του ‘Aλλου κι αυτού που γίνεται άλλο.

Μορφές και Σύμβολα του Διονύσου

Στις παραστάσεις της αρχαιότητας δίνονταν στους θεούς μορφές ζώων, και όταν αυτές οι μορφές γίνονταν ανθρώπινες τα ζώα που τους αντιπροσώπευαν μεταβλήθηκαν σε απλά εμβλήματα. Στους διονυσιακούς θιάσους επέβαλλαν τον ζωομορφισμό των θεών τους, έτσι ο θεός παρουσιάζεται με τη μορφή του λιονταριού, όπου κατά τους προϊστορικούς χρόνους υπήρχε στην Ελλάδα. Στην ουσία όμως το λιοντάρι δεν ανήκει στα ζώα της διονυσιακής ωμοφαγίας κι η συνένωσή του με το Διόνυσο ή μας έρχεται από παλαιότερη ισάξια θεότητα ή σχετίζεται με τη σεληνιακή πλευρά του Διονύσου. Αντίθετα ο μικρός πάνθηρας εμφανίζεται στα χέρια της συνοδείας του, των Μαινάδων, σαν ένα ζώο διονυσιακού σπαραγμού ενώ το δέρμα του αποτελεί συχνά ένδυμα τόσο των Μαινάδων όσο και του Διονύσου.

Από τις πρώτες ζωομορφικές μορφές του Διονύσου την πρώτη θέση κατέχει ο Ταύρος. Στις «Βάκχες» ο Χορός τον αποκαλεί σαν ταύρο, και ο Πενθέας τον βλέπει να έρχεται σαν ταύρος. ‘Aλλη ζωομορφική μορφή του Διονύσου είναι το φίδι. Τα φίδια βρίσκονται συνέχεια στα χέρια και στα κεφάλια των Μαινάδων, αλλά τα συναντάμε και σε άλλες λατρείες. Αρχικά σαν σεληνιακά ζώα που σχετίζονται με τις μυήσεις που υπόσχονται αναγέννηση και ανανέωση, διότι αυτό το ζώο πιστεύεται ότι αναγεννιέται, ανανεώνεται συνέχεια με την αλλαγή του δέρματός του, αλλά και σαν παράσταση του Θείου Βρέφους, στη βαθύτερη καταγωγή του. Και ο γάιδαρος ήταν επίσης από τα ζώα που αφιερώνανε στο Διόνυσο, σπανιότερα του αφιέρωναν το άλογο, καθώς και το λαγό και τη μέλισσα, ενώ ο σκύλος εικονίζεται να συνοδεύει κάποιες φορές τον θεό.

Με την επίδραση της Ασιατικής λατρείας του Διονύσου, παρουσιάζονται κοντά στα άλλα οικεία του ζώα, το λιοντάρι, ο πάνθηρας, ο τίγρης, ο λύγκας. Τόσο ο ίδιος ο θεός όσο και οι συνοδοί του εικονίζονται συχνά να ανεβαίνουν σε τούτα τα θηρία, που τα έχουν ημερέψει. Ο Διόνυσος εικονίζεται συνήθως να φοράει ένδυμα από δέρμα γίδας, τράγου ή μικρού ελαφιού, αργότερα δε και από δέρμα πάνθηρα, ενώ το κυριότερο σύμβολο ήταν, φυσικά, το κλήμα. Ο θεός του κρασιού και τα πρόσωπα της ακολουθίας του παρουσιάζονται σχεδόν πάντοτε στεφανωμένοι με κληματοβλάσταρα και σε πολλές παραστάσεις εικονίζεται ο Διόνυσος να κρατάει μια κληματόβεργα στο χέρι. Εξίσου και ο κισσός είχε πάντα σπουδαία θέση στην λατρεία του θεού.

Είναι αφιερωμένα στο Διόνυσο και άλλα φυτά και δέντρα όπως η βαλανιδιά, η μυρτιά, το πεύκο, καθώς και η μηλιά, η καρυδιά, η ροδιά και προπαντός η συκιά. Από ξύλο συκιάς ήταν φτιαγμένα τα αρχαιότερα αγάλματα του θεού και από το ίδιο ξύλο έφτιαχναν τους φαλλούς, που κρατούσαν σε ορισμένες γιορτές οι πιστοί. Από τα λουλούδια, την πρώτη θέση ως σύμβολο του Διονύσου είχε το τριαντάφυλλο ενώ κάποιες φορές πρόσθεταν και τον ασφόδελο. Ένα από τα αρχαιότερα σύμβολά του ήταν το κουφόξυλο που ο μίσχος του έδωσε την ιδέα του θύρσου, το σπουδαιότερο σύμβολο του θεού. Ο θύρσος ήταν για το Διόνυσο ότι το κηρύκειο για τον Ερμή και είχε υποστεί πολλούς μετασχηματισμούς ενώ πολλές φορές χρησίμευε ακόμη και ως όπλο, ως μαγικό ραβδί. Του αποδόθηκε αυτή η ιδιότητα κάτω από την επίδραση του ορφισμού, που μας δείχνει το Διόνυσο να χτυπάει τους πιστούς του με το θύρσο για να τους εμπνεύσει τον ενθουσιασμό, που άγγιζε τα όρια της θείας τρέλας. Ως όπλο χρησιμοποιείτο και ο διπλός πέλεκυς που καμιά φορά γύρω του τυλίγονταν γεμάτα τσαμπιά από σταφύλια, ενώ τους πυρσούς, που έπαιζαν ρόλο στα νυχτερινά όργια, τους κρατούσαν συνήθως τα πρόσωπα της συνοδείας του θεού και πολύ σπάνια ο ίδιος ο Διόνυσος.

Έπαιζαν και τα μουσικά όργανα σημαντικό ρόλο στις βακχικές γιορτές, όπως αυλοί, σύριγγες, κύμβαλα, τύμπανα, και άλλα. Το ίδιο ίσχυε και για τα προσωπεία – μάσκες: είτε είναι τραγικά, κωμικά ή σατυρικά, όπου η αρχαιότητα μάς έχει κληροδοτήσει μερικές ενδιαφέρουσες αναπαραστάσεις τους.

Απεικόνιση μάσκας με τη
μορφή του θεού Διονύσου.

Σχέσεις Διονύσου με ‘Aλλες Παραδόσεις

Διόνυσος-Όσιρις

Ο Διόνυσος είναι θνήσκων θεός όπως ο Όσιρις, ο οποίος σχετίζεται με μυστηριακές τελετές βασισμένες στις παραστάσεις των παθών του. Σημαντική είναι επίσης η θέση των φαλλικών στοιχείων στη λατρεία του, ενώ οι φαλλικές πομπές της λατρείας του παρομοιάζονται με τις διονυσιακές φαλληφορίες. Ο Όσιρις σχετίζεται με το κλήμα και το κρασί και, οι ιερείς των μυστηρίων του κρατάνε θύρσους και κισσούς. Τον κισσό, το ιερό διονυσιακό φυτό, στην Αίγυπτο το λένε «χενόσιριν», που μεταφράζεται «φυτό του Όσιρι».Η μυθολογία του Όσιρι είναι παρόμοια με τη διονυσιακή μυθολογία. Η Σεμέλη γεννά από το Δία βρέφος όμοιο του Όσιρι και ο Κάδμος το τυλίγει σαν μούμια. Ο Όσιρις αναθρέφεται στη Νύσα της Αραβίας τον υιοθετεί ο Δίας και ονομάζεται Διόνυσος, βρίσκει τα τραγούδια και τους χορούς στην Αιθιοπία συναντά τους Σατύρους και τις εννιά κόρες που οι Έλληνες τις λένε Μούσες, φεύγει για την Ινδία ιδρύοντας την πόλη Νύσα και από εκεί επιστρέφει όπως ο Διόνυσος στην Ευρώπη.

Διόνυσος–Χριστός 

Η αρχαία θρησκεία έχει το ίδιο σύμβολο με τη νέα θρησκεία, το κεντρικό σύμβολό τους είναι το κλήμα. Τα σύμβολα του κρασιού και του κλήματος κυριεύουν τη νέα θρησκεία, ο Διόνυσος που παρουσιάζεται σε τοιχογραφία από την Πομπηία και που στο όνομά του τελούνται μυστήρια κατά τον 3ο χριστιανικό αιώνα, αντιμετωπίζει τον Ιησού. Η παράσταση ξαναβρίσκεται στα ποιήματα που αποδίδονται στον Οριέντιο και ο συμβολισμός τους ξετυλίγεται στη μετά – μεσαιωνική εικονογραφία, το παράξενο θέαμα του Ιησού που στύβεται με μηχανικό μέσο, μέσα σε ληνό, πιεστήρι. Σύμβολο αθανασίας το διονυσιακό κλήμα αναδύεται με οργιαστική βλάστηση σε ζωγραφιές κατακομβών και στη γλυπτική των σαρκοφάγων. Τους ταυτισμούς ή τις διασταυρώσεις τις διαβεβαιώνει η ορφική εικονογραφία των κατακομβών και άλλων χριστιανικών μνημείων. Ο Ορφέας παρουσιάζεται, όπως στην αρχαία εικονογραφία, να προσελκύει τα θηρία με τη λύρα του, ύστερα να ανακαλεί με την ίδια παράσταση σε παλαιές εικόνες, για να φτάσει τέλος στη νέα παράσταση του Καλού Ποιμένος. Υπάρχει μια σφραγίδα του 3ου – 4ου αιώνα, με έναν εσταυρωμένο κάτω από μισοφέγγαρο και εφτά αστέρια (σύμβολα της αστρικής αθανασίας) και με την επιγραφή «Ορφέας Βακχικός» που δείχνει πως ο Εσταυρωμένος δεν είναι ο Ιησούς μα μια διονυσιακή μορφή, ο Ορφέας «των Διονυσιακών Μυστηρίων». Τα δράματα των δύο θεοτήτων έχουν ενωθεί και είναι και οι δύο θυσιασμένοι θεοί. Και οι δύο θεοί σχετίζονται με το «κέντρο» (τσάκρα) της Καρδιάς, όμως, το κέντρο της Καρδιάς δεν είναι μόνο το κέντρο του θυσιασμένου θεού, αλλά το κέντρο του θεού της Μέθης, μιας μέθης που περιέχει την πνευματική φώτιση. Σε αυτό το κέντρο αντιστοιχεί επίσης και ο Όσιρις.

Διόνυσος και Σκάντα Μουρούκαν

Επί δεκαετίες, η ινδολογική έρευνα υποτίμησε τη σχέση μεταξύ του Διόνυσου και του Σκάντα-Μουρούκαν, ευνοώντας τη σύγκριση του Διόνυσου με τον μυθολογικό πατέρα του Σκάντα, τον Σίβα. Ωστόσο, υφίσταται ένα αξιοπρόσεκτο πρότυπο αντιστοιχιών μεταξύ του Διόνυσου και του Σίβα. Και οι δύο προσδιορίζονται από την εκστατική κατοχή, τον οίνο, τα βουνά, τα άγρια ζώα, τις ξέφρενες γυναίκες, τον μανικό χορό, τη γονιμότητα και ιδιαίτερα τη συνύπαρξη των αντιθέτων.

Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι, οι αρχαίοι Έλληνες επισκέπτες της βόρειας Ινδίας έκαναν επίσης τον ίδιο προσδιορισμό. Από το 300 Π.Κ.Ε., ο Μεγασθένης, πρέσβυς του Σέλευκου Α΄ στον Τσαντραγκούπτα Μορύα, αναφέρεται στο θεό που κατοικεί στα βουνά (Σίβα) ως Διόνυσο.

Ο Διόνυσος ως γιος του θεού Δία απεικονίζεται να κάθεται δεξιά του στα ολύμπια δώματα, αλλά και ο γιος του Σίβα Σκάντα, στη γνωστή απεικόνισή του ως Σομασκάντα κάθεται δίπλα στον Σίβα στο όρος Καϊλάσα. Όπως και ο Διόνυσος έτσι και ο Σκάντα Μουρούκαν, «δεν είναι μήτε παιδί ούτε άντρας, αλλά αιώνιος έφηβος, καταλαμβάνοντας μια θέση ανάμεσα στους δύο». Με αυτή τη μορφή, αντιπροσωπεύει «το πνεύμα της ενέργειας και της μεταμορφωτικής δύναμης του παιχνιδιού» γεμάτο πονηριά, εξαπάτηση και στρατηγικές που είναι είτε διαβολικές ή θείες. Εδώ, αποκαλύπτεται η κοινή συγγένειά τους με τον Ερμή, το θεό της πονηριάς, της κλοπής και της ευγλωττίας, του οποίου τοκηρυκείο, η μαγική ράβδος του αγγελιαφόρου βρίσκει το αντίστοιχό του στο βελ του Σκάντα-Μουρούκαν (Ταμίλ: «λόγχη»), το Τζνάνα Σάκτι (ή δύναμη της γνώσης).

Στην ελληνική μυθολογία, ο Διόνυσος γεννιέται από τον μηρό του πατέρα του και παραδίδεται σε δώδεκα νύμφες ή υδάτινα πνεύματα, τις Υάδες, οι οποίες γίνονται τροφοί του θεϊκού παιδιού και αργότερα εξυψώθηκαν στο ουράνιο στερέωμα ως αστερισμός των Πλειάδων. Κατά τον ίδιο τρόπο ο Σκάντα, γεννημένος από τον ίδιο τον Σίβα, κατεβαίνει στη γη και βρίσκεται σε ένα έλος, περιτριγυρισμένος από έξι υδάτινα πνεύματα, τις νεράιδες Κριττίκα, που γίνονται τροφοί του θεού και αργότερα εξυψώνονται ως αστερισμός Κριττίκα –που δεν είναι άλλος βέβαια από τον αστερισμό των Πλειάδων. Επίσης, όπως ο Διόνυσος είναι Πυριγενής, έτσι και ο Σκάντα αποκαλείται Αγκνιμπού. Ο Σκάντα είναι Σαραντχαγιάνμα, δηλαδή «γεννημένος σε έλος με καλαμώνα». Ο Διόνυσος με τη σειρά του είναι Λιμναίος, φέρει εγγενώς την ποιότητα της «λίμνης ή έλους». Ο Διόνυσος είναι Διθύραμβος, «διγενής», γεννημένος πρώτα από τη φωτιά και κατόπιν από το νερό. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Σκάντα γεννιέται πρώτα από το πύρινο στοιχείο, στο τρίτο μάτι του πατέρα του και κατόπιν γεννιέται για δεύτερη φορά στο υδάτινο στοιχείο του Σαραβάνα, ενός καλαμιώνα.

Στην ινδική κοσμοαντίληψη αυτή η ενέργεια ή δύναμη στα Σανσκριτικά σάκτι είναι θηλυκή εγγενής στον χαρακτήρα του Σκάντα-Μουρούκαν. Τόσο ο Διόνυσος, o oποίος αποκαλείτο περιφρονητικά «γυναικείος» όσο και ο Σκάντα Κουμάρα, το Ταμίλ όνομα του οποίου σημαίνει «ο τρυφερός», δεν είναι αμιγώς αρσενικοί θεοί, αλλά κατέχουν εξίσου ισχυρές θηλυκές όψεις. Οι γυναίκες ακόλουθοι του Καταραγκάμα παίζουν σημαντικό ρόλο στις ιεροπραξίες του όπως οι Αλάττι ‘Aμμας, για παράδειγμα, συνοδεύουν τον θεό σε όλες τις τελετουργικές πομπές του. Αντίθετα, ο Σίβα είναι μια αρσενική ιθυφαλλική θεότητα, που περιβάλλεται από στρατεύματα, ενώ οι Σκάντα και Διόνυσος σπάνια απεικονίζονται ως ιθυφαλλικοί θεοί. Βέβαια, ο Σίβα παρουσιάζεται ενίοτε ως ανδρόγυνος, αλλά η θηλυκή όψη του δεν είναι τόσο κυρίαρχη όσο στους δύο γιους.

Ο Διόνυσος στο Δένδρο της Ζωής
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι τόσο ο Χριστός, όσο ο Όσιρις και ο Διόνυσος ως θυσιασμένοι θεοί συμβολικά σχετίζονται με τη σεφίρα Τίφαρετ του καββαλιστικού Δένδρου της Ζωής. Όλη η μυθολογία του αρχικού θανάτου (του Ζαγρέα) και της επακόλουθης πνευματικής αναγέννησης που συναντάμε στη μυθολογία του Διονύσου συμπυκνώνεται και εκφράζεται στο συμβολισμό του Τίφαρετ όπου ουσιαστικά ο Κατώτερος Εαυτός (προσωπικότητα) θυσιάζεται για να αναγεννηθεί ως Ανώτερος Εαυτός (ατομικότητα). ‘Aλλωστε στη σεφίρα του Τίφαρετ υπάρχει εκείνη η Θεία Μέθη που πηγάζει από την Καρδιά και η οποία οδηγεί στην ταύτιση του Εαυτού με τον Κόσμο ολάκερο.

Η εμπειρία του Διονύσου σχετίζεται με την ιεροποίηση της ίδιας της ζωής. Η παρουσία του σηματοδοτεί ένα είδος βαθύτατης θείας μέθης που είναι ταυτόσημο με την ένωση με τον Ανώτερο Εαυτό και την πόλωση προς τα πνευματικά επίπεδα. Είναι εκείνη η πνευματική παρουσία που μετουσιώνει την ύλη και εκφράζεται ως ζωτική δύναμη και ως μεστή χαρά για τη ζωή σε κάθε της έκφανση. Είναι εκείνη που οδηγεί στην αντίληψη της ζωή ως μιας εκστατικής περιπέτειας και ως ενός μαγικού ταξιδιού αυτογνωσίας και προσφοράς. Είναι η πνευματική αναγέννηση για την οποία μιλούν οι εσωτερικές παραδόσεις των λαών του κόσμου, εκείνη η δεύτερη γέννηση του Διονύσου κατά την οποία ο άνθρωπος πλέον αναγεννημένος ως θεός περιδιαβαίνει στη Γη απ’ άκρο σ’ άκρο μετουσιώνοντας τα πάντα με την ευλογία που σκορπά.

Παγκόσμια και ιδιόμορφη θεότητα ο Διόνυσος διαφέρει από τους αθάνατους θεούς, γιατί πεθαίνει, αλλά διαφέρει και από τους θνητούς, γιατί πεθαίνει πολλές φορές καιανασταίνεται. Αυτή η ιδιότυπη σχέση του με την αθανασία καθορίζει και την απομάκρυνσή του από τον Όλυμπο. Είναι κύριος του υγρού στοιχείου, θεός ναυτικός θεός συμποσιαστής και θεός πολιτισμικός. Οι υδάτινοι δρόμοι και η θεία μέθη συνδέουν τους δύο κόσμους, τον πάνω και τον κάτω, και ο Διόνυσος εμφανίζεται ως ο κύριος αυτής επικοινωνίας. Ο Ηράκλειτος θεωρούσε πως ο Διόνυσος και ο ‘Aδης είναι ένας και ο αυτός θεός, ενώ το συμπόσιο των νεκρών διατηρούσε για το ανθρώπινο γένος την ελπίδα της άλλης ζωής, εκεί όπου οι εκλεκτοί επαναλαμβάνουν την ιεροτελεστία της συνεύρεσης με τον Διόνυσο του Κάτω Κόσμου στον αέναο κύκλο της Ζωής και του Θανάτου.
Βιβλιογραφία
Harrisson J. E., Προλεγόμενα στη μελέτη της ελληνικής θρησκείας: Ο θεός Διόνυσος, Ιάμβλιχος, Αθήνα, 2003.
Παπαχατζής N., «Διόνυσος» στο Παγκόσμια Μυθολογία, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1989.

Ε.Ρ.

Πηγή