«Προϊούσης της προσευχής αιτούμεθα και λέγομεν: «τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον», άραγε γνωρίζουμε την πραγματική του σημασία;
   «Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον»,  δύναται και πνευματικώς και απλώς να νοηθή, επειδή και εκατέρα η ερμηνεία θεία ευδοκία λυσιτελεί εις σωτηρίαν.   Διότι άρτος ζωής ο Χριστός εστί, και ο άρτος ούτος ουκ εστί πάντων, αλλά ημέτερος εστί. Και ως λέγομεν «Πάτερ ημών», επειδή των πιστευόντων Πατήρ εστίν, ούτω και άρτον ημών καλούμεν αυτόν, επειδή ο Χριστός εστίν ο άρτος των πεινώντων, οίτινες γεύονται του σώματος αυτού.  

Τούτον δε τον άρτον αιτούμεθα να δίδωται ημίν καθ’ εκάστην, ίνα μη όσοι εν Χριστώ εσμέν και την Ευχαριστίαν ως τροφήν σωτηρίας καθ’ εκάστην λαμβάνομεν, γενομένου μεταξύ βαρύτερου τινός πλημμελήματος, καθ’ ον χρόνον αφεστώτες και μη κοινωνούντες απεχόμεθα από του θείου άρτου, χωριζώμεθα από του σώματος του Χριστού, αυτού κηρύττοντας και παραινούντος: «Εγώ ειμί ο άρτος ο ζων, ο εκ του Ουρανού καταβάς κτλ.».  

Οπως λοιπον, λέγει, εις ζωήν αιώνιον τρώγει, ον τις τρώγη εκ του άρτου αυτού, (ως είναι πρόδηλον ότι εκείνοι ζώσιν, οίτινες του σώματος αυτού άπτονται και την Ευχαριστίαν τω δικαίω της κοινωνίας λαμβάνουσιν), ούτω τουναντίον πρέπει να φοβώμεθα και να προσευχώμεθα, μη τις, καθ’ ον χρόνον αφεστώς χωρίζεται από του σώματος του Χριστού, απομένη μακράν της σωτηρίας αυτού απειλούντος και λέγοντος: «Εάν μη φάγητε την σάρκα του Υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς».

 Και διά τούτο «τον άρτον ημών», τουτέστι τον Χριστόν, καθ’ εκάστην να δίδωται ημίν αιτούμεθα, ίνα πάντοτε οι εν Χριστώ μένοντες και ζώντες από της αγιωσύνης αυτού και του σώματος μη απομακρυνώμεθα» (Περί Κυριακής προσευχής).  

Πηγή: Βιβλίο Αγίου Νεκταρίου «Μελέται περί των Θείων Μυστηρίων» εκδοθέν το πρώτον το 1915)