Σύντομα οι ειδικοί θα μπορούν να προβλέψουν με χρήση μιας απλής απεικονιστικής εξέτασης του εγκεφάλου αν ένα άτομο που βρίσκεται σε …
κώμα θα καταφέρει να συνέλθει από αυτό.

Μία από τις μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι θεράποντες γιατροί ατόμων με σοβαρούς τραυματισμούς του εγκεφάλου είναι το να διακρίνουν αν ο ασθενής βρίσκεται σε κατάσταση «φυτού» ή σε κατάσταση ελάχιστης συνείδησης.

Οι διαφορές

Τα άτομα που βρίσκονται σε κατάσταση «φυτού» έχουν συνήθως ανοιχτά τα μάτια ενώ μέσα στο 24ωρο περνούν από φάσεις ύπνου και εγρήγορσης. Ωστόσο δεν έχουν συναίσθηση του εαυτού τους ή των γύρω τους και δεν είναι σε θέση να σκεφθούν, να αποκριθούν ή να κάνουν εκούσιες κινήσεις.

Τα άτομα σε κατάσταση ελάχιστης συνείδησης εμφανίζουν πολύ λίγα και διακοπτόμενα σημάδια συνείδησης του εαυτού τους και αναγνώρισης του περιβάλλοντος.

Είναι πολύ σημαντικό για τους ειδικούς να μπορούν να διαχωρίσουν τις δύο καταστάσεις καθώς οι ασθενείς που βρίσκονται σε κατάσταση ελάχιστης συνείδησης θα είναι δυνατόν να λάβουν την κατάλληλη θεραπεία για να είναι σε θέση να επικοινωνούν (έστω σε κάποιον βαθμό), καθώς και να υποφέρουν όσο λιγότερο γίνεται. Οι συγκεκριμένοι ασθενείς αποκρίνονται πολύ καλύτερα στα φάρμακα, καθώς και σε ερεθίσματα που αφορούν ήχους, αγγίγματα, μουσική ή μυρωδιές.

Το μυστικό στον μεταβολισμό της γλυκόζης

Τώρα ερευνητές ανακάλυψαν ότι η ποσότητα γλυκόζης που καταναλώνουν τα εγκεφαλικά κύτταρα μπορεί να δείξει το επίπεδο συνείδησης ενός ασθενούς ο οποίος βρίσκεται σε κώμα, καθώς και αν είναι πιθανόν ο ασθενής αυτός να «ξυπνήσει» μέσα σε διάστημα ενός έτους.

Στο πλαίσιο της νέας μελέτης που δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση «Current Biology» οι ειδικοί από το Πανεπιστήμιο Γέιλ σε συνεργασία με συναδέλφους τους από τη Δανία και το Βέλγιο χρησιμοποίησαν τομογραφία FDG-PET – τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων με χρήση του ραδιοφαρμάκου φθοροδεοξυγλυκόζη. Το συγκεκριμένο ραδιοφάρμακο συμπεριφέρεται όπως η κανονική γλυκόζη μέσα στο σώμα, με αποτέλεσμα να καταδεικνύει τον συνολικό μεταβολισμό της γλυκόζης από τα κύτταρα.

Οι επιστήμονες προσπάθησαν να βρουν αν υπάρχουν συγκεκριμένα επίπεδα μεταβολισμού της γλυκόζης τα οποία δείχνουν σε ποια από τις δύο καταστάσεις («φυτού» ή ελάχιστης συνείδησης) βρίσκεται ένας ασθενής.

Η μελέτη

Συγκεκριμένα μελέτησαν 49 ασθενείς σε κατάσταση «φυτού» και 65 σε κατάσταση ελάχιστης συνείδησης – η διάγνωση είχε προκύψει με βάση τις στάνταρντ διαδικασίες που χρησιμοποιούν ως σήμερα οι γιατροί.
Οπως είδαν, με χρήση ενός συγκεκριμένου «κατωφλιού» των αποτελεσμάτων της τομογραφίας ΡΕΤ, ήταν δυνατός ο σωστός εντοπισμός της κατάστασης των ασθενών στο 88% των φορών.

Οι γιατροί έλεγξαν ξανά την κατάσταση των ασθενών ύστερα από ένα έτος. Ανακάλυψαν ότι 8 στους 11 ασθενείς που στην αρχή της μελέτης είχαν σκορ επάνω από το «κατώφλι» (γεγονός που τους κατέτασσε στην κατηγορία της ελάχιστης συνείδησης) έναν χρόνο αργότερα είχαν «ξυπνήσει». Οι υπόλοιποι τρεις ασθενείς είχαν πεθάνει μέσα σε αυτό το διάστημα.

Τρεις ασθενείς που με βάση τις συμβατικές μετρήσεις ανήκαν στην κατηγορία της ελάχιστης συνείδησης εμφάνιζαν σκορ κάτω από το «κατώφλι» που έθεσαν οι ερευνητές. Από τους δύο ασθενείς για τους οποίους υπήρχαν στοιχεία της εξέλιξης της κατάστασής τους ο ένας δεν εμφάνισε κάποια αλλαγή στην πορεία της υγείας του ενώ ο δεύτερος απεβίωσε.

Σωστή πρόβλεψη στην πλειονότητα των περιπτώσεων

«Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις μπορέσαμε να προβλέψουμε είτε το επίπεδο συνείδησης των ασθενών εκείνη τη στιγμή είτε την πορεία της  ανάρρωσής τους έναν χρόνο αργότερα» ανέφερε ο κύριος συγγραφέας της μελέτης Ρον Κούπερς και προσέθεσε: «Τα ευρήματά μας μαρτυρούν ότι υπάρχει ένα μίνιμουμ ενεργειακής απαίτησης για να αναρρώσει κάποιος έπειτα από έναν τραυματισμό του εγκεφάλου».

Από την πλευρά του, ο Γιόχαν Στέντερ από το Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης που επίσης συμμετείχε στη μελέτη σημείωσε ότι τα νέα ευρήματα δείχνουν πως ο εγκέφαλος «ανάβει» όταν τα επίπεδα γλυκόζης ξεπεράσουν ένα συγκεκριμένο κατώφλι.

«Πολύ σημαντικά» χαρακτήρισε τα νέα ευρήματα ο δρ Νίκολας Σιφ, καθηγητής Νευρολογίας και Νευροεπιστήμης στο Ιατρικό Κολέγιο Weill Cornell στη Νέα Υόρκη. Οπως είπε, τέτοιου είδους τεστ θα βοηθήσουν στην πρώιμη διάγνωση και στη σωστότερη θεραπευτική αντιμετώπιση των ασθενών που βρίσκονται σε κατάσταση «φυτού».

Πηγή