Η απεξάρτηση από τον άνθρακα και η μετάβαση σε μια ενεργειακή οικονομία χαμηλών ή και μηδενικών ρύπων συνοδεύεται από τεράστιες…
δαπάνες για επενδύσεις, αλλά και από τεχνικά εμπόδια, που ορισμένοι αναλυτές χαρακτηρίζουν ανυπέρβλητα.

Πόσω μάλλον όταν ηγέτες και διεθνείς οργανισμοί και αρμόδιοι φορείς την επιδιώκουν σε ορίζοντα μερικών δεκαετιών από σήμερα.

Η Κάθρην Χάρτνετ Γουάιτ γράφει στην ιστοσελίδα «The Hill» ότι πολιτικοί και άλλοι αρμόδιοι παράγοντες που «απεργάζονται» το τέλος της εποχής των ορυκτών καυσίμων, όπως ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα και η διευθύντρια της αμερικανικής Υπηρεσίας Προστασίας του Περιβάλλοντος (EPA), Τζίνα ΜακΚάρθυ «είτε είναι ανυποψίαστοι είτε αδιάφοροι σχετικά με την κολοσσιαία, στα όρια της ματαιοπονίας, προσπάθεια που απαιτείται και τους οικονομικούς κινδύνους που συνεπάγεται μια βεβιασμένη μετάβαση από τα ενεργειακά “πυκνά” ορυκτά καύσιμα στις συγκριτικά “αραιές” Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, όπως τα αιολικά, τα φωτοβολταϊκά και οι μονάδες βιομάζας».

Σύμφωνα με τον διάσημο ενεργειακό αναλυτή Βάκλαβ Σμιλ, καθηγητή στο Τμήμα Περιβάλλοντος στο καναδικό Πανεπιστήμιο της Μανιτόμπα, η αντικατάσταση των 1.100 «ανθρακικών» Γιγαβάτ που τροφοδοτούν το ηλεκτρικό δίκτυο των ΗΠΑ από ΑΠΕ απαιτεί επενδύσεις της τάξης των 2,5 τρισ. δολαρίων σε νέα φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα.

Σε αυτά θα πρέπει να προστεθούν ακόμα 2 τρισ. δολάρια που έχουν ήδη δαπανηθεί σε κεφαλαιουχικό εξοπλισμό της ηλεκτροπαραγωγής από ορυκτά καύσιμα και των συνοδών υποδομών.

«Με εθνικό χρέος της τάξης των 19 τρισ. δολαρίων και έλλειμμα που αυξάνεται κατά 2 τρισ. ετησίως, με μια οικονομία αναιμική και μια συρρικνούμενη μεσαία τάξη, πώς μπορούν οι φορολογούμενοι να επιδοτήσουν ένα τόσο πολυέξοδο σχέδιο;» αναρωτιέται ο Σμιλ (και μαζί του ίσως θα έπρεπε να κάνουμε το ίδιο κι εμείς).

—Τα τεχνικά εμπόδια

Η βιωσιμότητα των σχεδίων τροφοδοσίας της σύγχρονης ενεργοβόρου κοινωνίας αποκλειστικά από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας προσκρούει στη λογική, τα μαθηματικά και τους νόμους της φυσικής, υποστηρίζουν πολλοί.

Παρόλα αυτά, όλες οι τρέχουσες πολιτικές μείωσης των εκπομπών ρύπων προάγουν και προϋποθέτουν μια μαζική διείσδυση των ΑΠΕ στα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας παράλληλα με την αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων που μέχρι σήμερα εξασφαλίζουν τις άφθονες, φθηνές και ευέλικτες ενεργειακές υπηρεσίες που απολαμβάνουμε.

Μπορεί οι κλιματικοί επιστήμονες να αποδεικνύουν τις καταστροφικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής και να ζητούν την απεξάρτηση από τον άνθρακα, αλλά ακόμα και οι μηχανικοί που επιχείρησαν να εκπονήσουν ένα τέτοιο σχέδιο για λογαριασμό της «πράσινης» Google κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι ΑΠΕ δεν είναι παρά μια «φρούδα ελπίδα» που δεν μπορεί να αποδώσει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

Ο Μάικλ Κέλλυ, καθηγητής Μηχανικής στο βρετανικό Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ και μέλος της Βασιλικής Εταιρείας της Βρετανίας δήλωσε ότι «εάν οι κλιματικοί επιστήμονες αναγνώριζαν ότι η μηχανική δεν μπορεί να μειώσει τις εκπομπές ρύπων κατά 80% ως το 2050 χωρίς να προκληθούν τεράστιες βλάβες στην παγκόσμια οικονομία και την ανθρωπότητα γενικά, ίσως βελτιωνόταν το επίπεδο του δημοσίου διαλόγου». Άλλωστε ορισμένοι θεωρούν ότι στο πλαίσιο του δημόσιου διαλόγου για την ενεργειακή μετάβαση αποσιωπάται σκόπιμα η αδυναμία των ΑΠΕ να αντικαταστήσουν τον άνθρακα, αλλά και τα πυρηνικά.

Η αδυναμία αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι οι ΑΠΕ είναι εκ φύσεως απρόβλεπτες και ανεξέλεγκτες ως προς το ενεργειακό φορτίο και την πυκνότητα, καθώς εξαρτώνται από τις καιρικές συνθήκες. Στον αντίποδα, ο άνθρακας, το φυσικό αέριο και τα πυρηνικά καύσιμα είναι συγκεντρωμένες, αξιόπιστες και ευέλικτες πηγές ενέργειας.

—Το «βουνό» των επιδοτήσεων

Κατά την τελευταία δεκαετία, οι φορολογούμενοι έχουν επιβαρυνθεί με εκατοντάδες δισεκατομμύρια για να επιδοτήσουν τη ραγδαία ανάπτυξη των ΑΠΕ στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ.

Παρόλα αυτά, το μερίδιο των αιολικών και των φωτοβολταϊκών πάρκων στη συνολική ηλεκτροπαραγωγή παραμένει ελάχιστο. Το 1990 όταν αιολικά και φωτοβολταϊκά, οι δύο κύριες τεχνολογίες ΑΠΕ πλην υδροηλεκτρικών, βρίσκονταν ακόμα στα «σπάργανα» αντιστοιχούσαν στο 0,45% της παγκόσμιας ηλεκτροπαραγωγής. Το 2010 μετά την εγκατάσταση χιλιάδων ανεμογεννητριών και πανέλων έφτασαν στο 0,75% και σήμερα μετά βίας φτάνουν το 1%.

Αντίστοιχα, τα ορυκτά καύσιμα καλύπτουν ποσοστό από 85 ως 90 τοις εκατό της παγκόσμιας ηλεκτροπαραγωγής.

—Το ενεργειακό αποτύπωμα των ΑΠΕ

Μπορεί οι ΑΠΕ να παράγουν ρεύμα με μηδενικές εκπομπές ρύπων, αλλά το ενεργειακό αποτύπωμα που ενσωματώνουν ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά για την κατασκευή τους είναι πολύ υψηλό.

Επίσης, η ηλιακή και η αιολική ενέργεια χρειάζονται περισσότερο εξοπλισμό για να παραγάγουν την «καθαρή» Κιλοβατώρα τους σε σύγκριση με τον άνθρακα και το φυσικό αέριο.

Σύμφωνα με τον Τζέσσε Αύζουμπελ, Διευθυντή του Προγράμματος για το Ανθρώπινο Περιβάλλον στο Πανεπιστήμιο Ροκφέλλερ, «ενώ μια μονάδα φυσικού αερίου με τεχνολογία συνδυασμένου κύκλου χρησιμοποιεί τρεις μετρικούς τόνους χάλυβα και 27 κυβικά μέτρα τσιμέντου ανά Μεγαβατώρα κατά μέσο όρο, ένα μέσο αιολικό πάρκο χρησιμοποιεί 460 μετρικούς τόνους χάλυβα και 870 κυβικά μέτρο τσιμέντου».

Λόγω της διαλείπουσας παραγωγής και της στοχαστικότητας (τυχαιότητας) της παραγωγής τους χρειάζονται δύο ή τρεις μονάδες ισχύος σε ανεμογεννήτριες για να αντικαταστήσουν μια μονάδα ισχύος σε ορυκτά καύσιμα.

Μπορεί να «διαφημίζεται» η εκρηκτική άνοδος στην παγκόσμια εγκατεστημένη ισχύ των ΑΠΕ, αλλά αυτό που μετράει είναι το ποσοστό του χρόνου στον οποίο η εγκατάσταση λειτουργεί στην ονομαστική της ισχύ (capacity factor). Ο λόγος αυτός είναι κατά πολύ χαμηλότερος στις ανεμογεννήτριες με 20% έναντι 60-70% στον άνθρακα και 90% στα πυρηνικά εργοστάσια.

—Οι χρήσεις γης

Τεράστιες είναι και οι απαιτήσεις των ΑΠΕ σε χώρο εάν υποθέσουμε ότι πάνω σε αυτές θα βασιστεί η απεξάρτηση από τον άνθρακα καθώς για την ίδια εγκατεστημένη ονομαστική ισχύ καλύπτουν χιλιάδες φορές μεγαλύτερη έκταση από τις μονάδες άνθρακα και τα πυρηνικά εργοστάσια, ενώ συχνά η εγκατάστασή τους προκαλεί βλάβες σε φυσικά οικοσυστήματα.

Το Σχέδιο για την Καθαρή Ενέργεια της EPA προβλέπει την εγκατάσταση αιολικών πάρκων σε έκταση 28 εκατομμυρίων στρεμμάτων για να καλυφθεί μόλις ένα μικρό κλάσμα της συνολικής ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια στη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη.

Συν τοις άλλοις το σύνολο των ενεργειακών υποδομών πάνω στις οποίες βασίζεται το σύγχρονο μοντέλο ζωής, παραγωγής και κατανάλωσης είναι προσαρμοσμένες στα ορυκτά καύσιμα: ανθρακωρυχεία, πηγάδια πετρελαίου και φυσικού αερίου, αγωγοί, γραμμές μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, ηλεκτρικά δίκτυα, τερματικοί σταθμοί καυσίμων, λιμάνια, τραίνα, φορτηγά, τάνκερ, βενζινάδικα, εξοπλισμός εξορύξεων, μονάδες επεξεργασίας και διύλισης, ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες, μονάδες πετροχημικών.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, η απεξάρτηση από τον άνθρακα δεν είναι μια απλή υπόθεση. Η μαζική διείσδυση των ΑΠΕ θα απαιτούσε την κατασκευή εκτεταμένων υποδομών συγκέντρωσης της διάσπαρτης ενέργειας σε αντίθεση με το παρόν σύστημα που απλώς αποσταθεροποιεί -με την στοχαστική διάχυση αιολικής και ηλιακής ισχύος- τα δίκτυα και προκαλεί απορρίψεις ηλεκτρικού ρεύματος.

Επίσης, μια τέτοια μαζική επένδυση στις ΑΠΕ θα ακύρωνε τον βασικό κλιματικό στόχο της εξοικονόμησης ενέργειας διότι τα ηλεκτρικά φορτία που θα απαιτούνταν για την κατασκευή και εγκατάσταση ανεμογεννητριών, φωτοβολταϊκών πάνελ, νέων δικτύων και λοιπού εξοπλισμού θα αντιστάθμιζε το όποιο όφελος.

Ήδη, οι γερμανοί φορολογούμενοι, σε μια χώρα όπου οι ΑΠΕ έχουν γνωρίσει πρωτοφανή ανάπτυξη, πληρώνουν πανάκριβα το ηλεκτρικό ρεύμα.

Όπως επισημαίνει ο Σμιλ «η ταχεία αντικατάσταση του άνθρακα από πηγές χαμηλής ενεργειακής πυκνότητας δεν μπορεί να γίνει δίχως τη διάλυση της σύγχρονης αστικής κοινωνίας όπως τη γνωρίζουμε».

Οι οικονομικές συνέπειες της ραγδαίας διείσδυσης των ΑΠΕ, ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα που δεν κατασκευάζουν αλλά εισάγουν τον εξοπλισμό ενισχύοντας το ΑΕΠ παραγωγών όπως η Κίνα, η Γερμανία και η Δανία, είναι τεράστιες.

«Χωρίς τις επιδοτήσεις, οι ΑΠΕ θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε μικρές, εξειδικευμένες αγορές για την κάλυψη πολύ συγκεκριμένων αναγκών. Δεν μπορούν όμως να αντικαταστήσουν τον άνθρακα σε τεχνικό και οικονομικό επίπεδο» αναφέρει η Χάρτνετ Γουάιτ.

Ήδη στη Γερμανία πληρώνουν την Κιλοβατώρα τρεις φορές ακριβότερα από τις ΗΠΑ και ένα εκατομμύρια νοικοκυριά βρίσκονται στο όριο της ενεργειακής φτώχειας.

Σε κάθε περίπτωση, τα παραπάνω θα πρέπει να μας κάνουν να αναλογιστούμε πάνω στους τεχνικούς και οικονομικούς όρους με τους οποίους θα γίνει η μετάβαση σε ένα «πράσινο» ενεργειακό μοντέλο.

—Κρυφά κόστη και περιορισμοί

Επιδοτήσεις δεν απολαμβάνουν μόνο οι ΑΠΕ, αλλά και ο άνθρακας και μάλιστα πολύ υψηλότερες όπως είχε δείξει μια έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η οποία λάμβανε υπόψη και τα κρυφά κόστη από την καύση ορυκτών καυσίμων.

Όσον αφορά όμως στο τεχνικό σκέλος της μετάβασης, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι οι ΑΠΕ έχουν ακόμα πολύ δρόμο να διανύσουν για να μπορέσουν να θεωρηθούν αξιόπιστες.

Ήδη η τεχνολογική έρευνα επικεντρώνεται στην αύξηση της αποδοτικότητας των συστημάτων παραγωγής ηλιακής και αιολικής ενέργειας, στην ανάπτυξη έξυπνων δικτύων, αλλά και στην αποθήκευση αυτής της ενέργειας ώστε να ακυρωθεί το βασικό μειονέκτημα των «πράσινων» τεχνολογιών: αυτό της στοχαστικότητας και της διαλείπουσας παραγωγής.

Πηγή