“Η μαμά μου εμένα ήταν πάντα εκεί. Εκείνη με κράταγε 9 μήνες στην κοιλίτσα της και….
με πήγαινε όπου ήταν κι εκείνη. Εκείνη με γέννησε και με έφερε σε αυτόν τον κόσμο με κόπο και πόνο. Εκείνη ήταν εκεί κάθε τρεις – τέσσερις ώρες ακόμα και τα ξημερώματα να με ταϊζει και να με προσέχει.

Μεγαλώνοντας ΕΚΕΙΝΗ ήταν που με έμαθε τρόπους και με πήγαινε σχολείο, με αγκάλιαζε και μου έλεγε ‘Μπράβο’ όταν έκανα κάτι καλό και έπαιρνε το αυστηρό ύφος όταν έκανα κάτι “κακό!”

Αφού μεγάλωσα, όλο έφερνα αντίρηση για την ώρα που θα γυρίσω στο σπίτι , για το αν θα πάω εκείνο το Σάββατο στο club που ήθελα με τους φίλους μου ή ΑΠΑΓΟΡΕΥΕ ρητά να ανέβω σε μηχανάκι. Πάντα με περίμενε να γυρίσω και κρυφογελούσε με τον τρόπο που ντυνόμουν γιατί έβλεπε σταδιακά πως μεγάλωνα.

Αφού τα ξεπέρασα αυτά, σπούδασα και βρήκαν δουλειά, κατάλαβα πως η μαμά μου μεγάλωσε πια και με έχει εκείνη ανάγκη. Πλέον εκείνη θέλει φροντίδα αλλά δεν τη ζητάει. Θα σε προσέχω εγώ, μαμά γιατί ΕΣΥ ήσουν πάντα εκεί”