Γράφει ο Βασίλης Δημ. Χασιώτης
Lumpen, στα γερμανικά, σημαίνει τα κουρέλια. Ο Μαρξ χρησιμοποίησε τον όρο για να περιγράψει το τμήμα εκείνο του …
προλεταριάτου, (λούμπεν προλεταριάτο = κουρελοπρολεταριάτο), το οποίο ζώντας μέσα σε συνθήκες εξαθλίωσης και περιθωριοποίησης, έχασε, μέσα από συγκεκριμένες οικονομικές και πολιτικές διεργασίες, την ταξική του συνείδηση.

Εδώ, ένα είναι βασικά το κυρίαρχο χαρακτηριστικό που προσδιορίζει αυτή τη διακριτή τάξη-«κουρέλι».

Η απώλεια της ταξικής της συνείδησης και της αποστολής της.

Ας έρθουμε λοιπόν στη δική μας σύγχρονη πραγματικότητα.

Μήπως η αναφορά σε «κουρέλια» μας είναι οικεία;

Μήπως έτυχε κάπου, κάποτε, ν’ ακούσουμε κάτι για το Σύνταγμα, που έγινε, λέει, «κουρελόχαρτο»;

Μήπως έτυχε κάπου, κάποτε, ν’ ακούσουμε κάτι για συνταγματικούς θεσμούς, που έγιναν, λέει, «κουρέλια», αναπόφευκτη συνέπεια, όταν το Σύνταγμα γίνεται «κουρελόχαρτο»;

Μήπως έτυχε κάπου, κάποτε, ν’ ακούσουμε κάτι για τους δημοκρατικούς μας θεσμούς, που έγιναν, λέει, «κουρέλια», αναπόφευκτη συνέπεια όταν το Σύνταγμα γίνεται «κουρελόχαρτο» που παράγει κουρελοσυνταγματικούς κουρελοθεσμούς;

Μήπως έτυχε κάπου, κάποτε, ν’ ακούσουμε κάτι για τους πολιτικούς μας θεσμούς, που έγιναν, λέει, «κουρέλια», αναπόφευκτη συνέπεια όταν το Σύνταγμα γίνεται «κουρελόχαρτο» που παράγει κουρελοσυνταγματικούς κουρελοθεσμούς που με τη σειρά τους παράγουν κουρελοδημοκρατίες;

Μήπως έτυχε κάπου, κάποτε, ν’ ακούσουμε κάτι για την απώλεια της εθνικής μας κυριαρχίας, που έγινε κι αυτή «κουρέλι», αναπόφευκτη συνέπεια όταν το Σύνταγμα γίνεται «κουρελόχαρτο» που παράγει συνταγματικούς κουρελοθεσμούς που με τη σειρά τους παράγουν κουρελοδημοκρατίες που οδηγούν σε εθνικές κουρελοκυριαρχίες;

Μήπως έτυχε κάπου, κάποτε, ν’ ακούσουμε κάτι για την κατάργηση ευρωπαϊκών δημοκρατικών και κοινωνικών κεκτημένων στη χώρα μας, που έγιναν κι αυτά «κουρέλια», αναπόφευκτη συνέπεια όταν το Σύνταγμα γίνεται «κουρελόχαρτο» που παράγει συνταγματικούς κουρελοθεσμούς που με τη σειρά τους παράγουν κουρελοδημοκρατίες που οδηγούν σε εθνικές κουρελοκυριαρχίες κι αυτές σε ευρωπαϊκά κουρελοκεκτημένα;

Όπου κι αν στρέψουμε το βλέμμα μας λοιπόν, σ’ αυτή τη πραγματικότητα που μας περιγράφεται, δεν βλέπουμε τίποτα άλλο εξόν από στοίβες κουρέλια που κοντεύουν να μας πνίξουν, αν αυτό δεν έχει γίνει ήδη.

Ανάμεσα στα κουρέλια αυτά, φυσικά, υπάρχει και η αναγκαία εκείνη πολιτική τάξη, το λούμπεν διαχειριστικό προλεταριάτο, το οποίο έχει αναλάβει να μας πείσει για το πόσο αναπόφευκτα, αναγκαία, και εν τέλει σωτήρια για την οικονομική, κοινωνική και πολιτική μας υγεία είναι όλα τούτα τα κουρέλια, που έχουν γεμίσει τον εξωτερικό μας χώρο, τον αέρα που αναπνέουμε, το φαγητό που τρώμε, και κυρίως, τη ψυχή μας.

Τούτο το «λούμπεν διαχειριστικό προλεταριάτο», είναι ένα μίγμα λούμπεν προλεταρίων, στο κέντρο του οποίου βρίσκεται ένα λούμπεν πολιτικό προλεταριάτο, και περικεντρικά αναπτύσσονται διάφορες άλλες λούμπεν υποκατηγορίες, όπως ένα λούμπεν πνευματικό προλεταριάτο, ένα λούμπεν μιντιακό προλεταριάτο, και βεβαίως, ομάδες λούμπεν οπαδών τους.

Κοινό χαρακτηριστικό τους, σύμφωνα με τους επικριτές τους, η απώλεια της εθνικής και πατριωτικής συνείδησής τους, ΓΕΝΙΚΩΣ.

Βεβαίως, οι ίδιοι, δεν αποδέχονται αυτές τις κατηγορίες, και ΓΕΝΙΚΏΣ τις ανταποδίδουν.

Αν κάποιοι έχασαν τη συνείδησή τους, κυρίως λόγω ιδεολογικής τύφλωσης, είναι όλοι εκείνοι που βλέπουν τα μνημονιακά «φάρμακα», ως αίτια παραγωγής «κουρελιών» και όχι ως τη μόνη οδό που τελικά θα αποτρέψει τη κυριαρχία ακριβώς αυτών των κουρελιών, δέσμιοι της κουρελο-ιδεολογικής τύφλωσής τους, στους οποίους αρμόζει «γάντι» η περιγραφή του ίδιου του Μαρξ για το λούμπεν προλεταριάτο, όταν σ’ αυτό περιλαμβάνει τέτοιους τύπους όπως τους «τσαρλατάνους», τους «διαφθαρμένους», τα «αποβράσματα», τους «απατεώνες», τους «προαγωγούς», τα «κοινωνικά κατακάθια», τη «ξεχαρβαλωμένη μάζα», κ.λπ.

Φυσικά, οι ενάντιοι, θα αντιστρέψουν και πάλι τη κατηγορία, λέγοντας «κοίτα ποιοι μιλάν», και η διελκυστίνδα, ή καλύτερα το γαϊτανάκι των αλληλοκατηγοριών θα δίνει και θα παίρνει, μπρος στον «Τελικό του Κριτή», το λαό και τη κοινωνία.

Και ιδού λοιπόν που φτάνουμε στο προκείμενο.

Ποια είναι η άποψη τούτου του λαού και τούτης της κοινωνίας, για τούτα τα «κουρέλια»;

Κατ’ αρχήν τα βλέπει;

Το ερώτημα δεν οδηγεί σε ενδιαφέρουσα απάντηση, όποια κι αν ήταν αυτή, δηλαδή, ένα «ναι» ή ένα «όχι».

Το ενδιαφέρον ερώτημα είναι : Ο λαός, έχει συνειδητοποιήσει ότι υπάρχουν τέτοια «κουρέλια» κι ότι κινδυνεύει να πνιγεί μέσα σ’ αυτά;

Δεν γνωρίζω. (Δηλαδή, την άποψή μου την έχω, όμως, ενδιαφέρον έχει ο καθείς ν’ απαντήσει για τον εαυτό του).

Ένα άλλο ενδιαφέρον ερώτημα είναι : Ο λαός, έχει συνειδητοποιήσει τι παράγει αυτά τα «κουρέλια», ποιοι υποθάλπουν την «παραγωγή» τους και ποιοι την καταπολεμούν;

Δεν γνωρίζω. (Δηλαδή, την άποψή μου την έχω, όμως, ενδιαφέρον έχει ο καθείς ν’ απαντήσει για τον εαυτό του).

Ένα άλλο ενδιαφέρον ερώτημα είναι : Ο λαός, έχει συνειδητοποιήσει αν το ΔΙΑΘΕΣΙΜΟ ΠΑΛΑΙΟΚΟΜΜΑΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ που όχι μονάχα μας οδήγησε στη Κρίση αλλά είναι και το μόνο που μετέτρεψε τη Κρίση σε ευκαιρία, ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΕΙ ΝΑ ΖΕΙ ΚΑΙ ΚΥΡΙΩΣ ΝΑ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ, είναι αυτό στα χέρια του οποίου έχει εναποθέσει και εξακολουθεί και σήμερα να εναποθέτει τις τύχες του;

Δεν γνωρίζω. (Δηλαδή, την άποψή μου την έχω, όμως, ενδιαφέρον έχει ο καθείς ν’ απαντήσει για τον εαυτό του). Βέβαια εδώ, θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι ουσιαστικά η «απώλεια συνείδησης» υπήρξε σύντομη και πρόσκαιρη, διότι, ο Παλαιοκομματισμός αναστηθείς κυριολεκτικά από τη τέφρα του, ή λίγο πριν αποτεφρωθεί, ανέστησε ΑΥΤΟΥΣΙΑ και την παλιά του συνείδηση, ή, έστω τη διέσωσε την έσχατη στιγμή.

Αυτό όμως που γνωρίζω, είναι ότι αυτό που όλο και πιο σπάνια πια μπορεί να απαντήσει κανείς στη καθημερινότητά του, είναι η συνείδηση του τι μας συνέβη, τι μας συμβαίνει και τι κάνουμε για να μη μας συμβαίνει ό,τι υποτίθεται πως δεν θέλουμε να μας συμβαίνει.