Του Άγγελου Τσιγκρή, Δικηγόρου – Καθηγητή Εγκληματολογίας
Σε παλιότερες εποχές ο βιασμός εθεωρείτο ως έγκλημα κατά της ιδιοκτησίας και συγκεκριμένα ως κλοπή της σεξουαλικής ιδιοκτησίας του…
πατέρα ή του συζύγου-αφέντη.

Με αυτή τη λογική, ο νόμος δε θεωρούσε ότι ο βιασμός ήταν μια άδικη πράξη εναντίον της γυναίκας, η οποία τον είχε υποστεί, αλλά εναντίον του κυρίου και κατόχου της. Η γυναίκα αποτελούσε περιουσιακό στοιχείο του άνδρα και ο βιασμός της ισοδυναμούσε με μείωση της αξίας του περιουσιακού του αγαθού.

Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι νόμοι περί βιασμού υπάρχουν για να προστατεύουν τα δικαιώματα του άνδρα ως κτήτορα του γυναικείου σώματος και όχι το δικαίωμα της γυναίκας πάνω στο σώμα και τη γενετήσια ελευθερία της.

Οι άνδρες που είναι προσκολλημένοι σε διπλά κριτήρια με βάση τα οποία προσδιορίζουν την ανδρική και τη γυναικεία συμπεριφορά, είναι πιθανότερο να εκδηλώσουν βίαιη επιθετικότητα.

Οι παραδοσιακές στάσεις και οι συντηρητικές απόψεις, σχετικά με το ρόλο των φύλων, προσφέρουν τη βάση για την αιτιολόγηση των εγκλημάτων σεξουαλικής βίας.

Ο βιασμός είναι το μοναδικό έγκλημα βίας που το θύμα στιγματίζεται περισσότερο από το δράστη: Οι μητέρες δεν αφήνουν τα παιδιά τους να παίξουν με παιδί θύμα βιασμού, οι γείτονες και οι φίλοι συχνά σχολιάζουν αρνητικά το θύμα, ακόμη και οι γιατροί και ιατροδικαστές μπορεί να κατηγορήσουν τα θύματα για το βιασμό τους.

Η κοινωνική απόρριψη που βιώνει το θύμα με τόσο έντονο τρόπο, έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός γενικευμένου κλίματος σιωπής και απροθυμίας για καταγγελία.

Έχουμε διαπιςτώςει ερευνητικά ότι κάθε χρόνο διαπράττονται στην Ελλάδα περίπου 4.500 βιασμοί, από τους οποίους μόνο 270 (6%) καταγγέλλονται στην Αστυνομία, μόνο 183 καταλήγουν σε σύλληψη κάποιου υπόπτου, μόνο 47 φτάνουν στο ακροατήριο για να εκδικασθούν, μόνο 20 καταλήγουν σε καταδικαστική απόφαση και τελικά μόνο σε λιγότερους από 10 βιαστές επιβάλλεται κάθειρξη, δηλαδή στερητική της ελευθερία ποινή άνω των 5 ετών (βλ. Ά. Τσιγκρής: «Βιασμός: Το αθέατο έγκλημα», Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, 1996).

Έχει παρατηρηθεί ότι το κάθε έγκλημα σε βαθμό κακουργήματος -εκτός από το έγκλημα του βιασμού- είναι εξίσου έγκλημα και εξίσου αποτρόπαιο, ότι ώρα και αν γίνει ή οπουδήποτε στη γη και αν τελεστεί.

Οι πλατιά διαδεδομένες αντιλήψεις σχετικά με την παθητικότητα και την προκλητικότητα της γυναίκας και τη σεξουαλική παρορμητικότητα και επιθετικότητα του άνδρα, έχουν οδηγήσει στο παράδοξο φαινόμενο της ενοχοποίησης των θυμάτων βιασμού, τόσο από τα άτομα του ευρύτερου κοινού, όσο και από τους φορείς του επίσημου κοινωνικού ελέγχου του εγκλήματος.

Το όλο κλίμα της δυσπιστίας με την οποία αντιμετωπίζονται τα θύματα σεξουαλικών επιθέσεων, τους δημιουργεί συναισθήματα αυτο-ενοχοποίησης.

Έξι (6) στα δέκα (10) θύματα βιώνουν συναισθήματα ενοχής για την επίθεση που δέχθηκαν. Το παραπάνω αποτέλεσμα -αν συνδυαστεί με το 35% των θυμάτων που πιστεύουν ότι θα μπορούσαν να είχαν αποφύγει το βιασμό τους αν είχαν συμπεριφερθεί διαφορετικά- οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η μεγάλη πλειοψηφία των θυμάτων αυτο-ενοχοποιούνται.

Η αυτοενοχοποίηση του θύματος οδηγεί στη μερική έως και την ολοκληρωτική αποενοχοποίηση του δράστη και οδηγεί -στη συντριπτική πλειοψηφία των υποθέσεων- στη σιωπή και την ατιμωρησία.¬