Γράφει ο Παναγιώτης Αποστόλου, Επικεφαλής της “Ελλήνων Πολιτείας”
Επί σειρά ετών (επτά τον αριθμό) – όταν ήμουν εκ των υψηλότερων θεσμικών προσώπων του Λαϊκού Ορθοδόξου Συναγερμού (ΛΑ.Ο.Σ), κάθε… 29η Μαίου, με δική μου πρωτοβουλία και συμμετοχή, ξεκινούσαν δυο τουριστικά λεωφορεία από το Μαρούσι στις 5 η ώρα τα ξημερώματα, προκειμένου να συμμετάσχουμε στις εορταστικές εκδηλώσεις του Δήμου Μυστρά, τα “Παλαιολόγεια”. Όπου εντός του κάστρου του Μυστρά, στον Άγιο Δημήτριο, ο Μητροπολίτης Μονεμβασιάς και Σπάρτης Ευστάθιος, τελεί επιμνημόσυνη δέηση και τρισάγιο. Σε αυτόν τον Ιερό Ναό, που στέφτηκε Αυτοκράτορας Βυζαντίου ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Και λειτουργεί μόνο τρεις φορές το χρόνο. Την ημέρα Αλώσεως της Πόλεως, την ημέρα του Αγίου και την Μεγάλη Παρασκευή. Σε αυτήν την εκδήλωση τιμής και μνήμης, ένα πεφωτισμένο πρόσωπο – αφού είναι επιλογή του Σεβασμιότατου – της ελληνικής κοινωνίας εκφωνεί λόγο για την αποφράδα αυτή ημέρα του ελληνισμού.

Θα σας παρουσιάσω λοιπόν, παρακάτω τον λόγο που εκφώνησε την 29η Μαίου 2008, μια μεγάλη Ελληνίδα. Η Ομότιμη Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Μερόπη Ν. Σπυροπούλου. Που είναι πανθομολογούμενο, ότι όταν ο τόπος μας εξακολουθεί και έχει τέτοιους Πατριώτες, τότε δεν έχει να φοβηθεί τίποτε και από κανέναν:

Κάθε χρόνο, στις 29 του Μαίου, τη μέρα που σφραγίζεται ανεξίτηλα από μια πικρή επέτειο, με κάποιες σεμνές και πραγματικά συγκινητικές, αλλά, δυστυχώς, τόσο αριθμητικά λίγες, εκδηλώσεις, ξαναφέρνουμε στη μνήμη μας την τραγωδία της ίδιας αυτής ημέρας του 1453, όταν η Πόλις των πόλεων, η Βασιλεύουσα, αλώθηκε από τους Τούρκους. Και, όπως κάθε χρόνο αυτή την αποφράδα ημέρα, διαβάζονται θαυμάσια κείμενα για την τεράστια ιστορική και διαχρονική σημασία του γεγονότος και ακούγονται συγκλονιστικές περιγραφές των μαρτυρικών στιγμών που έζησε, καθώς ξεψυχούσε η Κωνσταντινούπολη. Ακόμα ψάλλουμε ύμνους και μοιρολόγια, θυμόμαστε ξανά την “καλόγρια που μαγείρευε ψαράκια στο τηγάνι”, παρηγορούμε, με βουρκωμένη φωνή, την πολυδακρυσμένη “Κυρά Δέσποινα” πως “πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά της θάναι” και δεόμαστε για τις ψυχές που χάθηκαν εκείνες τις ώρες της μεγάλης συμφοράς. Κι όσοι αφήνουμε ελεύθερη τη φαντασία μας να πορευτεί, με συντροφιά τη γνώση, στα αγιασμένα τείχη, βιώνουμε σε εκείνες τις 57 μέρες της πολιορκίας, μια ατμόσφαιρα ζυμωμένη με λιβάνι και ψαλμωδίες, με σημάδια και οράματα μυστηριώδη και προφητικά, με δάκρυα και αίμα, με θυσίες και προσδοκίες. Με τους ήχους από τις καμπάνες της Αγιά-Σοφιάς και από τις ψαλμωδίες των βασανισμένων χριστιανών που λιτανεύουν την εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας στα τείχη, στα τείχη τα πληγωμένα από τις αλλεπάλληλες επιθέσεις των Τούρκων, με τους ήχους αυτούς να πνίγονται από τον αχό της φοβερής λομπάρδας και τα βογγητά των λαβωμένων αποθάριων.

Και νιώθουμε ότι είναι η ώρα που πρέπει να γονατίσουμε ευλαβικά για να προσκυνήσουμε τον μαρτυρικό κι αξεπέραστο, σε μεγαλείο ψυχής, τον τραγικό τελευταίο αυτοκράτορα του Βυζαντίου, τον Κωνσταντίνο Δραγάση Παλαιολόγο. Αυτόν που έχουμε ήδη συναντήσει εκεί, στη μέση της φωτιάς και του ολέθρου, στα ανάκτορα των Βλαχερνών, στα τείχη που στοίχειωσαν, μέσα στην ολόφωτη εκκλησιά, αλλά και πάνω στην πύλη του Ρωμανού, δίπλα στους ήρωες συμπολεμιστές του, αλλά και πάνω από τη μοιραία Κερκόπορτα. Εκείνος, παντού εκείνος. Ο αυτοκράτορας, που δεν ήξερε να απαιτεί παρά μόνο να εμπνέει και να δίνει παράδειγμα ζωής. Εκείνος, ο δεινός ξιφομάχος, άλλοτε να εμψυχώνει κι άλλοτε να προσεύχεται με συγκίνηση στον Θεό, για να τον αξιώσει να κάνει το χρέος του ως χριστιανός και ως βασιλεύς.

Πάντα και παντού εκείνος, ο Κωνσταντίνος, όρθιος αλλά και γονατιστός. Βασανισμένος αλλά και αδάκρυτος, ταπεινός κι ανθρώπινος, αλλά υπερφυσικός και μεγαλειώδης, Μάρτυρας. Αυτός που τάχθηκε να γίνει ο θεματοφύλακας της Ορθόδοξης Χριστιανικής Πίστης στην Ανατολή και δέχθηκε, με αληθινό σπαραγμό ψυχής, να τελεστεί στην Πόλη, στις 12 Δεκεμβρίου του 1452, η ενωτική λειτουργία που αξίωσαν από αυτόν οι απεσταλμένοι της Καθολικής Ρώμης και του επέβαλε η απόγνωση και η ζοφερή ανάγκη, με την ελπίδα πάντα και περιμένοντας τη βοήθεια της Δύσης, για να σωθεί η Πόλη.

Αυτός που, παλεύει μέσα στην αναζωπύρωση της προαιώνιας κατάρας του διχασμού – αυτήν την φορά μεταξύ των φανατικών “ενωτικών” και “ανθενωτικών” – κατάρα, που ο τρομερός κίνδυνος δεν καταφέρνει, όπως σε άλλες συγκυρίες, να εξορκίσει. Αυτός που ξαγρυπνά μερόνυχτα, άλλοτε πολεμώντας, άλλοτε φροντίζοντας για τους λαβωμένους συντρόφους του, άλλοτε επιβλέποντας και ελέγχοντας την επιδιόρθωση των τειχών, κι άλλοτε κοιτάζοντας με τα ματωμένα μάτια του την θάλασσα, μάταια περιμένοντας αυτήν την βοήθεια που του είχε υποσχεθεί ο Πάπας και η οποία ποτέ δεν ήρθε.

Αυτός που, όταν όλοι οι γύρω του καταλαβαίνουν ότι το τέλος πλησιάζει και τον παροτρύνουν να φύγει, στέκει αλύγιστος στην απόφασή του. Στα παρακάλια τους απαντά με μια και μοναδική φράση: “Εάν η Πόλις μου απωλεσθεί, θα συναπολεσθώ μαζί της”.

Λίγες μέρες, αργότερα, ώρες σχεδόν πριν από το βέβαιο πια τέλος, πριν από την τελική μεγάλη επίθεση των Τούρκων, ο ίδιος ο πολιορκητής Μεχμέτ του μήνυσε να παραδώσει την Πόλη, με αντάλλαγμα να φύγει ελεύθερος με τους δικούς του ανθρώπους και με όλα του τα υπάρχοντα, και να γίνει αφέντης του Μοριά. Τότε ήταν που εκείνος όρθωσε τον αξεπέραστο ιερό λόγο. Τον λόγο που από την καρδιά του, τον είχε μεταγγίσει στους στρατηγούς του, τους συμβούλους του, τους συγκλητικούς και τον μεγάλο Δούκα. Τον λόγο που φέρνει ρίγος, αφού είναι αυτός ο λόγος που προφήτευε μαζί τον θάνατο και την τιμή: “Το δε την Πόλιν σοι δούναι, ουκ εμόν εστίν ούτ΄ άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γαρ γνώμη, πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών”.

Ο Κωνσταντίνος, αγιασμένο σύμβολο του ελληνικού Βυζαντίου, αφού ο ίδιος ήθελε να τον αποκαλούν “Αυτοκράτορα των Ελλήνων”, είναι μια μορφή ιερή και ανθρώπινη, αξιοθαύμαστη στην περήφανη απόγνωσή της. Μια συνείδηση που σήκωσε όλη την ευθύνη και το βάρος των περιστάσεων. Γιατί από την πρώτη ώρα της στέψης του στο Μυστρά, εδώ, μέσα στον ίδιο ιερό ναό του Αγίου Δημητρίου, στις 6 Ιανουαρίου του 1449, είχε την πικρή επίγνωση πως είναι νομοτελειακά ο αμνός της θυσίας και του ολέθρου.

Η Βασιλεύουσα, κατακρεουργημένη ήδη από τους Φράγκους μετά από την 4η Σταυροφορία του 1204, ψυχορραγούσε. Τα απομεινάρια της μεγάλης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας δεν περιλαμβάνουν πια παρά μονάχα την Κωνσταντινούπολη με τα περίχωρά της και το Δεσποτάτο του Μορέως. Ο προηγούμενος αυτοκράτορας, ο Ιωάννης Παλαιολόγος, στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει, μέσα από την ένωση των εκκλησιών, κάποια ουσιαστική βοήθεια από τη Δύση, προκαλεί οξύτατους φανατισμούς και διχασμό του λαού, με φοβερές και άγριες διαμάχες, οι οποίες αποδυναμώνουν και το φρόνημα και την αγωνιστική του ετοιμότητα. Ορισμένοι, μάλιστα, επιφανείς, εκμεταλλευόμενοι αυτήν την κατάσταση, συσσωρεύουν πλούτη στα υπόγεια των πολυτελών σπιτιών τους, ενώ η συντήρηση των τειχών της πόλεως έχει εντελώς παραμεληθεί.

Εκείνος, ο Κωνσταντίνος, τα ήξερε όλα αυτά. Ήξερε πολύ καλά το πόσο δύσκολο, πόσο αδύνατο ήτανε να ξαναζωντανέψει τη Βασιλεύουσα και να σώσει την αυτοκρατορία. Αλλά, με ολόρθη τη συναίσθηση του χρέους του, ήταν αποφασισμένος να αγωνιστεί γι΄ αυτό το αδύνατο, όπως ήταν το ίδιο αποφασισμένος, όταν θα έφτανε η ώρα της τελικής κρίσεως, αν ήταν αυτό του Θεού το θέλημα, μαζί με τη δική της την ψυχή, να παραδώσει και αυτός τη δική του.

Τιμή του και τίμημα να γίνει αυτός το ακατάλυτο σύμβολο. Μετά από τα τελευταία λόγια του, την παραμονή της μεγάλης επίθεσης του Μεχμέτ, τη Δευτέρα 28 Μαίου, εκεί στη Βασιλεύουσα, πριν από τη μάχη, μέσα στην κατάμεστη Αγία Σοφία, περιμένει βουρκωμένος την απόφαση των συμμαχητών του. Κι αναρωτιέται: Άκουσον άραγε την κραυγή που βγαίνει από τους αβάσταχτους χτύπους της καρδιάς του; Άραγε θα συμμεριστούν τη δική του ακλόνητη απόφαση, που δεν είναι άλλη από το “Νυν υπέρ πάντων αγών”;

Περιμένει και προσεύχεται και… ναι, Δόξα τω Θεώ, Δόξα στην Υπέρμαχο Στρατηγό, συναποφασίζουν όλοι χωρίς δισταγμό. “Αποθάνωμεν υπέρ Χριστού πίστεως και της πατρίδος ημών”, λένε με μια φωνή. Κι εκείνος προχωρεί στην υπέροχη και μεγαλειώδη κίνησή του. Αγκαλιάζει έναν – έναν τους συστρατιώτες του, ζητώντας τους συγχώρεση, αυτός ο αθώος, για να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων και να προχωρήσει, πρώτος αυτός στην τελευταία και ολέθρια μάχη. Εκεί όπου, κοντά στους συμπολεμιστές του, θα αποκρούσει δυο αλλεπάλληλες επιθέσεις, αλλά στην Τρίτη την πιο λυσσαλέα επίθεση των Τούρκων, θα πέσει βαριά λαβωμένος, σαν απλός ανώνυμος στρατιώτης, για να βρει τη θέση που τον περίμενε στο Πάνθεο των Αθανάτων.

Κι έτσι, καλότυχος, αυτός, θα παραμείνει εσαεί μέγιστος και αξεπέραστος στο διάβα των αιώνων. Κλώνος, απόγονος και συνέχεια του Λεωνίδα. Πρόγονος του Κολοκοτρώνη, του Διάκου και του Παπαφλέσσα. Πρόγονος του παλικαριού από τη Μάνη που έπεσε πολεμώντας κι αυτό για τα ίδια ιδανικά στον Μακεδονικό αγώνα και η μάνα του, στο μοιρολόι της, του μηνάει “Να κάθεται εκεί δα και να φυλάει το σύνορο”. Πρόγονος των ηρώων του έπους του ΄40 και των παλικαριών της Κύπρου ο Κωνσταντίνος.

Να λοιπόν γιατί ο Κωνσταντίνος μένει ο Μαρμαρωμένος Γενναίος. Μαρμαρωμένος στον χρόνο και στην Ιστορία μας, για όσους τουλάχιστον θησαυρίζουν ακόμα στην κιβωτό της ψυχής τους αξίες της Ιστορίας μας και της εθνικής μας ταυτότητας. Αξίες και έννοιες που δίνουν νόημα αλλά και απέραντη διάσταση στο πέρασμά μας από αυτήν τη ζωή, κι έχουν ονόματα αγιασμένα και μυριάκριβα, όπως πατρίδα, θρησκεία, χρέος και θυσία.

Είθε, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, να μείνει και για τις επερχόμενες γενιές, πηγή και έμπνευση συνειδητοποιημένης ταυτότητας, πληγή και όνειρο, ματωμένη πορφύρα και κατάλευκο μάρμαρο, σύμβολο μαζί και τάμα.