Ιδιαίτερη αύξηση παρουσιάζουν τα κρούσματα της ηπατίτιδας C και στην Ελλάδα. Οι ειδικοί τη χαρακτηρίζουν αθόρυβη νόσο, καθώς τις…
περισσότερες φορές ο ασθενής το καταλαβαίνει όταν έχει υποστεί κίρρωση ή έχει αναπτυχθεί καρκίνος του ήπατος.

Η ηπατίτιδα προσβάλλει το ήπαρ. Σε αντίθεση με άλλα ζωτικά όργανα, το συκώτι έχει τη δυνατότητα να αποκαθιστά μόνο του τις όποιες βλάβες υφίσταται. Ωστόσο, μία χρόνια λοίμωξη μπορεί να αφήσει τα σημάδια της, με αποτέλεσμα η ανεπάρκεια του οργάνου να οδηγήσει ακόμη και στην ανάγκη μεταμόσχευσης. Η ηπατίτιδα C είναι γνωστή μόλις από το 1988 και μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στον θάνατο. Η μετάδοση του ιού γίνεται μέσω του αίματος, από μία ανοιχτή πληγή ή από μία μετάγγιση. Η ηπατίτιδα C δεν έχει καθαρά συμπτώματα και δεν προκαλεί πόνους. Κάποια από τα πρώτα συμπτώματα της ασθένειας, όπως η κόπωση, η αδυναμία και η αρθραλγία, αρχικά δεν φαίνονται επικίνδυνα και δεν είναι εύκολη η διάγνωση της αιτίας που τα προκαλεί. Για το λόγο αυτό, στις περισσότερες περιπτώσεις οι ασθενείς, στους οποίους γίνεται η τελική διάγνωση, συχνά έρχονται προ εκπλήξεως. Ο πάσχων μη έχοντας γνώση μπορεί να μεταδώσει τη νόσο με προϊόντα του αίματος, κοινή χρήση συρίγγων, τη σεξουαλική επαφή ή ακόμη και με άγνωστο τρόπο στην οικογένειά του.

Τα πρώτα βασικά συμπτώματα, αν και δεν γίνονται εύκολα αντιληπτά από τον ασθενή, εμφανίζονται συνήθως μερικά χρόνια μετά τη μόλυνση του οργανισμού από τον ιό και περιλαμβάνουν συνεχές αίσθημα κόπωσης, ίκτερο, χαμηλό πυρετό (δέκατα), πόνο στους μυς και στις αρθρώσεις, ναυτία, τάση προς έμετο, απώλεια όρεξης, απροσδιόριστο πόνο στους κοιλιακούς μυς και σπάνια, διάρροια.
Συχνά, τα συμπτώματα της ηπατίτιδας C παρερμηνεύονται ως συμπτώματα γρίπης, που έρχεται και παρέρχεται. Σε πιο προχωρημένα στάδια της ασθένειας τα συμπτώματα γίνονται εμφανέστερα και περιλαμβάνουν το υποκίτρινο χρώμα δέρματος και το πρήξιμο της κοιλιάς λόγω κατακράτησης υγρών (που συνδέονται με ένδειξη σοβαρής βλάβης της λειτουργίας του ήπατος).

Πηγή