Στη συνέχεια της έκθεσης “Worldwide Tax Summaries – Corporate Taxes 2015/16” της PwC, όπου περιλαμβάνονται συνοπτικές παρουσιάσεις σχετικές με την συλλογή… εταιρικών φορολογικών συντελεστών και κανόνων από όλο τον κόσμο για περισσότερες από 150 χώρες, η PwC Ελλάδας προχώρησε σε μια αναλυτικότερη παρουσίαση και σύγκριση του ελληνικού φορολογικού συστήματος.

Το ελληνικό φορολογικό σύστημα χαρακτηρίζεται από υψηλούς φορολογικούς συντελεστές, οι οποίοι δεν συνοδεύονται από αντίστοιχα υψηλά φορολογικά έσοδα. Παράλληλα, ενώ έχει περίπου σταθερά συνολικά ετήσια έσοδα εμφανίζει υψηλή μεταβλητότητα των φορολογικών παραμέτρων και διάφορες παραμορφώσεις όπως:

7 μεταβολές συντελεστή εταιρικών κερδών από το 2005 (νευρικότητα)

αφορολόγητο εισόδημα 2x το όριο φτώχειας (εξαιρούνται πολλά εισοδήματα)

ελάχιστο αφορολόγητο και μικρό ανώτατο εισόδημα για μέγιστο συντελεστή (τιμωρούνται τα μεσαία εισοδήματα)

Στην Ελλάδα οι φορολογικοί συντελεστές σ’ όλες τις κατηγορίες είναι από τους υψηλότερους, αλλά η συγκομιδή φόρων παραμένει στον μέσο όρο ή και υπολείπεται αυτού. Οι συνεχείς μεταβολές των φορολογικών παραμέτρων δεν μοιάζει να έχουν κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα πάνω στην εισπραξιμότητα των φόρων. Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, η συνεισφορά του ΦΠΑ και λοιπών έμμεσων φόρων παρέμεινε σταθερή, ενώ “κατέρρευσε” η συνεισφορά των φόρων εισοδήματος νομικών προσώπων και αυξήθηκε η συνεισφορά του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων και των φόρων ακίνητης περιουσίας.

Τα κύρια συμπεράσματα της μελέτης είναι:

Τα φορολογικά έσοδα στην Ελλάδα στηρίζονται κατά μέγιστο λόγο (94%) στους φόρους κατανάλωσης (ΦΠΑ, έμμεσοι φόροι), στους φόρους φυσικών προσώπων (φόρος εισοδήματος, ειδική εισφορά αλληλεγγύης, φόρος πολυτελείας), αλλά και στους φόρους ακίνητης περιουσίας.

Γενικά δεν υπάρχουν ενδείξεις υπερφορολόγησης στην Ελλάδα σε σχέση με άλλες χώρες, με εξαίρεση τους έμμεσους φόρους και τους φόρους ακίνητης περιουσίας.

Η φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας στην Ελλάδα ήταν έντονη την τελευταία πενταετία και τα έσοδα εκτοξεύθηκαν κατά €2,5 – 3δισ., συμβάλλοντας στην πτώση των τιμών κατοικιών και την αποεπένδυση της αγοράς

Τα έσοδα από το ΦΠΑ και τους έμμεσους φόρους δεν είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στις μεταβολές του ΑΕΠ σε σχέση με τα έσοδα από τη φορολόγηση ακίνητης περιουσίας και από τη φορολόγηση των επιχειρήσεων.

Το φορολογικό σύστημα είναι παραμετροποιημένο κατά τέτοιο τρόπο που δεν διευκολύνει τη συλλογή φόρων. Τιμωρεί τα μεσαία εισοδήματα και διογκώνει τα αδήλωτα εισοδήματα.

Τα απόλυτα φορολογικά έσοδα στην Ελλάδα μειώνονται με τον χρόνο, αν και αυξάνονται ως ποσοστό του ΑΕΠ, υποδηλώνοντας την αδυναμία άντλησης πρόσθετων φόρων σε συνθήκες παρατεταμένης κρίσης.

Το έλλειμμα ΦΠΑ στην Ελλάδα εκτιμάται σε 34% καταδεικνύοντας την σημαντική απώλεια εσόδων, εξαιτίας της φοροδιαφυγής, της φοροαποφυγής αλλά και της αναποτελεσματικότητας των φοροεισπρακτικών μηχανισμών.

Η ανάπτυξη αποτελεί μονόδρομο για τη δημοσιονομική ανάταση. Ενδεικτικά, αύξηση του ΑΕΠ κατά 10% θα αύξανε το σύνολο των φόρων κατά 11,3% .

Ο συνολικός επανασχεδιασμός του φορολογικού συστήματος στην κατεύθυνση της απλοποίησης, της μείωσης των συντελεστών και της αύξησης των αφορολόγητων ορίων εμφανίζεται ως η βασική απαίτηση εξορθολογισμού και επαναζυγίσματός του φορολογικού συστήματος, ώστε το τελευταίο να καταστεί οικονομικά αποτελεσματικότερο διευκολύνοντας την ανάπτυξη.

Η Μαίρη Ψύλλα εταίρος της PwC και Επικεφαλής του Φορολογικού τμήματος της PwC στην Ελλάδα δήλωσε:

“Είναι αναγκαία η παρέμβαση στο φορολογικό σύστημα. Οι επιδόσεις του είναι γενικά κάτω του Ευρωπαϊκού μέσου όρου και οι παραμορφώσεις του δυσκολεύουν την αύξηση της συλλογής των φόρων. Η πολυπλοκότητά του μαζί με την αναποτελεσματικότητα των φοροεισπρακτικών μηχανισμών αποτελούν εμπόδια τόσο στην βελτίωση των δημοσιονομικών όσο και στην ανάπτυξη.”