Έχετε βάλει το μωρό για ύπνο, αρχίζετε κι εσείς να ετοιμάζεστε για να ξαπλώσετε -επιτέλους!- μετά από μια κουραστική μέρα και νιώθετε…
χαρούμενη που όλα πήγαν σύμφωνα με το πρόγραμμα. Όμως, ξαφνικά, παιδί αρχίζει να κλαίει. Και τότε τίθεται το εξής ερώτημα (ειδικά μάλιστα αν είστε νέοι γονείς): πρέπει να το πάρω αγκαλιά και να το παρηγορήσω ή να το αφήσω μέχρι να ηρεμήσει μόνο του, εφόσον βέβαια δεν κλαίει γοερά; Οι απόψεις διίστανται και πολλοί έρχονται σε κόντρα εξαιτίας αυτής της διαφωνίας. Δείτε ποια είναι τα υπέρ και τα κατά της κάθε περίπτωσης αλλά και τη γνώμη των ειδικών πάνω στο θέμα.

Κάλυψη των βασικών του αναγκών

Σύμφωνα με τον παιδοψυχολόγο, κ. Δημήτρη Κούκη, αυτό που θα πρέπει να αναλογιστούν αρχικά οι γονείς είναι η ηλικία του παιδιού. Όπως αναφέρει, μέχρι τους πρώτους τρεις με τέσσερις μήνες, που το παιδί εξαρτάται πλήρως από εμάς, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το κάλεσμά του.

Το κλάμα είναι ο μοναδικός τρόπος να επικοινωνήσει το παιδί τις ανάγκες, τόσο τις σωματικές όσο και τις ψυχολογικές, στους γονείς του, αλλά κυρίως στη μητέρα του, με την οποία είναι πιο δεμένο όσο είναι ακόμα νεογέννητο. Η πείνα, η βρώμικη πάνα ή οι πόνοι μπορεί να είναι κάποιες πιθανές αιτίες που προκάλεσαν το κλάμα του. Επιπλέον, η γενική «ανασφάλεια» που μπορεί να αισθάνεται το βρέφος το οποίο ξαφνικά βρέθηκε από την προστασία που είχε στην κοιλιά της μαμάς του στον έξω κόσμο, το κάνει να επιδιώκει τη σωματική επαφή και τη συναισθηματική επικοινωνία, ακόμα και αν έχουν καλυφθεί όλες του οι φυσικές ανάγκες.

Προσφέρει ασφάλεια στο παιδί
Σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου του Harvard, , δεν πρέπει ν’ αφήνουμε τα παιδιά να κλαίνε μόνα τους χωρίς λόγο. Όπως αναφέρουν ειδικοί που συμμετείχαν στην έρευνα, οι γονείς πρέπει να ανταποκρίνονται στο κάλεσμα του παιδιού και να το παρηγορούν μέχρι να ηρεμήσει και να νιώσει πάλι ασφάλεια δίπλα τους. Η αγκαλιά, η σωματική επαφή, η φωνή της μητέρας είναι αυτά που το βοηθούν να ηρεμήσει.

Το βοηθά να αναπτυχθεί συναισθηματικά και πνευματικά

Όπως αναφέρεται στην ίδια έρευνα, τα παιδιά που δεν είχαν την προσοχή των γονιών τους όταν έκλαιγαν, ήταν πιο επιρρεπή στο άγχος όταν έγιναν ενήλικες. Το να μην ανταποκρίνεται ένας γονιός στο κλάμα του παιδιού, μπορεί να του προκαλέσει ένα είδος μετατραυματικού σοκ που ενδεχομένως να το ακολουθήσει και στην ενήλικη ζωή του. Έτσι, κρίνεται απαραίτητη η παρουσία του γονέα για την ομαλή ανάπτυξη του παιδιού.

Δένεται με τη μητέρα του

Όταν η μητέρα ανταποκρίνεται στο κλάμα του, το παιδί δένεται περισσότερο μαζί της και νιώθει πως έτσι χτίζεται μία σχέση «εμπιστοσύνης» μεταξύ τους που στηρίζεται σε γερές βάσεις. Αυτόματα, η ανασφάλεια, αγωνία και ο φόβος του παιδιού μειώνονται σημαντικά.
Ο αντίλογος…
Του δημιουργούνται «ψεύτικες» ανάγκες

Μετά τους πρώτους μήνες, κατά τους οποίους δεν μπορούμε να μην ανταποκριθούμε στο κλάμα του παιδιού, όπως επισημαίνει ο κ. Κούκης, όταν τρέχουμε κάθε φορά που κλαίει, όχι για να ικανοποιήσουμε κάποιες βασικές του ανάγκες αλλά γιατί είναι κακόκεφο ή «γκρινιάζει» με τον τρόπο του,  του δημιουργούμε «ψεύτικες» ανάγκες. Το έντονο συναίσθημα ότι εκείνη την ώρα μας χρειάζεται, χωρίς όμως να μας έχει ουσιαστικά ανάγκη δεν βοηθά στο να αρχίσει να απογαλακτίζεται από εμάς. Επομένως, αν η συμπεριφορά μας δεν περιορίζεται, το κλάμα του παιδιού αυξάνεται αφού αποκτά ικανοποίηση από την προσοχή που του δίνουμε.

Προσκολλάται πάνω μας όσο μεγαλώνει

Όταν το παιδί ξέρει ότι κάθε φορά, με το που θα φωνάξει, θα είμαστε κοντά του, ουσιαστικά προσκολλάται πάνω μας και η ηρεμία του εξαρτάται πλήρως από εμάς. Μεγαλώνοντας, αν δεν αλλάξει αυτή η τακτική, είναι πολύ πιθανό η εξάρτηση από τους γονείς να παραμείνει.

Η ανασφάλειά του μεγαλώνει

Μπορεί βραχυπρόθεσμα η ανασφάλεια του παιδιού να μειώνεται ή να εξαφανίζεται, όμως μακροπρόθεσμα η αγωνία και ο φόβος του μεγαλώνουν, σύμφωνα με τον παιδοψυχολόγο. Κι αυτό γιατί, εξαρτώμενο από εμάς, το παιδί δεν μαθαίνει πώς να «ελέγχει» τα συναισθήματά του, με τους γονείς να πάντα τρέχουν πάντα στο παραμικρό του κάλεσμα.

Δημιουργούνται προστριβές στην οικογένεια

Ως αποτέλεσμα της ψυχολογικής αλλά και σωματικής κούρασης, είναι πολύ πιθανό οι γονείς να έρχονται συχνά σε αντιπαράθεση με τα νεύρα και τους καυγάδες να γίνονται πλέον συνήθεια. Είναι πολύ σημαντικό οι γονείς να προσπαθήσουν να επιστρέψουν στην ρουτίνα τους –φυσικά όσο αυτό είναι εφικτό- για να του προσφέρουν ένα ήρεμο περιβάλλον. Επιπλέον, αν υπάρχει μεγαλύτερο παιδί στην οικογένεια, ενδεχομένως να ζηλεύει που οι γονείς του ασχολούνται συνεχώς με το μικρό αδελφάκι του και «τρέχουν» κάθε φορά που εκείνο κλαίει.

«Εγώ αφήνω το παιδί να ηρεμήσει μόνο του!»: Πώς επιδρά θετικά στο παιδί.
Η πρακτική που υποστηρίζουν πολλοί γονείς και που έχει διαδοθεί τα τελευταία χρόνια ονομάζεται «cry it out». Οι γονείς που επιλέγουν αυτή τη μέθοδο δεν τρέχουν κατευθείαν δίπλα στο παιδί όταν κλαίει, αλλά το αφήνουν να ηρεμήσει χωρίς να παρέμβουν με αγκαλιές, φιλιά και καθησυχαστικά λόγια, τουλάχιστον όχι αμέσως.

Το κλάμα δεν του κάνει κακό

Με το να μην ανταποκρινόμαστε άμεσα στο κλάμα του παιδιού, δεν σημαίνει ότι το βλάπτουμε ούτε ότι είμαστε κακοί γονείς. Σύμφωνα με τον κ. Κούκη, αν το παιδί σταματήσει το κλάμα μετά από δέκα λεπτά, καιε φόσον δεν κλαίει γοερά, το πιθανότερο είναι πως επρόκειτο απλώς για «κακοκεφιά» ή γκρίνια, χωρίς να χρειάζεται ουσιαστικά την παρουσία μας.

Το μωρό αποβάλλει το άγχος

Όσο περίεργο και αν ακούγεται αυτό, πρόσφατη έρευνα απέδειξε ότι με το να μην τρέχουμε αμέσως να παρηγορήσουμε το μωρό, μακροπρόθεσμα «διώχνει» το άγχος του. Κι αυτό γιατί σταδιακά  το μωρό μαθαίνει να μένει μόνο του, να κοιμάται χωρίς προσπάθεια και χωρίς να επιζητά την αγκαλιά των γονιών του για να ηρεμήσει. Επομένως, οι διακοπές μειώνονται και έτσι εκείνο ς ξεκουράζεται περισσότερο.

Μαθαίνει να μένει μόνο του

Κάθε περίπτωση είναι διαφορετική, ωστόσο, σύμφωνα με τον γιατρό, ενδεικτικά ένα μωρό μπορεί να μείνει μόνο του μετά τους δύο πρώτους μήνες, οπότε δεν είναι απαραίτητο να βρίσκεται δίπλα στο ίδιο δωμάτιο με τους γονείς του. Πλέον έχει μπει σε μια «ρουτίνα» και μπορεί να αρχίσει σταδιακά να «απομακρύνεται» από τους γονείς του. Είναι αυτονόητο, ωστόσο, ότι όλα είναι σχετικά και δεν υπάρχει κάποιος «κανόνας» που να πρεσβεύει ότι το παιδί πρέπει μετά τους δύο μήνες να μετακινηθεί στο παιδικό δωμάτιο.

Η μητέρα είναι πιο ήρεμη

Η εγκυμοσύνη η λοχεία και μετά η μητρότητα απαιτούν από τη μητέρα να είναι συνεχώς σε επαγρύπνηση. Ωστόσο, πρέπει και εκείνη να αφιερώσει χρόνο στον εαυτό της, να ξεκουραστεί και να χαλαρώσει, κάτι που μπορεί να πετύχει καλύτερα όταν το παιδί συνηθίσει να μένει και να κοιμάται μόνο του, χωρίς την παρέμβαση των γονιών.
Ο αντίλογος…
Δεν πρέπει να εφαρμόζεται σε βρέφη

Όπως αναφέρει και ο γιατρός , τα παιδιά μέχρι τεσσάρων μηνών εξαρτώνται απόλυτα από εμάς, επομένως το να μην ανταποκρινόμαστε στο κάλεσμά τους σ’ αυτή την τρυφερή ηλικία δεν θα τα βοηθήσει να προσαρμοστούν εύκολα στο καινούριο τους περιβάλλον.

Κόβεται απότομα ο δεσμός με τη μητέρα

Ειδικοί επισημαίνουν ότι το να κόβεται ο δεσμός με τη μητέρα δεν βοηθά ψυχολογικά το παιδί. Τα μωρά, όταν η μητέρα τους δεν ανταποκρίνεται πια στο κάλεσμά τους, σταματούν αν τη βλέπουν ως την μοναδική πηγή επιβίωσής τους και ενστικτωδώς σταματούν το κλάμα για να μην ξοδέψουν παραπάνω ενέργεια, που ενδεχομένως τους χρησιμεύσει αργότερα.

Προκαλεί ενοχές στους γονείς

Το να «εκπαιδεύσεις» το παιδί να μην κλαίει τόσο συχνά και να μην πας ανταποκρίνεσαι στο κλάμα του, δεν είναι μια εύκολη διαδικασία για κανένα γονιό. Μέχρι να συνηθίσει στην απουσία τους, οι γονείς ενδεχομένως «βασανίζονται» συναισθηματικά και νιώθουν ότι το εγκαταλείπουν.

Τι μπορούμε να κάνουμε
Όπως επισημαίνει ο γιατρός, τίποτα από αυτά δεν είναι «νόμος» και κάθε φορά πρέπει να λαμβάνονται υπόψην οι ιδιαίτερες ανάγκες του παιδιού και φυσικά οι οδηγίες του παιδιάτρου. Επειδή δεν είναι σωστό να είμαστε δογματικοί και δεν πρέπει να υποστηρίζουμε ένα από τα δύο άκρα, καλό θα είναι να κάνουμε όσο πιο ομαλό γίνεται το μεταβατικό στάδιο του συναισθηματικού απογαλακτισμού για το παιδί. Η πολύωρη οπτική επαφή του παιδιού με τη μητέρα και η σωματική επαφή μέσω της αγκαλιάς και του θηλασμού κατά τη διάρκεια της ημέρας, θα μας βοηθήσουν προς αυτή την κατεύθυνση.

Πηγή