Τι είμαστε τελικά; Είμαστε μόνο σάρκα και οστά; Κι αν ναι, τότε τι είναι αυτό που ορίζει αυτό το σώμα, να είναι ότι είναι και να πράττει…
όπως πράττει; Και αν υπάρχει κάτι πέρα απ’ αυτό που κατευθύνει όλα αυτά, τι είναι αυτό, αν όχι σώμα, και από πού προέρχεται; Και αν πάλι είμαστε αυτό που είναι πέραν του σώματος, ποια είναι η ανάγκη του να βρισκόμαστε σε σώμα;

Μία ενδόμυχη αναζήτηση χωρίς τέλος. Όμοια όπως κι εμείς τώρα, επιδόθηκαν κι άλλοι κατά το παρελθόν σ’ αυτού του είδους την αναζήτηση του εαυτού, όπως θα ακολουθήσουν κι άλλοι πολλοί μετά από εμάς και θα συνεχιστεί έτσι έως ότου πάψουν να υπάρχουν άνθρωποι εντός του κόσμου αυτού.

Το ζήτημα είναι πως ακόμα κι αν λάβεις κάποιες από τις απαντήσεις που ζητάς, πώς θα μπορέσεις να τις μεταφέρεις σε λόγια χωρίς να στρεβλώσεις το νόημά τους. Παρ’ όλα αυτά υπήρξαν κάποιοι που κατόρθωσαν σε μικρό ή μεγάλο βαθμό να καταγράψουν την προσπάθειά τους αυτή, αφήνοντάς την ως παρακαταθήκη στους επόμενους αναζητητές. Ανάμεσά τους υπήρξε και ο Πλωτίνος, ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του ρεύματος του Νεοπλατωνισμού.

ΕΝΝΕΑΣ ΤΕΤΑΡΤΗ

Πρόκειται να αναφερθούμε στην 4η Εννεάδα του Πλωτίνου η οποία περιέχει εννέα πραγματείες αφιερωμένες στην ψυχή. Ας ακολουθήσουμε, λοιπόν, το στοχασμό του Πλωτίνου, ξεκινώντας από τις δύο πρώτες πραγματείες (1) οι οποίες αναφέρονται στην ουσία της ψυχής και από πού η ψυχή προέρχεται.

Ο Πλωτίνος διαχωρίζει τον κόσμο σε νοητό και αισθητό. Περιγράφει ότι η αληθινή ουσία βρίσκεται στο νοητό κόσμο και θεωρεί ότι το ανώτερο μέρος αυτού, «το άριστο» όπως ακριβώς το αναφέρει, είναι ο νους (2). Λέει λοιπόν ότι οι ψυχές βρίσκονται στον νοητό κόσμο και από εκεί ήρθαν εδώ. Επισημαίνει πως εκείνος ο κόσμος έχει ψυχές χωρίς σώματα, ενώ αυτός ο κόσμος (αισθητός), ο εκδηλωμένος κόσμος δηλαδή λαμβάνει ψυχές προορισμένες να γίνονται εντός των σωμάτων και κατανεμήθηκαν έτσι σε σώματα. Στον νοητό κόσμο ο νους είναι μια ολότητα και όχι διαχωρισμένος σε μέρη και όλες οι ψυχές μαζί βρίσκονται στον κόσμο αυτό ο οποίος είναι αιωνιότητα, πέρα από τον χώρο και το χρόνο.

Παρουσιάζει τον νου πάντοτε αδιαχώριστο και αδιαίρετο. Και την ψυχή αδιαχώριστη και αδιαίρετη μέσα στον νοητό κόσμο, αλλά ότι η φύση της είναι να μερίζεται, εννοώντας ότι η διαίρεσή της είναι ουσιαστικά η απομάκρυνσή της από τον νου και η έλευσή της σε σώμα. Η ψυχή είναι αδιαίρετη και διαιρετή συγχρόνως. Τοποθετεί λοιπόν την ψυχή στον νοητό κόσμο, η οποία παρόλο που διαιρείται και με αυτόν τον τρόπο κατέρχεται στα υλικά σώματα του αισθητού κόσμου, ένα κομμάτι της μένει πάντοτε στον νοητό κόσμο. Έτσι η ψυχή έχοντας σαν κέντρο το αδιαίρετο κομμάτι της, εκτείνεται σαν μία γραμμή. Κατερχόμενη στον αισθητό κόσμο, το στοιχείο της ψυχής που διαιρείται, διαιρείται αδιαίρετα. Δίνει δηλ. τον εαυτό της στο όλον σώμα οπότε και δεν διαιρείται, με το να δίνεται όλη στο όλον, ενώ διαιρείται με το να είναι παρούσα σε κάθε μέρος του. Δεν διαιρείται δηλ. ουσιαστικά αλλά φαινομενικά.

Ο Πλωτίνος συνοψίζει λέγοντας σύμφωνα με τα όσα ειπώθηκαν, ότι η ψυχή δεν είναι σώμα, ούτε αρμονία στον κόσμο των ασωμάτων και ότι όσον αφορά την ουσία της, αυτή ανήκει στη νοητή φύση και στην «θεϊκή μοίρα» και η προέλευσή της αυτή, δηλώνει σαφέστατα την ουσία της.

Ακολουθώντας έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης, αναζητά και πάλι τα χαρακτηριστικά της φύσης της ψυχής. Εξετάζει δύο αντίθετες μεταξύ τους ουσίες. Πρώτα εξετάζει την ουσία που αποτελεί τον αισθητό κόσμο, δηλαδή τον απτό εκείνο κόσμο που λαμβάνουμε ως πραγματικό. Όπου στο σύνολό του εμπεριέχει πράγματα-αντικείμενα ξέχωρα μεταξύ τους, που δηλών τη διαιρετότητα στη φύση τους και που λαμβάνουμε την ύπαρξή τους με τις πέντε αισθήσεις μας.

Στον αισθητό λοιπόν κόσμο σύμφωνα με τον Πλωτίνο, υπάρχουν πράγματα τα οποία λόγω της φύσης τους είναι πρωταρχικώς διαιρετά και υποκείμενα σε διασπορά. Κανένα μέρος τους δεν είναι το ίδιο με κάποιο άλλο μέρος, ούτε σαφώς και με το όλον και κατ’ επέκτασιν το κάθε μέρος τους πρέπει να είναι «λιγότερο από το παν και το όλον». Αυτά είναι τα αισθητά μεγέθη και οι όγκοι, καθένα των οποίων έχει τον δικό του ξεχωριστό χώρο και δεν είναι δυνατόν να βρίσκεται το ίδιο πράγμα σε διαφορετικούς τόπους ταυτοχρόνως.

Ο Πλωτίνος συνεχίζει λέγοντας ότι υπάρχει και μια άλλη ουσία αντίθετη προς αυτήν από την οποία αποτελείται ο αισθητός κόσμος. Αυτή η άλλη ουσία (νους) έχει τέτοια φύση, όπου δεν επιδέχεται κατά κανένα τρόπο μερισμό, είναι χωρίς μέρη και χωρίς δυνατότητα μερισμού, δηλαδή δεν υφίσταται σε χωριστότητα. Δεν επιδέχεται επίσης καμιάς διάστασης γιατί δεν χρειάζεται χώρο. Είναι η αρχή (ο λόγος) ύπαρξης κάθε όντος. Στο σημείο αυτό δίνει (ο Πλωτίνος) καταπληκτικό παράδειγμα προς κατανόηση του γεγονότος αυτού. Παρουσιάζει την ουσία αυτή με το κέντρο ενός κύκλου, ένα σημείο χωρίς μέρη, με το οποίο συνάπτονται όλες οι ακτίνες ( οντότητες-ψυχές) και κατευθύνονται προς την κυκλική περιφέρεια, έλκοντας τη γένεσή τους και την ύπαρξή τους από αυτό. Είναι ένα πρωταρχικώς αδιαίρετο ον, που προΐσταται στα νοητά και στα πραγματικά.

Τοποθετεί την ψυχή ως μια ουσία που βρίσκεται ενδιάμεσα στις δύο προηγούμενες (νου και αισθητό κόσμο), λέγοντας ότι είναι εκείνο που υπάρχει ανάμεσα στα αισθητά και σ’ εκείνη την απολύτως αδιαίρετη φύση και φέρει σε ένωση αυτές τις δύο άκρως αντίθετες φύσεις. Αυτό το πραγματοποιεί γιατί μπορεί να μετέχει και στις δύο φύσεις, χάριν στο γεγονός ότι μπορεί να είναι συγχρόνως διαιρετή και αδιαίρετη (3).

Συνεχίζει αναπτύσσοντας τα χαρακτηριστικά που έχει η ψυχή όντας μεριστή ουσία μέσα στον κόσμο των σωμάτων και όντας αμέριστη μέσα στην ουσία απ’ όπου κατάγεται. Η ψυχή, λοιπόν, ενώ πρωταρχικά είναι αμέριστη ουσία γίνεται μεριστή με την επέλευσή της στα σώματα, αφού αυτά δεν μπορούν να τη δεχτούν χωρίς μερισμό. Μ’ αυτόν τον τρόπο είναι πάνω από αυτά, κοντά σ’ αυτά και μέσα σ’ αυτά. Όταν τα σώματα διαιρούνται, διαιρείται κι εκείνη αλλά συνεχίζει να αποτελεί ένα όλον σε κάθε ένα διαιρεμένο μέρος, παρόλο που γίνεται πολλά παραμέ νει πάντα το ίδιο. Δίνοντας τον εαυτό της στο όλον δεν απομακρύνεται από το να είναι μία και μοναδική. Πολύ ποιητικά, ο Πλωτίνος, επαναλαμβάνει πολλές φορές αυτό το ίδιο γεγονός, μέχρι να μπορέσει να αποτυπωθεί καλά μέσα στον ανθρώπινο νου. Σ’ ένα σημείο του έργου, λέει κατά λέξη: «ενώ δεν έχει μέγεθος, συνυπάρχει με κάθε μέγεθος, και, ενώ είναι εδώ, είναι πάλι και εκεί, όχι με κάποιο άλλο μέρος της αλλά με το ίδιο. Ώστε διαιρείται και δεν διαιρείται.» (2.1.70)

Με την πολλαπλή της ενότητα η ψυχή χορηγεί ζωή σε όλα τα μέρη, ενώ με την αδιαίρετη ενότητά της τα κατευθύνει με φρόνηση. Συγχρόνως με την παρουσία της στον αισθητό κόσμο, μπορεί να βρίσκεται και κοντά σ’ εκείνη την απόλυτα αδιαίρετη ουσία, που της προσδίδει τον αδιαίρετο χαρακτήρα και από την οποία κατάγεται, όντας η συνέχειά της και έχοντας το έναυσμα από εκείνη σπεύδει από τη μία προς την άλλη φύση και εγκαθιστά τον εαυτό της στο μέσο των δύο.

Ο Πλωτίνος ολοκληρώνει την ενότητα αυτή του έργου του (2. ΠΕΡΙ ΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ) παραθέτοντας μια φράση από τον «Τίμαιο» του Πλάτωνα, χαρακτηρίζοντάς την θεϊκή.

Διαβάζοντας τη φράση αυτή καταλαβαίνει κανείς ότι από εκεί προέρχεται η κύρια έμπνευσή του, όσον αφορά την περιγραφή της ουσίας της ψυχής: «Ανάμεσα σ’ αυτήν που είναι αδιαίρετη και σ’ αυτήν που γίνεται διαιρετή και μεταβλητή στην περιοχή των σωμάτων ανέμειξε (ο δημιουργός;) ένα τρίτο είδος ουσίας που αποτελείται τόσο από το αμετάβλητο όσο και από το μεταβλητό.» (Πλάτων, Τίμαιος, 35 α) Θα συνεχίσουμε εξετάζοντας τις τρεις επόμενες πραγματείες του έργου 3, 4 και 54. Σ’ αυτά τα τρία μέρη του έργου του, ο Πλωτίνος, θέτει ερωτήματα σε μορφή στοχασμού και στη συνέχεια απαντά σε αυτά παραθέτοντας το συλλογισμό του με διττό τρόπο, δηλαδή από το αποτέλεσμα οδηγείται στην αιτία και από την αιτία και πάλι στο αποτέλεσμα, επιβεβαιώνοντας και πιστοποιώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη θεώρησή του. Ο Πλωτίνος σημειώνει ότι είναι απόλυτα λογικό να διαθέτουμε τον χρόνο μας σε αυτού του είδους τη μελέτη γιατί μέσα από αυτήν, εκτός των άλλων, λαμβάνουμε γνώση διπλής κατευθύνσεως (αιτιατού και αποτελέσματος). Λέγοντας ακόμη ότι με αυτόν τον τρόπο επίσης υπακούμε στην «εντολή του θεού», που προτρέπει να γνωρίσουμε τον εαυτό μας (Αυτογνωσία).

Εξετάζει πρώτα τις διαφορές και τις ομοιότητες που υπάρχουν στην συμπαντική ψυχή που είναι μία και ένα με το όλον και στις ψυχές όπου διαιρεμένες πια βρίσκονται στην «περιοχή των σωμάτων», όπου συνεχίζουν να είναι πολλές και μία ταυτοχρόνως. Και εξηγεί ότι η συμπαντική ψυχή και το μέρος εκείνο της ψυχής το οποίο είναι προορισμένο να αποτελέσει τις διαιρεμένες ψυχές, από κοινού, προέρχονται από τον νου ο οποίος είναι αδιαίρετος και αχώριστος και ως ένα σημείο και οι μεν και οι δε αποτελούν ένα όλον όντας μία και μοναδική ψυχή λόγω του ότι δεν ανήκουν σε τίποτα (5). Το μέρος της ψυχής όπου είναι προορισμένο σε “φαινομενικό” διαχωρισμό, διαιρείται σε μέρη-ψυχές. Χωρίς αυτές να παύουν να είναι εξαρτημένες από τη μία στην επάνω πλευρά τους, τείνουν προς τα κάτω με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Παρομοιάζει τις ψυχές με το φως του ήλιου το οποίο προερχόμενο από μία-μοναδική πηγή, όταν φτάσει στη γη χωρίζεται και φωτίζει κάθε σπίτι αλλά ουσιαστικά δεν διαιρείται αλλά εξακολουθεί να είναι ένα.

Συμπερασματικά οδηγούμαστε στο γεγονός του ότι η ψυχή του παντός διατηρεί πάντοτε την υπερβατική της θέση, ως το σημείο της ψυχής που είναι πάντοτε αδιαίρετο και αχώριστο, που δεν σχετίζεται με στροφή προς τα πράγμα τα του εδώ κόσμου. Ενώ οι δικές μας ψυχές έρχονται κάτω, διότι το δικό τους μέρος είναι προσδιορισμένο στην περιοχή αυτή, και έτσι έλκονται και στρέφονται προς το στοιχείο που χρειάζεται τη φροντίδα τους κατά ένα μέρος, ενώ το υπόλοιπο της ψυχής μας, που έχει την ίδια μορφή όπως το ανώτερο μέρος της ψυχής του παντός παραμένει στο νοητό κόσμο.

Το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι σε δύο σκέλη: πώς εξακολουθεί η μία ψυχή η δική σου, η μία ψυχή αυτού του ανθρώπου, η μία ψυχή του άλλου να είναι ξέχωρες και να υπάρχουν ακόμα και μετά το θάνατο του υλικού σώματος της κάθε οντότητας; Οι ψυχές ανήκουν ξεχωριστά στον καθένα και υπάρχουν ενόσω βρίσκονται σε σώμα αλλά καταστρέφονται, όταν βρεθούν κατ’ εξοχήν στο άριστο μέρος;

Για να κατανοήσουμε την απάντηση που δίδεται από τον Πλωτίνο στο ερώτημα αυτό, θα πρέπει να ξαναθυμηθούμε το παράδειγμα που μας έδωσε πρωτύτερα όσον αφορά την ύπαρξη των οντοτήτωνψυχών από τον νου. Ειπώθηκε, λοιπόν, πως ο νους είναι η αρχή (ο λόγος) ύπαρξης κάθε όντος. Ο Πλωτίνος προκειμένου να γίνει αυτό κατανοητό, μας βάζει να φανταστούμε τον νου σαν το κέντρο ενός κύκλου, ένα σημείο χωρίς μέρη, από το οποίο ξεκινούν και με το οποίο συνάπτονται όλες οι ακτίνες (οντότητες-ψυχές) και κατευθύνονται προς την κυκλική περιφέρεια, έλκοντας τη γένεσή τους και την ύπαρξή τους από αυτό το σημείο. Αφού είδαμε μέσω του παραδείγματος πως ο νους είναι η αιτία ύπαρξης κάθε οντότητας-ψυχής, ας παρατηρήσουμε επίσης ότι κάθε οντότητα-ψυχή έχει ένα σημείο επαφής με τον νου, αυτό το σημείο αποτελεί γι’ αυτήν την συνείδηση της ύπαρξής της, τον δικό της νου.

Ας περάσουμε τώρα στην απάντηση που δίνει ο Πλωτίνος όσον αφορά το ερώτημα αν οι ψυχές-οντότητες συνεχίζουν να υπάρχουν ως οντότητες-ψυχές ακόμη και όταν πάψουν να βρίσκονται μέσα σε σώμα. Λέει λοιπόν, ότι κανένα ον δεν καταστρέφεται διότι οι «νόες» που αποτελούν την ύπαρξή τους δεν καταστρέφονται γιατί η φύση τους είναι να υπάρχουν μέσα σε μια ενότητα, δεν είναι σωματικά διαιρεμένοι, αλλά ο καθένας παραμένει χωριστά στην ετερότητα, έχοντας το ίδιο Είναι. Κατ’ επέκτασιν ούτε και οι ψυχές χάνονται διότι είναι οι λογικές εκφράσεις των νοών και εξαρτώνται από τον «κάθε νου».

Γιατί και πώς η ψυχή του σύμπαντος, δημιούργησε τον κόσμο, ενώ οι ξεχωριστές ψυχές διοικούν τα μέρη του κόσμου; Η ψυχή του παντός, κατά τον Πλωτίνο, παραμένει σε μια ενότητα, πέρα και πάνω από τα δημιουργήματά της. Άρα η ψυχή του σύμπαντος, η ψυχή του κόσμου παραμένοντας στον εαυτό της δημιουργεί, και τα πράγματα που δημιουργεί τείνουν και πλησιάζουν προς αυτήν. Ενώ οι μερικές ψυχές έχουν την τάση να πλησιάζουν αυτέ προς τα δημιουργημένα πράγματα. Ένα μεγάλο μέρος τους ελκύεται προς τα κάτω και έλκει μαζί του και αυτές τις ίδιες, την προσοχή τους θα μπορούσαμε να πούμε, μέσω των σκέψεών τους προς το να βρεθούν κάτω. Η μεγάλη διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι η ψυχή του σύμπαντος αποβλέπει προς τον όλο νου, ενώ οι επιμέρους ψυχές προς τους δικούς τους μερικούς νόες.

Ο Πλωτίνος συνεχίζει να εξετάζει τις διαφορές και τις ομοιότητες που υπάρχουν ανάμεσα στην συμπαντική ψυχή και στις ξεχωριστές ψυχές των όντων, κάνοντας μνεία στον Τίμαιο του Πλάτωνος, στο σημείο εκείνο όπου περιγράφει την δημιουργία της ψυχής, αναλύει την σκέψη του φιλοσόφου. Αναφέρει λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα λέγονται στον Τίμαιο, ότι ο δημιουργός αφού τελειώσει με τη δημιουργία της ψυχής του παντός, φτιάχνει τις επιμέρους ψυχές, χρησιμοποιώντας υλικό από τον ίδιο κρατήρα από τον οποίο προέρχεται και η ψυχή του παντός, κάνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο ομοειδής προς αυτήν και τις άλλες ψυχές, δίνοντάς τους τη διαφορά με τη χρήση δεύτερης και τρίτης τάξεως συστατικών (6).

Πολύ σημαντική είναι επίσης η αναφορά που γίνεται από τον Πλωτίνο, στη μετενσάρκωση. Αφού αναλύει τη διαφορά των ψυχών μεταξύ τους όσον αφορά τα δεύτερα και τα τρίτα (συστατικά), συνεχίζει λέγοντας πως οι ψυχές δεν διαφέρουν μόνο στα «σώματα» και στον «χαρακτήρα» αλλά κυρίως στα έργα της διάνοιάς τους, καθώς και στις επιλογές τους ως αποτέλεσμα των βίων που έζησαν προηγουμένως. Παρακάτω μας λέει και πάλι ότι σύμφωνα με τον Πλάτωνα οι επιλογές των ψυχών γίνονται σύμφωνα με τις προηγούμενες ζωές τους.

Ένα ερώτημα ακόμα το οποίο ο Πλωτίνος υποβάλει και απαντά είναι το πώς έρχεται η ψυχή μέσα στο σώμα. Δηλώνει, λοιπόν, πως ο τρόπος εισόδου της ψυχής στο σώμα είναι διττός, η είσοδος της ψυχής στο σώμα γίνεται δηλαδή με δύο τρόπους.

Ο πρώτος είναι όταν η ψυχή υπάρχει ήδη σε ένα ανθρώπινο σώμα και αλλάζει σώματα ή όταν από ένα σώμα αέρινο ή πύρινο περνάει σε ένα γήινο! Ο δεύτερος τρόπος είναι όταν γίνεται η μετάβαση της ψυχής από την ασώματη κατάσταση σε ένα οποιασδήποτε μορφής σώμα, κάνοντας έτσι η ψυχή την πρώτη της επικοινωνία με ένα σώμα. Παραμένοντας σ’ αυτόν τον δεύτερο τρόπο εξετάζει τι συμβαίνει όταν μια ψυχή απολύτως καθαρή από σώμα, δέχεται στον εαυτό της τη σωματική φύση.

Κάνει λόγο πρώτα-πρώτα για την ψυχή του παντός, υποδεικνύοντας ότι σχετικά με αυτήν κάθε αναφορά σε όρους όπως «είσοδος» και «εμψύχωση» γίνεται καθαρά για λόγους σαφή νειας. Διότι δεν υπήρξε ποτέ στιγμή κατά την οποία το Σύμπαν δεν είχε ψυχή, ούτε υπήρξε στιγμή κατά την οποία δημιουργήθηκε σώμα εν απουσία ψυχής.

Υποστηρίζει πως η ψυχή έχει ανάγκη το σώμα για να προχωρήσει, πως ο λόγος ύπαρξής της και η φυσική της θέση δεν είναι άλλη από το να βρίσκεται εντός και επί του σώματος. Σκοπός λοιπόν της ψυχής είναι να εμψυχώνει, έτσι δημιουργεί έναν τόπο για τον εαυτό της (η ψυχή του παντός), συνεπώς ένα σώμα και την δεδομένη στιγμή όπου γίνεται λόγος για την ψυχή του παντός, σαν σώμα εννοείται το σύμπαν.

Ο Πλωτίνος παραδίδει μια γλαφυρότατη περιγραφή του πως η ψυχή του παντός δημιουργεί. Ξεκινά περιγράφοντας πως είναι η ψυχή. Η στάση της είναι να μένει εντός του εαυτού της, ομοιάζει, μας λέει, σαν να εκλάμπει ένα δυνατό φως από εκείνη και στα όρια αυτού του φωτός να υπάρχει σκοτάδι, που καθώς το βλέπει η ψυχή, του δίνει σχήμα. Έτσι λαμβάνει ύπαρξη κάτι που μοιάζει με στολισμένο οίκημα το οποίο δεν αποχωρίστηκε ποτέ από το δημιουργό του. Ένα δημιούργημα στο οποίο ο δημιουργός δεν έδωσε ένα κομμάτι από τον εαυτό του, αλλά το συνέλαβε ολόκληρο μονομιάς σε κάθε του σημείο. Συμβάλλει στην ίδια του την ύπαρξη και την ωραιότητά του με ωφέλιμη φροντίδα, στον βαθμό που του είναι δυνατό να μετέχει στο είναι του, χωρίς να βλάπτεται από αυτό, διότι είναι «πάνω» από αυτό και το εποπτεύει. Με αυτόν τον τρόπο είναι έμψυχο, έχοντας μια ψυχή που είναι παρούσα σ’ αυτό αλλά που δεν του ανήκει, «διοικείται δεν διοικεί, κατέχεται δεν κατέχει». Δεν βρίσκεται η ψυχή μέσα στο σύμπαν αλλά το σύμπαν βρίσκεται στην ψυχή όπου «το κρατά υψωμένο». Ο Πλωτίνος παρομοιάζει το σύμπαν σαν ένα ζωντανό δίχτυ όπου είναι απλωμένο στη θάλασσα-ψυχή, χωρίς όμως να μπορεί να την καταλάβει και να την κάνει δική του. Όσο απλώνεται η θάλασσα απλώνεται και το δίχτυ μαζί της όντας ανήμπορο να διαχωριστεί από αυτή, διότι δεν μπορεί να είναι αλλού παρά εκτός από εκεί που βρίσκεται. Και επειδή η ψυχή από τη φύση της δεν έχει μέγεθος, μπορεί με μια και μόνο σύλληψη να καταλάβει ολόκληρο το σώμα, όσο και αν εκταθεί αυτό, εκεί είναι και η ψυχή. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μας εξηγεί, ότι το σύμπαν εκτείνεται με βάση το σημείο στο οποίο κατά την πορεία του έχει την ψυχή να διατηρεί την ύπαρξή του.

Όσον αφορά τώρα την έκταση της δημιουργίας, αυτή καθορίζεται από την λογική αρχή που προέρχεται από την ψυχή. Η λογική αρχή της ψυχής είναι που δια της θελήσεως δημιουργεί ένα μέγεθος τόσο μεγάλο όσο η μορφή, από την οποία απορρέει το μέγεθος (όγκος-μέγεθος-συμπαντικός νόμος). Έτσι, επομένως, η ψυχή του παντός με τη δύναμη της ουσίας της και δια της θελήσεώς της, ελέγχει τα σώματα ώστε να λαμβάνουν γένεση και να βρίσκονται στην κατάσταση όπου εκείνη τα οδηγεί.

Δεν αναλώνει ούτε παραθέτει όλη τη δύναμή της, προς τα υλικά σώματα, έχει μία δύναμη η οποία ανήκει ολοκληρωτικά σε αυτήν και η οποία παραμένει στον εαυτό της και μία άλλη που φεύγει από αυτή προς τα δημιουργημένα πράγματα. Η δράση της ψυχής είναι κάτι που τελεί σε εγρήγορση, τόσο αυτή που συμβαίνει μέσα της όσο και αυτή που απευθύνεται προς τα δημιουργημένα, υλικά πλάσματα. Όλα τα υλικά πλάσματα δε ζουν από μόνα τους, η ψυχή είναι που τους δίνει ζωή και μάλιστα τέτοια ζωή σαν κι αυτή σύμφωνα με την οποία εκείνη ζει. Ζώντας μέσα σε μια λογική αρχή, δίνει και στο σώμα λογική αρχή κατ’ εικόνα εκείνης την οποία έχει, καθώς και τα σχήματα των σωμάτων, των οποίων τις λογικές αρχές κατέχει.

Συνεπώς, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Πλωτίνου, η ψυχή του παντός ποίησε όλα τα πράγματα μέσα στο σύμπαν, από τα ουράνια σώματα μέχρι και τις πιο μικρές υπάρξεις που υφίστανται, κατά μίμηση των όντων των οποίων είχε τις λογικές αρχές, και με αυτόν τον τρόπο καθένα απ’ αυτά έγινε μια εκδηλωμένη λογική αρχή στην ύλη, σχηματισμένη σύμφωνα με αυτήν που υπήρχε προ της ύλης. Η ψυχή όντας εναρμονισμένη με τον θεό (ανώτερη αρχή-νους) από τον οποίο προήλθε, προς τον οποίο είναι εστιασμένη και τον οποίο είχε όταν δημιουργούσε, γίνεται ο σύνδεσμος μεταξύ αυτού και των δημιουργημένων πραγμάτων.

Όσον αφορά τις επιμέρους ψυχές, ο Πλωτίνος υποστηρίζει πως αυτές σύμφωνα με τη διάθεση που έχουν λάβει από τον νου χωρίζονται σε διάφορα είδη, έτσι διάκεινται ανάλογα με τη μορφή η οποία έρχεται προς αυτές από τον νου. Κάθε ψυχή επομένως κατέρχεται προς ένα σώμα, έτοιμο σύμφωνα με την ομοιότητά του προς τη διάθεση της ψυχής. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αν μία ψυχή ομοιώθηκε σε άνθρωπο, εκδηλώνεται στον αισθητό κόσμο ανθρώπινο σώμα-μορφή και άλλες ψυχές σε διάφορα είδη ζώων. Μας επισημαίνει λοιπόν ότι οι επιμέρους ψυχές δεν απευθύνονται αποκλειστικά και μόνο σε ανθρώπους αλλά και σε άλλες μορφές ζωής, δεδομένου του ότι υπάρχουν διάφορα είδη ψυχών (7).

Οι ψυχές των ανθρώπων καθώς και οι άλλες επιμέρους ψυχές, αντίθετα από την ψυχή του παντός, δεν ποιούν το σώμα του οποίου λαμβάνουν τη φροντίδα και διαμέσου του οποίου εκδηλώνονται, αλλά ελκύονται προς τον ίδιο δημιουργημένο κόσμο (από την ψυχή του παντός) αισθητό κόσμο και κατεβαίνουν προς τα σώματα μέσα στα οποία λαμβάνουν γένεση, ορμώμενες άνωθεν από τη λογική τους αρχή, την ενωμένη με τον νου, χωρίς ωστόσο να απομακρύνονται από αυτήν. Είναι, περιγράφει ο Πλωτίνος, σαν το κεφάλι τους να στηρίζεται επάνω από τον «ουρανό» (8) ενώ το μεσαίο μέρος τους αναγκάζεται να φροντίσει αυτό στο οποίο έφτασαν και οι άκρες τους είναι ενωμένες με αυτό.

Με την κάθοδό τους στο σύμπαν, οι ψυχές δεν λειτουργούν ξέχωρα από αυτό αλλά έρχονται σε συμφωνία με αυτό, εναρμονίζονται με τους νόμους του και ακολουθούν την κυκλική του κίνηση (9). Όπως και το σύμπαν δρα σε συμφωνία με τα νοητά όντα και ακολουθεί τους νόμους που ο νους ορίζει σ’ αυτό δια μέσου της ψυχής του παντός. Όλα μέσα στο σύμπαν συμβαίνουν βάση ενός προδιαγεγραμμένου σχεδίου από τον νου.

Τίποτα δεν είναι τυχαίο υπάρχει μία καθορισμένη τάξη, ένας αναπόδραστος νόμος, που υποχρεώνει το κάθε τι να γεννάται και να εκδηλώνεται στη σωστή χρονική στιγμή. Έτσι κάθε ψυχή έχει τον δικό της χρόνο που όταν αυτός έρχεται, εκείνη καλείται, κατεβαίνει και εισδύει στο κατάλληλο σώμα. Κάθε είδος (ψυχής) έχει τη δική του «μοίρα» και χρονική στιγμή.

Όταν οι ψυχές ξεκινούν την κάθοδό τους προς τον αισθητό κόσμο πηγαίνουν πρώτα στον «ουρανό» όπου εκεί προσλαμβάνουν σώμα. Ο Πλωτίνος είναι φανερό ότι με την λέξη ουρανό εννοεί το διάστημα που βρίσκεται υπεράνω της γης, ένα διαφορετικό πεδίο λεπτότερης ύλης στο οποίο περνά η ψυχή στην αρχή της εισόδου της στον αισθητό κόσμο (10). Αφού προσλάβουν σώμα προχωρούν μέσω αυτού προς τα σώματα με περισσότερη γεώδη σύσταση έως το σημείο που μπορούν να εκταθούν σε μήκος (11). Ο Πλωτίνος αναφέρεται στον «ουρανό», λέγοντας ότι είναι το ανώτερο πεδίο του αισθητού κόσμου και θεωρεί τη γη ως το τελευταίο (κατώτερο) από τα πεδία του (12). Τα ουράνια μέρη είναι αυτά που εμψυχώνονται πρώτα και επίσης αυτά, κατά τον Πλωτίνο, έχουν την ικανότητα να μετέχουν της ψυχής και να την συνακολουθούν στο έργο της. Οι φωτίζουν τον ουρανό, δίνοντάς του το μεγαλύτερο και πρώτο μέρος του εαυτού τους, φωτίζουν επίσης και τον υπόλοιπο κόσμο (τα ενδιάμεσα πεδία;) με τα δευτερεύοντα μέρη τους. Αυτές οι ψυχές που κατεβαίνουν περισσότερο, ρίχνουν και το φως τους χαμηλότερα, δεν είναι καλό όμως για αυτές να προχωρήσουν πολύ, επισημαίνει ο Πλωτίνος.

Μερικές από τις ψυχές έρχονται από τον ουρανό προς τα κατώτερα σώματα, ωστόσο ανά κάποια χρονικά διαστήματα ελευθερώνονται απ’ αυτά και μπορούν έτσι, ομοίως και αυτές, να βρίσκονται εντός της λογικής αρχής όπως και η ψυχή του παντός, η οποία ποτέ δε στρέφεται προς τον αισθητό κόσμο. Από το ένα χρονικό διάστημα στο άλλο, επιστρέφουν στην ίδια κατάσταση, σε μια διαδοχική σειρά καθορισμένων ζωών. Εκτελώντας την πορεία τους μέσα σε αυτές τις ζωές, ολοκληρώνονται σύμφωνα με μία και μοναδική λογική αρχή.

Υπάρχουν και κάποιες ψυχές όπου με την κάθοδό τους σε κατώτερα σώματα εγκλωβίζονται όλο και περισσότερο μέσα στην ύλη, με αποτέλεσμα να «βαρύνουν» και να βυθιστούν στη λήθη, να χάσουν την επαφή τους δηλαδή με το ανώτερο μέρος τους τη λογική τους αρχή, να χάσουν τον εαυτό τους, το είναι τους, έλκοντας ακόμη περισσότερο αυτό που βαραίνει επάνω τους (την υλική μορφή). Καταλήγουν με αυτόν τον τρόπο, να εισέρχονται από το ένα σώμα στο άλλο, χωρίς καμιά ανάπαυλα. Με τον καιρό γίνονται διαφορετικές και στρέφονται ολοένα και περισσότερο «σ’ αυτό που τους ανήκει» (στη σωματική μορφή) και έρμαια πια καταλαμβάνονται από τα δεσμά που μόνες τους έδεσαν λίγο-λίγο μ’ αυτά τον εαυτό τους. Ανήμπορες να αναστρέψουν με οποιοδήποτε τρόπο την κατάσταση αυτή, αφήνονται στη φροντίδα της φύσης.

Στο αντίθετο άκρο όμως υπάρχουν και οι ψυχές που ενώ υπόκεινται στη μοίρα του υλικού κόσμου, με τον ερχομό τους σε κατώτερα σώματα, δεν παύουν να ανήκουν στον εαυτό τους. Δέχονται να υπομείνουν όλα όσα είναι αναγκαία, μπορούν όμως ταυτόχρονα να ανήκουν στον εαυτό τους σε όλα όσα είναι δικά τους έργα, ζώντας σύμφωνα με μιαν άλλη νομοθεσία, την νομοθεσία που διέπει όλα τα όντα, που εις γνώσιν τους παρέχουν τον εαυτό τους σε αυτόν τον θεσμό. Ο θεσμός αυτός είναι φτιαγμένος από όλες τις εδώ λογικές αρχές και αιτίες και από τα έργα των ψυχών, καθώς και από τους νόμους που προέρχονται από τον νοητό κόσμο. Έτσι μπορούν να τελούν κάθε τους έργο, μέσα σ’ αυτές, έξω από αυτές και γύρω από αυτές με πλήρη αρμονία και απόλυτη επίγνωση.

Ο Πλωτίνος ολοκληρώνει την άποψή του όσον αφορά την κάθοδο της ψυχής, στην όγδοη πραγματεία του έργου του με τίτλο «ΠΕΡΙ ΕΙΣ ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΚΑΘΟΔΟΥ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ». Στην αρχή της πραγματείας αυτής, παραθέτει μια πνευματικής φύσεως προσωπική του εμπειρία (13), ένα βίωμα που συνέλαβε διαμέσου ενατενίσεως. Αυτό παραπέμπει στο γεγονός πως ένα μεγάλο μέρος του έργου του προέρχεται και βασίζεται σε τέτοιου είδους προσωπικές του εμπειρίες. Στην πραγματεία αυτή, λοιπόν, ο Πλωτίνος θίγει την τιμωρία που υφίσταται η ψυχή στρεφόμενη προς τα κάτω, προς το μερισμό. Εκθέτει την άποψή του αυτή παραθέτοντας πλήθος από απόψεις προγενέστερών του φιλοσόφων (14), θέλοντας να της δώσει ίσως με αυτόν τον τρόπο κύρος ή πιστοποίηση. Είναι ίσως το ποιητικότερο σημείο όλης της Τέταρτης Εννεάδας.

Παραμένοντας στη θεώρηση του Πλάτωνα, την αναλύει όντας σε συνταύτιση με αυτή. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα οι επιμέρους ψυχές, όταν εισέρχονται στον εδώ κόσμο παρασύρονται σε ένα είδος πτώσης και καταλήγουν να είναι μέρη και να ανήκουν στον εαυτό τους αποχωριζόμενες από το όλον. Όταν κάποια ψυχή παραμείνει για πολύ καιρό στη χωριστότητα, χάνει την επικοινωνία της με τον νου, σταματά να βλέπει προς αυτόν, εγκαταλείπει το όλον, και επικεντρώνεται στο να διοικεί το επιμέρους με δυσκολία πια. Έτσι σταδιακά φτάνει στο να το υπηρετεί, βυθιζόμενη σε μεγάλο βαθμό στα βάθη του επιμέρους πράγματος. Αυτό είναι το λεγόμενο «πτερορρόημα» κατά τον Πλάτωνα, φτάνει δηλ. στην κατάσταση να γίνει δέσμια του σώματος, χάνοντας λόγω των σφαλμάτων της το προνόμιο να διατηρείται αβλαβής. Περιοριζόμενη κατ’ αυτόν τον τρόπο από τα δεσμά, λειτουργεί διαμέσου των αισθήσεων αφού εμποδίζεται πια να ενεργεί με τον νου. Θάφτηκε και είναι μέσα στο «σπήλαιο». Παρά το πάθημά της, λόγω του ότι διατηρεί εν δυνάμει μέσα της το υπερβατικό στοιχείο, κάποια στιγμή ξαναστρέφεται προς τη νόηση, ελευθερώνεται από τη φυλακή της και ανέρχεται. Μετά την πτώση τους οι ψυχές, γίνονται «αμφίβιες», λέει ο Πλάτωνας, όντας αναγκασμένες να ζουν διαδοχικά μια στην ζωή του νοητού και μια στην εδώ ζωή.

Στη συνέχεια ο Πλωτίνος εξετάζει το γεγονός της καθόδου, λέγοντας ότι ναι μεν ο χαρακτήρας της καθόδου μπορεί να είναι εκούσιος, δηλαδή με τη θέλησή της η ψυχή να εισέρχεται στον αισθητό κόσμο και να υπόκειται σε πτώση, αλλά ταυτόχρονα είναι και ακούσιος λόγω του ότι μέσα της εν δυνάμει υπάρχουν οι ικανότητες να διοικήσει κάτι κατώτερο από αυτήν και να παράγει έργο, να δημιουργήσει. Αυτό σημαίνει ότι εάν η ψυχή παραμείνει για πάντα στην ηρεμία του ασώματου κόσμου, τότε ποτέ δεν θα ενεργοποιήσει τις δυνάμεις τις οποίες κατέχει και επιπλέον ούτε και η ίδια θα γνωρίζει ότι τις διαθέτει από τη στιγμή που δεν θα εκδηλώνονταν ποτέ ούτε θα αναπτύσσονταν. Από τη στιγμή όμως που αυτές οι δυνάμεις βρίσκονται μέσα στην ίδια τη φύση της ψυχής, είτε η επερχόμενη δράση τους είναι παθητική (ακούσια) είτε ενεργητική (εκούσια), γίνεται αναπόφευκτη λόγω της αιώνιας αναγκαιότητας του φυσικού νόμου. Αν λοιπόν, σύμφωνα με τον Πλωτίνο, κοιτάξουμε το θέμα αυτό από την συγκεκριμένη οπτική γωνία, θα δούμε πως η ψυχή δεν διαπράττει κάποιο είδος σφάλματος, αλλά πορεύεται σύμφωνα με τα όσα ο δημιουργός (θεός) της προσέδωσε από τη στιγμή της εκπόρευσής της.

Εάν από την άλλη πλευρά όμως πρόκειται για κακή χρήση των δυνατοτήτων της, από μέρους της ψυχής, τότε σ’ αυτήν την περίπτωση όντως υφίσταται σφάλμα. Το σφάλμα μπορεί να είναι διπλής φύσεως, είτε δηλαδή οφείλεται στις αιτίες της καθόδου,είτε στις κακές πράξεις της ψυχής όταν βρεθεί στον εδώ κόσμο. Τότε δια της θείας θεσπίσεως του νόμου της δικαιοσύνης, η ψυχή τιμωρείται. Στην πρώτη περίπτωση η τιμωρία είναι αυτόακριβώς που γνωρίζει με την κάθοδό της. Στην δεύτερη περίπτωση είναι η είσοδός της και μάλιστα σε πολύ σύντομο χρόνο, χωρίς ανάπαυλα, σε άλλα σώματα ανάλογα με την κρίση που της αξίζει. Ενώ αν η ψυχή επιδείξει ατελείωτο είδος κακίας κρίνεται άξια ακόμα μεγαλύτερης τιμωρίας, υπό την επιστασία «τιμωρών πνευμάτων».

Η ψυχή λοιπόν, όπως μας περιγράφει ο Πλωτίνος, αν και είναι θεϊκή και προέρχεται από τον θείο νου, εισέρχεται στο σώμα, ερχόμενη στον αισθητό κόσμο με μιαν αυτόματη ροπή. Σαν ένας μικρός θεός («έσχατης τάξεως θεός»), με τη δική της δύναμη, κοσμεί αυτό που έρχεται μετά από την ίδια (το κατώτερό της). Και αν φύγει σύντομα από την κατάσταση αυτή, δεν βλάπτεται καθόλου, αναχωρεί έχοντας αποκομίσει συνάμα τη γνώση του κακού και γνωρίζοντας τη φύση της κακίας, φέρνοντας σε εκδήλωση τις δυνάμεις της και παρουσιάζοντας τα έργα και τις δημιουργίες της.

Οι αιτίες, που μας παραθέτει ο Πλωτίνος, οι οποίες κάνουν δυσάρεστη την επικοινωνία της ψυχής με το σώμα, είναι δύο. Ότι το σώμα γίνεται «εμπόδιο» για τη νόηση και το ότι «τη γεμίζει» με «επιθυμίες» (ηδονές) και «λύπες». Διότι τίποτα από αυτά τα δύο δεν θα μπορούσε να υποστεί η ψυχή, αν δεν καταβυθίζονταν εντός του σώματος αλλά αντίθετα παρέμενε στο να το διοικεί και να το εποπτεύει, χωρίς να δίνει τον εαυτό της σ’ αυτό αλλά το σώμα να ανήκει σ’ εκείνη. Τέλος, το θετικό που αποκομίζει η ψυχή ερχόμενη στον αισθητό κόσμο, είναι οι εμπειρίες που εξέλαβε διαμέσου όλων αυτών που είδε και όλων αυτών που έπαθε όντας εκεί. Καθώς και το ότι γνώρισε τι σημαίνει να είσαι εκεί, αποκτώντας τη γνώση του τι πραγματικά είναι καλύτερο δια της αναλογικής σύγκρισης μεταξύ των αντιθέτων, του επάνω και του κάτω, του νοητού και του αισθητού.

Προς το τέλος της τρίτης πραγματείας (15) ο Πλωτίνος αναφέρεται στη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην ψυχή και στο σώμα, με ποιο τρόπο το σώμα εμψυχώνεται και ποιο μέρος της ψυχής είναι αυτό που εισέρχεται στο σώμα. Υποστηρίζει πως το κατώτερο μέρος της ψυχής είναι σε επαφή με το σώμα, ενώ όπως προείπαμε το ενδιάμεσο στρέφεται προς τη φροντίδα και το ανώτερο παραμένει ενωμένο με τον νου. Από αυτό προκύπτει πως η ψυχή δεν δίνεται ολοκληρωτικά στο σώμα, ούτε και όλες οι δυνάμεις της είναι παρούσες σ’ αυτό, παρά μόνον αυτές που είναι απαραίτητες για τη λειτουργία του. Η ψυχή, θα λέγαμε, ότι δίνει στο σώμα (αδρανής ύλη) την κινητήριο δύναμη, το ζωοποιεί όπως παρουσιάζεται από τον Πλωτίνο. Η ψυχή αποδίδει στο κάθε όργανο του σώματος την απαραίτητη δύναμη για το έργο του. Έτσι με αυτόν τον τρόπο κάθε εσωτερικό όργανο του σώματος, όπως και επίσης κάθε αισθητήριο όργανο μεταβαίνει σε λειτουργία, καθώς επίσης η αισθητηριακή δύναμη είναι παρούσα στο σύνολο του σώματος, για την εξυπηρέτηση της αισθητηριακής αντίληψης της ψυχής.

Η υπόλοιπη πραγματεία ως το τέλος της καθώς και οι επόμενες τρεις (16), είναι αφιερωμένες περί της αίσθηση και της μνήμης. Μέσα σ’ αυτές, ο Πλωτίνος εξετάζει το αν η αίσθηση είναι ίδιον της ψυχής και το αν η ψυχή έχει μνήμη. Συχνά υποστηρίζει αυτή του τη θεώρηση, παραθέτοντας απόψεις, κυρίως του Αριστοτέλη. Ξεκινώντας από την αίσθηση μας λέει, ότι είναι ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που η ψυχή προσδίδει σε κάθε μέρος του σώματος, ώστε μέσω αυτού να μπορεί να έχει την αισθητηριακή αντίληψη. Δια της αισθητηριακής αντίληψης, το σώμα γίνεται όργανο της ψυχής. Πρόκειται για την αντίληψη που σχηματίζει η ψυχή για τα αισθητά αντικείμενα, χρησιμοποιώντας το σώμα, διότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να έχει επαφή με αυτά παρά μόνο μέσω του σώματος. Η δύναμη της αίσθησης, λοιπόν, καθώς και της παρόρμησης (το επιθυμητικό) ανήκει στην ψυχή η οποία έχει την ικανότητα να αισθάνεται και να φαντάζεται. «…ώστε στην αισθητηριακή αντίληψη η ψυχή να επέχει θέση τεχνίτη και το σώμα θέση εργαλείου, όπου το σώμα δέχεται επιρροές και υπηρετεί, ενώ η ψυχή δέχεται τις επί του σώματος αποτυπώσεις ή τις διαμέσου του σώματος ή την κρίση που σχημάτισε από τα βιώματα του σώματος…» (3., 26.)

Κατανοούμε λοιπόν πως κατά τον Πλωτίνο, η αίσθηση είναι ένα εργαλείο της ψυχής το οποίο έχει την ικανότητα να της μεταφέρει όλα όσα υπόκειται το σώμα σε σχέση με το εξωτερικό του περιβάλλον. Είναι ουσιαστικά ένας μεταβιβαστής των ερεθισμάτων και των παθών του σώματος. Με τα όργανα του σώματος να λειτουργούν, άλλοτε σαν πομποί και άλλοτε σαν δέκτες.

Η μνήμη, μας λέει ο Πλωτίνος, ανήκει στην φαντασιακή δύναμη της ψυχής. Η φαντασιακή δύναμη της ψυχής βρίσκεται ανάμεσα στο ανώτερο μέρος της, το ενωμένο με τον νου και στο κατώτερο μέρος της που είναι στο σώμα, έχει την ικανότητα να λαμβάνει τις «εικόνες» σαν αντικαθρέπτισμα από το ανώτερο μέρος της όπου βρίσκεται σε επαφή με τον νου (μνήμη του νοητού κόσμου), αλλά επίσης έχει την ικανότητα να λαμβάνει και τις «εικόνες» από τον αισθητό κόσμο που αποτυπώνονται μέσω της αίσθησης στην αισθητηριακή της αντίληψη, τις επεξεργάζεται και κάνει έναν διαχωρισμό, κάποιες τις τοποθετεί στη μνήμη ως γνωστικά αντικείμενα και κάποιες άλλες τις απορρίπτει.

Η μνήμη των γνωστικών αυτών αντικειμένων που η ψυχή συλλέγει, σε σχέση με τα όσα «ζει» και λαμβάνει εν’ όσο βρίσκεται εντός του αισθητού κόσμου, χάνονται κατά κάποιο τρόπο και παύουν να ισχύουν όταν αυτή επιστρέφει στο νοητό κόσμο. Διότι όντας στρεφόμενη προς τον νου, έρχεται σε ένωση και εναρμονίζεται με αυτόν. Είναι τότε ένα με το όλον και διάκειται άτρεπτη προς τη νόηση, έχοντας επίγνωση του εαυτού της, ως ταυτιζόμενη και ενοποιημένη με το όλον. Όταν όμως στραφεί ξανά προς τον αισθητό κόσμο, αποχωριζόμενη την ενότητά της και αποδεχόμενη την ατομικότητά της, τότε ανακτά και πάλι τη μνήμη των πραγμάτων του αισθητού κόσμου που συνέλλεξε εν’ όσο βρισκόταν σ’ αυτόν. Πράγμα που σημαίνει ότι με την επιστροφή της στον νοητό κόσμο, η μνήμη αυτή δεν χάνεται ούτε καταστρέφεται, αλλά υπάρχει μέσα της σε λανθάνουσα κατάσταση. Ενώ αντίθετα η μνήμη που κατέχει από τον νοητό κόσμο, δεν παύει ποτέ να λειτουργεί στο ανώτερο μέρος της το οποίο είναι ενωμένο με αυτόν.

Ο Πλωτίνος δεν παραλείπει να αφιερώσει μία πραγματεία στην αθανασία της ψυχής17, παρόλο που σε όλο του το έργο είναι έκδηλη η πεποίθηση αυτή. Στο μεγαλύτερο μέρος της πραγματείας του, αντιμάχεται όλους όσους υποστηρίζουν ότι η ψυχή είναι ένα είδος υλικής υπόστασης και ότι υπόκειται σε φθορά, θέτοντας πλήθος επιχειρημάτων που αναιρούν την υπόθεση αυτή.

Ξεκινά την επιχειρηματολογία του, λέγοντας πως ότι είναι επιδεκτικό σε φθορά είναι σώμα, δεδομένου ότι αποτελείται από ύλη και όχι από «ουσία», έχει όγκο, μέγεθος, λαμβάνει γένεση και υπόκειται στο χρόνο. Διότι «γίνεται και καταστρέφεται, αλλά ποτέ δεν είναι πραγματικά» και αυτό που το κάνει να έχει ύπαρξη είναι η συμμετοχή του στο ον (μέχρι το βαθμό που μπορεί να μετέχει). Το σώμα δεν έχει δική του ζωή, λαμβάνει ζωή και γένεση (από την ψυχή) και εφόσον δεν είναι αυθύπαρκτο και αιώνιο, μεταβάλλεται και καταστρέφεται, γιατί η φύση του είναι πρόσκαιρη. Ολόκληρο το αισθητό αυτό σύμπαν το οποίο απαρτίζεται από σώματα, οφείλει την ύπαρξή του και τη γέννησή του στην ψυχή, αυτή είναι που το δημιουργεί και του δίνει ζωή όμοια με τη δική της.

Συνεχίζει την επιχειρηματολογία του (ο Πλωτίνος), περιγράφοντας τη φύση της ψυχής σε αντιδιαστολή με τη φύση των σωμάτων. Η ψυχή διαθέτει αφ’ εαυτής την ύπαρξη, δεν μετέχει στο ον αλλά είναι το όντως όν, το οποίο δεν υπόκειται σε γένεση ούτε σε φθορά. Έχει επίσης αφ’ εαυτού ζωή, η οποία είναι αδύνατον να καταστραφεί διότι δεν έχει εξωτερική προέλευση. Όντας ένα αυθύπαρκτο ον, προερχόμενο από τον νοητό κόσμο είναι άχρονη (αιώνια) δεν έχει μέγεθος, όγκο, υφή, σχήμα και χρώμα, δεν μεταβάλλεται, ούτε καταστρέφεται.

Δεδομένου επίσης ότι η ψυχή είναι η αρχή της ζωής για τα πράγματα του αισθητού κόσμου, οφείλει να είναι κάτι ανώτερο από αυτά. Άρα η ψυχή είναι αδύνατον να είναι οποιοδήποτε είδος σώματος. Συνεπώς η ανώτερη αυτή ουσία που έχει φύση πρωταρχικώς ζώσα, είναι κατ’ ανάγκην άφθαρτη και αθάνατη ως αρχή ζωής όλων των αισθητών πραγμάτων. Με την αναλυτική περιγραφή όλων αυτών, ο Πλωτίνος κάνει σαφές, ότι η ψυχή είναι συγγενική προς την «κατ’ εξοχήν θεϊκή και αιώνια φύση».

Θα ήθελα να τελειώσω αυτή τη διαδρομή μέσα στην τέταρτη Εννεάδα του Πλωτίνου, παραθέτοντας ένα μέρος από την πραγματεία αυτή: «… καθώς παραδεχόμαστε ότι κάθε θείο και όντως ον έχει μια αγαθή και έμφρονα ζωή, πρέπει μετά από αυτό να εξετάσουμε τη συνέχεια, αρχίζοντας από την ψυχή μας και βρίσκοντας ποια είναι η φύση της… να την εξετάσει αφαιρώντας ή μάλλον ο αφαιρών ας δει τον εαυτό του και ας πιστέψει ότι είναι αθάνατος, όταν θεαθεί τον εαυτό του ερχόμενο στο νοητό και καθαρό κόσμο. Πράγματι, θα δει έναν νου που βλέπει όχι κάτι αισθητό ούτε κάτι από τα θνητά πράγματα, αλλά κατανοεί το αιώνιο μέσω του αιώνιου στοιχείου του, και όλα τα πράγματα στην περιοχή του νοητού, κόσμος νοητός ο ίδιος και φωτισμένος, καταυγάζεται από την αλήθεια που προέρχεται από το αγαθό, αυτήν που στέλνει λάμψεις αλήθειας σε όλα τα νοητά. Έτσι πολλές φορές θα θεωρήσει ότι είναι σωστό αυτό που λέγεται: «Χαίρετε, εγώ είμαι για σας ένας αθάνατος θεός» που έχει ανέβει προς την περιοχή του θείου και έχει ατενίσει την ομοιότητα με αυτό. Εάν όμως η κάθαρσή μας οδηγεί σε γνώση του άριστου, τότε αναφαίνονται και οι επιστήμες που βρίσκονται στο ενδιάμεσο, εκείνες βέβαια που είναι πραγματικές επιστήμες. Διότι, φυσικά, όχι με το να τρέχει έξω η ψυχή «βλέπει την σωφροσύνη και την δικαιοσύνη» αλλά αυτήν καθαυτήν, στην κατανόηση του εαυτού της και αυτού που ήταν προηγουμένως,βλέποντάς τα σαν αγάλματα εγκατεστημένα σε αυτήν, έχοντάς τα καθαρίσει από τη σκουριά του χρόνου που τα είχε σκεπάσει…» (7., παρ. 10)

Πηγή