Του Κωνσταντίνου Δέδε
Μετά από 17 μήνες απραξίας, ήρθε επιτέλους σε δημόσια διαβούλευση ο νέος αναπτυξιακός Νόμος, δυστυχώς όμως, σε μια εντελώς ακατάλληλη στιγμή: την ώρα που στη χώρα μας…
επιβάλλονται νέα επαχθή δημοσιονομικά μέτρα, η αύξηση της φορολογίας καταδικάζει την επιχειρηματικότητα και τις επιχειρήσεις και μία νέα οικονομική ύφεση βρίσκεται προ των πυλών.

Παράλληλα, έχει δημιουργηθεί τεράστιο κενό, εξαιτίας του τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε μεταξύ του παλαιού Αναπτυξιακού Νόμου και του προς διαβούλευση. Στο διάστημα αυτό, πολλές επιχειρήσεις ξεκίνησαν τεράστιες επενδύσεις αναμένοντας την έναρξη του Αναπτυξιακού Νόμου το 2015, η οποία όμως πρόκειται να υλοποιηθεί στο δεύτερο μισό του 2016. Επειδή μέρος των συνολικών επενδύσεων που έχει ήδη υλοποιήσει μια νεοϊδρυθείσα επιχείρηση για εγκατάσταση, εξοπλισμό, μισθοδοσία κλπ., εντός του 2015 έχουν αποπληρωθεί, υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορεί να καταθέσει τα αντίστοιχα παραστατικά του έτους 2015 στις επιλέξιμες δαπάνες του έτους 2016. Επομένως, ακόμα και οι επιχειρηματίες που εξακολουθούν να πιστεύουν στο Ελληνικό επιχειρείν και προσπαθούν ατομικά να οδηγήσουν τη χώρα τους προς τον δρόμο της Ανάπτυξης, δυστυχώς η ολοένα μεγαλύτερη ύφεση τους ωθεί να την εγκαταλείπουν και να μετακοικούν στο εξωτερικό.

Επιπλέον, με το Σχέδιο του νέου Αναπτυξιακού Νόμου, τα ποσοστά επιχορήγησης είναι ιδιαίτερα χαμηλά σε όλες τις Περιφέρειες και γίνονται ακόμα χαμηλότερα, αφού λαμβάνεται υπόψη μόνο το 70% των ανώτατων επιτρεπόμενων ορίων και αυτό μόνο για τις νέες επιχειρήσεις, ενώ οι υφιστάμενες δεν δικαιούνται επιχορήγηση, παρά μόνο όσες εντάσσονται στις ειδικές κατηγορίες ενισχύσεων. Ειδικά στην υπάρχουσα οικονομική συγκυρία (ύφεση) και με τα προβλήματα των Τραπεζών, είναι ευνόητο ότι τα χαμηλά ποσοστά ενισχύσεων δεν συμβάλουν στην ανάπτυξη της οικονομίας.

Νέες ή υπό ίδρυση επιχειρήσεις, οι οποίες είναι λογικό να μην έχουν παρουσιάσει κέρδη, δεν επιχορηγούνται με κεφάλαια αλλά μόνο ως φοροαπαλλαγές ή λοιπές ενισχύσεις. Αυτό είναι αντίθετο σε κάθε λογική, καθώς οι επιχειρήσεις που χρειάζονται συνήθως φοροαπαλλαγές είναι οι ήδη υφιστάμενες, ενώ οι νέες επιχειρήσεις έχουν ανάγκη από κεφάλαια, ως αναπτυξιακά κίνητρα. Επομένως, με το να μην επιτρέπεται κεφαλαιουχική ενίσχυση σε νέες επιχειρήσεις δυσχεραίνεται τόσο η ανάπτυξή τους, όσο και η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, επιτείνοντας το ήδη τεράστιο πρόβλημα της ανεργίας, ειδικά ανάμεσα στους νέους πολίτες και δη τους νέους επιστήμονες.

Η Ελλάδα είναι μία πολύ ευνοημένη τουριστικά χώρα και λόγω κλίματος, αλλά και λόγω της γεωγραφικής της θέσης, τομέα στον οποίο θα έπρεπε να δώσει ιδιαίτερη έμφαση και έντονα επενδυτικά κίνητρα, τόσο για την σημαντική τόνωση της οικονομίας της και την εισροή χρημάτων στα άδεια ταμεία της, όσο και για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Αντίθετα, με τον νέο Αναπτυξιακό Νόμο, η δυνατότητα εξαίρεσης τουριστικών περιοχών, λόγω κορεσμού, από το καθεστώς ενίσχυσης μεταγενέστερα με υπουργική απόφαση, δημιουργεί στους επίδοξους επενδυτές μεγάλη ανασφάλεια δικαίου, καθώς ήδη μπορεί να έχει ξεκινήσει να μελετάται ή να υλοποιείται μία περίπλοκη και πολυέξοδη επένδυση σε μία συγκεκριμένη τοποθεσία και λίγο μετά η τοποθεσία αυτή να εκφύγει του πλαισίου ενίσχυσης λόγω κορεσμού.

Εύλογα, επομένως, δημιουργείται το ερώτημα: “ο προς διαβούλευση Αναπτυξιακός Νόμος είναι πράγματι αναπτυξιακός”;

*Δικηγόρος – Μέλος του τομέα Ανάπτυξης της ΝΔ