Οι πρώτες ζέστες κάνουν την άσφαλτο της οδού Σταδίου να αχνίζει και οι γκρίζοι όγκοι της πόλης δείχνουν ακόμα πιο μουντοί κάτω από τον καυτό ήλιο. Με το βλέμμα καρφωμένο στο…
πεζοδρόμιο, σηκώνεις πού και πού το βλέμμα μηχανικά καθώς προσπερνάς διαδοχικά χρωματιστές βιτρίνες, και εκεί στη διασταύρωση με τη Βουκουρεστίου η θέα μιας αμμουδιάς σε κάνει να κοντοσταθείς. Η θάλασσα σε όλες τις αποχρώσεις του γαλάζιου εξελίσσεται σε έναν βαθύ μπλε ουρανό και στο διπλανό τζάμι εμφανίζεται ένα καταπράσινο φαράγγι. Αναγκαστικά ξεστρατίζεις για να χαζέψεις και τη διπλανή βιτρίνα, που έχει κατακλυστεί από την πλούσια μεσογειακή βλάστηση.

«Βρίσκεσαι στο φαράγγι της Σαμαριάς», μου αποκαλύπτει την έμπνευσή της η Αλεξάνδρα Κεχαγιόγλου, που βρίσκεται στην Αθήνα για να παρακολουθήσει την τοποθέτηση των υφαντών επιφανειών που έχει φιλοτεχνήσει για τη βιτρίνα του οίκου Hermès.

Γεννημένη στο Μπουένος Αϊρες, ανήκει στην τρίτη γενιά μεταναστών που έφυγαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από τη Μικρά Ασία, για να καταλήξουν στην Αργεντινή και να διαπρέψουν… χάρη στον αργαλειό της γιαγιάς Ελπινίκης. Η σκληρή δουλειά κυοφόρησε μια μεγάλη βιοτεχνία χαλιών, που σήμερα αποτελεί υγιές επιχειρηματικό πρότυπο για όλη τη Λατινική Αμερική. Μεγαλωμένη κυριολεκτικά μέσα στα χαλιά, η Αλεξάνδρα μετουσιώνει την οικογενειακή παράδοση σε τέχνη. «Στην αρχή ένιωθα ότι είχα την υποχρέωση να ακολουθήσω τη μοίρα μου. Η γιαγιά μου είχε τον αργαλειό, ο πατέρας μου δημιούργησε μια μεγάλη επιχείρηση, εγώ; Ξεκίνησα να σπουδάζω οικονομικά και επικοινωνία, όμως στο πρώτο δίμηνο τα παράτησα και ξεκίνησα την αναζήτηση. Απευθύνθηκα σε συμβούλους καριέρας, ακόμα και σε αστρολόγους, και όλοι μου έλεγαν ότι πρέπει να ασχοληθώ με την υφαντική, όμως εγώ ενδιαφερόμουν μόνο για την τέχνη. Δεν ήθελα άλλα χαλιά. Ηθελα να απελευθερωθώ. Σπούδασα καλές τέχνες στο IUNA (Instituto Nacional del Arte) και αναζητούσα το δικό μου μέσο έκφρασης. Πειραματίστηκα με ζωγραφική, φωτογραφία, βίντεο, installations, μέχρι που ανακάλυψα, με τη βοήθεια του πατέρα μου, ένα ειδικό πιστόλι ύφανσης. Ξαφνικά όλα βρήκαν τη θέση τους. Θα συνέχιζα την υφαντική οικογενειακή παράδοση μέσα από την τέχνη». Στα έργα της -μεγάλες υφαντές επιφάνειες και χαλιά- πρωταγωνιστεί η φύση και πιο συγκεκριμένα τα βοσκοτόπια (pastizales) της Αργεντινής, που σταδιακά χάνονται εξαιτίας της εντατικής γεωργίας και υπερεκμετάλλευσης. «Οταν ξεκίνησα να δουλεύω πάνω σ’ αυτή την ιδέα, ήταν η πρώτη φορά που πέρασε από το μυαλό μου τι θα έλεγε η γιαγιά Ελπινίκη για τα έργα μου, σκεφτόμουν την κληρονομιά που μου άφησε και κάπου εκεί κατάλαβα ότι είμαι έγκυος. Συνειδητοποίησα ότι υπήρχε ένας παραλληλισμός. Η δική μου γενετική γραμμή που συνεχιζόταν και εκείνη της φύσης που κινδύνευε να “κοπεί”. Ημουν πλέον σίγουρη ότι ο ρόλος μου ως καλλιτέχνιδας είναι να απαθανατίσω στα υφαντά μου φυσικά τοπία που εξαφανίζονται».

Η δουλειά της κινείται στο μεταίχμιο μεταξύ τέχνης, design και χρηστικότητας. «Συνδεδεμένα με τη θρησκεία, τα όνειρα, το αίσθημα ασφάλειας και άνεσης, τα χαλιά σού υπενθυμίζουν ένα αρχετυπικό συναίσθημα. Οταν ένας ενήλικος κι ένα παιδί κάθονται στο πάτωμα, κάτι μαγικό συμβαίνει, η σχέση μετασχηματίζεται και όσα εμπόδια και να υπάρχουν, ξεπερνιούνται. Και, από την άλλη, μου αρέσει να βλέπω την επίδραση που έχουν στους ανθρώπους. Τα χαλιά είναι κομμάτια προς χρήση και κομμάτια που πρέπει να φροντίσεις για να μη χαλάσουν. Οπως ακριβώς είναι και η φύση».

Το άστρο της έλαμψε στην πασαρέλα της φθινοπωρινής κολεξιόν του Dries Van Noten τον Σεπτέμβριο του 2011. Και αυτό χάρη στα social media. O λογαριασμός που διατηρεί στο Ιnstagram (και σήμερα αριθμεί 36.500 followers!) έγινε αφορμή να την εντοπίσει ο Βέλγος σχεδιαστής μόδας και να κάνει το ντεμπούτο της στη διεθνή καλλιτεχνική σκηνή. Τα υπόλοιπα ήρθαν γρήγορα. Μετά τη συνεργασία της με τον Hermès σε Αθήνα και Λονδίνο θα συμμετάσχει στην ετήσια έκθεση Art Basel στην Ελβετία, ενώ έχει ήδη προγραμματισμένες συνεργασίες σε όλο τον κόσμο, από την Ταϊβάν και τη Μελβούρνη μέχρι τη Νέα Υόρκη και την Ιταλία.

Η ελληνικότητα είναι μέρος της ζωής της. «Δεν μιλάω Ελληνικά, δεν γνώρισα ποτέ τη γιαγιά μου, όμως η ελληνική κοινότητα είναι μέρος της ζωής μου, έχω βαφτιστεί και ο πατέρας μου είναι… πολύ Ελληνας. Αγαπάει την οικογένεια, τη μουσική, το φαγητό, είναι φωνακλάς και έχει πάντα (ή σχεδόν πάντα) δίκιο! Ο πεντάχρονος γιος μου περιφέρεται παντού και λέει ότι είναι Ελληνας». Σήμερα αισθάνεται ότι επιστρέφει στο σημείο εκκίνησης, εκεί από όπου ξεκίνησαν όλα. «Η βιτρίνα του Hermès συμβολίζει για μένα το ταξίδι που ολοκληρώθηκε. Η υφαντική που έμαθε η γιαγιά μου σε αυτή την πλευρά της Ευρώπης ταξίδεψε για λίγο στην Αργεντινή, πήρε μια νέα μορφή και σήμερα επιστρέφει στην πατρίδα της».

Ο οίκος HermEs, στο πλαίσιο του προγράμματος «Artist window» (παράθυρο στην τέχνη), ζητά από καλλιτέχνες σε όλο τον κόσμο να δημιουργήσουν διασκεδαστικές και ευφάνταστες βιτρίνες για τα καταστήματά του σε όλο τον κόσμο.

Πηγή