Γράφει ο Νίκος Μηλαπίδης 
Στην Ελλάδα η ιστορία της χώρας διδάσκεται αποσπασματικά με κορμό τους θριάμβους και αποσιώπηση των καταστροφών. Τα διδάγματα της ελληνικής Ιστορίας, δεν συζητούνται…
επίσης ευρέως, γιατί η δημόσια συζήτηση για τα λάθη είναι άβολη.

Στις 22 Μαΐου 2016 η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ επέβαλε στη χώρα ένα μηχανισμού δημοσιονομικού ελέγχου στο διηνεκές. Ένα Υπερμνημόνιο. Αυτό είναι το τίμημα της παντελούς κυβερνητικής ανεπάρκειας. Η δέσμευση της χώρας σ’ ένα ιδιότυπο καθεστώς δημοσιονομικού ελέγχου με τρεις πρωτόγνωρους για τα ευρωπαϊκά δεδομένα όρους:

Την «ανεξάρτητη» Γεν. Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, με την οποία η αρμοδιότητα της άσκησης φορολογικής πολιτικής θα βρίσκεται στα χέρια του διορισμένου Γενικού Γραμματέα.
Το απολύτως ελεγχόμενο από τους δανειστές «ΥπερΤαμείο», στο οποίο μεταφέρεται η κινητή και ακίνητη περιουσία του Δημοσίου για 99 χρόνια «όπως-όπως», χωρίς αποτίμησή της και χωρίς διαφανείς όρους αξιοποίησης.
Τον συμπληρωματικό δημοσιονομικό «κόφτη» επί μισθών και συντάξεων, όταν δεν θα πιάνονται οι στόχοι.
Αυτοί είναι οι όροι της νέας άτακτης συνθηκολόγησης της χώρας.

Σκληροί και πρωτόγνωροι όροι, γιατί η Ελλάδα πρώτη φορά λογίζεται ως κράτος εκτός ευρωπαϊκής κανονικότητας. Οι ευθύνες των δανειστών μας δεν πρέπει να παραγνωρίζονται. Ούτε, βέβαια, και το πλεόνασμα εθνικής αναξιοπιστίας, που συσσωρεύθηκε τα προηγούμενα χρόνια και κορυφώθηκε με την κυβέρνηση Τσίπρα – Καμμένου. Ωστόσο, είναι η πρώτη κυβέρνηση απ’ όσες ανέλαβαν τις τύχες της χώρας μετά την χρεωκοπία της, που προκαλεί σε διάστημα 18 μηνών τόση μεγάλη απώλεια εθνικής ισχύος. Το άλλοτε ποτέ αντιμνημονιακό μπλοκ, που κυβερνά, εκχώρησε τη διοίκηση του κράτους στους δανειστές, παραδεχόμενο την ανυποληψία και την αφερεγγυότητά του.

Οι «αυταπάτες» και οι «περήφανες» διαπραγματεύσεις κόστισαν 86 δισ., σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα και έκαμψαν το ηθικό των πολιτών, που πίστεψαν στο σκίσιμο των μνημονίων και δυστυχώς παγίωσαν την αντίληψη στους δανειστές, ότι στην Ελλάδα άλλος τρόπος από την σκληρή κηδεμονία δεν υπάρχει.

Δεν είναι η πρώτη φορά στην ελληνική Ιστορία, που επιβάλλεται Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος. Το 1893 ο Χ. Τρικούπης ανακοινώνει την πτώχευση της ελληνικής Δημοκρατίας. Το διάστημα 1893 – 1897 η αδυναμία εθνικής συνεννόησης (εθνικό κουσούρι), για να συνομολογηθεί συμφωνία με τους τότε δανειστές και κυρίως ο «ατυχής» ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897, οδήγησαν στην πρώτη απώλεια της δημοσιονομικής κυριαρχίας του ελληνικού κράτους.

Με τη διαμεσολάβηση των Μεγάλων Δυνάμεων, η χώρα δεν είχε εδαφικές απώλειες και της επιβλήθηκε Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (ΔΟΕ), ως προϋπόθεση, για να συναφθούν δάνεια α) για την καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων στην Τουρκία, β) για την εξυπηρέτηση του ελλείματος του εθνικού προϋπολογισμού, γ) για την αναδιάρθρωση τού (ήδη συσσωρευμένου τότε) χρέους και δ) για τα έξοδα σύναψης δανείου. Στις 10 Μαρτίου 1898 η τότε Βουλή υπερψήφισε το Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο.

Τόσο το 2010 όσο και το 1893, του «δυστυχώς επτωχεύσαμεν», την αδυναμία πληρωμών της χώρας, ακολουθεί πολιτική αστάθεια, που οφείλεται στον κοινωνικό διχασμό, που συντηρεί το από τότε πανίσχυρο τέρας του λαϊκισμού. Η απουσία πολιτικής συναίνεσης για την κατάληψη της εξουσίας, αφήνει μετέωρες τις όποιες μεταρρυθμίσεις. Η φτωχοποίηση και η ταπείνωση γίνονται τελικά καθημερινότητα.

Η αναβίωση των Ολυμπιακών αγώνων το 1896, τρία χρόνια μετά την πτώχευση του ελληνικού κράτους και οι Ολυμπιακοί του 2004, έξι χρόνια πριν την νεότερη πτώχευση, μόνο ως ειρωνεία της Ιστορίας μπορεί να καταγραφεί. To “déjà vu” είναι ανατριχιαστικό:

Ως τραγωδία ή ως φάρσα η Ιστορία όντως επαναλαμβάνεται. Όλοι έχουμε ευθύνη να την γνωρίζουμε, για να αποτρέπουμε την επανάληψή της. Με μεταρρυθμίσεις και συναινέσεις. Μόνο μ’αυτό τον τρόπο θα αντισταθούμε – δια της ψήφου μας – στους δημαγωγούς πολιτικούς, που διψούν για εξουσία, καλλιεργώντας τα πάθη και τον εθνικό διχασμό.

Οι τότε εκπρόσωποι του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα το 1898. Το γραφείο των εκπροσώπων του ΔΟΕ στο Κολωνάκι στον οδό Πατριάρχου Ιωακείμ έκλεισε το 1978.
Η σκληρή δημοσιονομική επιτήρηση έληξε το 1978 με νόμο του Θανάση Κανελλόπουλου. Στο έγγραφό του, που συνόδευε το νομοσχέδιο, έγραφε δηκτικά, ότι με το νομοσχέδιο για τη διάλυση της Διεθνούς Οικονομικής Επιτροπής όχι μόνον δεν προκαλείται δαπάνη εις βάρος του Προϋπολογισμού, αλλά εξοικονόμηση περίπου τετρακοσίων χιλιάδων δραχμών, που αντιστοιχούσαν στα έξοδα λειτουργίας της ΔΟΕ.

Η Ελλάδα μένει και σήμερα – όπως και τότε – απαξιωμένη στο εξωτερικό, εξαιτίας της ανεπάρκειας τού πολιτικού προσωπικού της και καθημαγμένη στο εσωτερικό από τον φθηνό λαϊκισμό «των ανώδυνων λύσεων». Και ξανά προς τη δόξα τραβά…

Πηγή