Του Νίκου Ανδρουλάκη
Οι οιωνοί στο κρίσιμο, για την Ελλάδα, ζήτημα της Συμφωνίας ΕΕ – Τουρκίας για το προσφυγικό δεν είναι καλοί. Πρέπει να είμαστε ειλικρινείς…
η συμφωνία λειτουργεί προσχηματικά για την Ευρωπαϊκή Ένωση και ειδικά για την Γερμανία ώστε να μπορεί να επικαλεσθεί επιτυχίες, έστω και προσωρινές, στην προσπάθεια μείωσης των προσφυγικών ροών. Πριν από δυο μήνες όταν με τυμπανοκρουσίες η κ. Μέρκελ και ο κ. Ερντογάν είχαν ανακοινώσει την συμφωνία για τον περιορισμό των προσφυγικών ροών από την Τουρκία προς τα Ελληνικά νησιά είχα εκφράσει, μαζί με πολλούς συναδέλφους μου, σοβαρές αμφιβολίες για την λειτουργικότητα και την νομιμότητα αυτής.

Η συμφωνία προέβλεπε ότι η Τουρκία θα συνεργαζόταν για να ελεγχθεί το εμπόριο ελπίδας που διεξάγεται στα Τούρκικα παράλια. Επίσης, θα έπρεπε να δέχεται στο έδαφος της τους προσφυγές που είχαν φτάσει στα Ελληνικά νησιά από την 20η Μαρτίου και έπειτα. Σε αντάλλαγμα μια συμμαχία προθύμων, εκ των κρατών μελών της ΕΕ, θα δέχονταν να φιλοξενήσουν στο έδαφος τους ισόποσο αριθμό προσφύγων, ο οποίος θα μετεγκαθίστατο απευθείας από την Τουρκία. Η Συμφωνία προέβλεπε επίσης ένα ιδιαίτερα γενναιόδωρο πακέτο βοήθειας, επανέναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων και απελευθέρωση στο καθεστώς θεωρήσεων εισόδου για τους Τούρκους πολίτες. Το τελευταίο αποτελούσε σημαντικό δέλεαρ για την Τουρκία. Ο κ. Ερντογάν θα έσπευδε να ισχυριστεί ότι το νέο καθεστώς θεωρήσεων επιβεβαίωνε την γεωπολιτική ενίσχυση που έχει συντελεσθεί επί των ημερών του.

Ωστόσο, η απελευθέρωση στο καθεστώς θεωρήσεων εισόδου δεν είναι απλό ζήτημα. Με δεδομένο μάλιστα τον κίνδυνο της τρομοκρατίας αλλά και το γεγονός ότι η Τουρκία δέχεται στο έδαφος της σχεδόν τους πάντες με ελάχιστες προϋποθέσεις η ΕΕ απαιτούσε, και δικαίως, τεχνικές και νομοθετικές παρεμβάσεις αλλά και συγκεκριμένα βήματα εκδημοκρατισμού για να άρει το καθεστώς θεωρήσεων.

Σήμερα οι εξελίξεις φαίνεται να επιβεβαιώνουν τις αρχικές δυσοίωνες προβλέψεις. Ο κ. Ερντογάν δεν φαίνεται να είναι διατεθειμένος να κάνει ουσιαστικές παραχωρήσεις από το αυταρχικό μοντέλο διακυβέρνησης που έχει στο μυαλό του. Αντίθετα, η ίδια η ιδέα της δημοκρατίας στην Τουρκία φαίνεται να είναι σε άμυνα. Ο νέος «αντιτρομοκρατικός» νόμος προβλέπει την κατάργηση της βουλευτικής ασυλίας για όσους «κάνουν προπαγάνδα υπέρ της τρομοκρατίας». Ουσιαστικά ο νέος νόμος αναμένεται να χρησιμοποιηθεί για να στείλει στη φυλακή τους Κούρδους βουλευτές του HDP καθώς και δημοσιογράφους οι οποίοι στηλιτεύουν την εγκληματική πολιτική της Άγκυρας στις νότιο ανατολικές επαρχίες της χώρας. Με την δίωξη των βουλευτών ο κ. Ερντογάν πυροδοτεί τη διαμάχη με τους Κούρδους, έχοντας ως στόχο να ενισχύσει τον ρόλο του ως ισχυρός άνδρας της χώρας.

Επιπρόσθετα η αποπομπή του κ. Νταβούτογλου, ο οποίος είχε αναλάβει και την διαμόρφωση της Συμφωνίας από την πλευρά της Τουρκίας, διευκολύνει την υπονόμευση της από την πλευρά της Άγκυρας. Η αντικατάσταση του κ. Νταβούτογλου εξυπηρετεί βέβαια και ευρύτερους σχεδιασμούς του κ. Ερντογάν αλλά στο βαθμό που ο τέως Πρωθυπουργός είχε ταυτισθεί με την Συμφωνία, μειώνει το πολιτικό κόστος της αθέτησης της.

Ακόμα χειρότερα η Συμφωνία δεν φαίνεται να λειτουργεί στο σκέλος των επιστροφών. Μέχρι τις 13 Μάιου μόνο 177 άτομα είχαν μετεγκατασταθεί από την Τουρκία με βάση τον κανόνα 1/1. Οι αιτίες για αυτή την απογοητευτική κατάσταση είναι σύνθετες. Γραφειοκρατικές διαδικασίες στην Τουρκία, περιορισμένη προσφορά θέσεων από τα Κράτη -Μέλη και χλιαρή διάθεση συνεργασίας από τις Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

Αυτές οι εξελίξεις δεν είναι ενθαρρυντικές για την θέση της χώρας μας. Ο κίνδυνος για εμάς είναι ότι ο κ. Ερντογάν για άλλη μια φορά θα εργαλειοποίηση το προσφυγικό ανοίγοντας την κάνουλα της ροής προσφύγων. Ο στόχος του δεν είναι η Ελλάδα. Θέλει να δώσει ένα μήνυμα στην Ευρώπη για το πόσο ισχυρός είναι. Το πρόβλημα όμως θα το έχουμε κυρίως εμείς γιατί από τη στιγμή που τα σύνορα βόρεια της Ελλάδας είναι κλειστά, η χώρα μας θα μεταβληθεί σε ένα απέραντο hot-spot.

Δυστυχώς σε όλες αυτές τις εξελίξεις η Ελλάδα είναι απούσα. Ακόμα χειρότερα η κυβέρνηση συμπεριφέρεται σαν να είναι όλα φυσιολογικά στις σχέσεις μας με την Τουρκία. Ο κ. Τσίπρας πρέπει να θέσει το ζήτημα της εφαρμογής της κατά τη επίσκεψη του στην Κωνσταντινούπολη και να ζητήσει από τον κ. Ερντογάν να τηρήσει την λόγο του.

Ευθύνες έχει βεβαία και η Ευρώπη και ειδικά η κα. Μέρκελ που έχει αναδείξει τον κ. Ερντογάν στο επίπεδο του παίχτη με δικαίωμα αρνησικυρίας επί της ενωσιακής πολιτικής για το προσφυγικό. Η Ευρώπη πρέπει να καταλάβει ότι η λύση στο προσφυγικό ζήτημα της Ευρώπης δεν μπορεί να είναι στα χέρια μιας μη Ευρωπαϊκής χώρας.

Εξίσου προβληματική είναι και η αμφισημία της κας Μέρκελ. Ο μετεωρισμός μεταξύ της «πρόσκλησης» των προσφύγων το καλοκαίρι του ’15 και της σιωπηρής ενθάρρυνσης της πολιτικής των κλειστών συνόρων από ορισμένα Ευρωπαϊκά κράτη έχει επιδεινώσει την προσφυγική κρίση και τις συνέπειες της.

Υπάρχει ακόμα ένα σοβαρό θέμα και έχει να κάνει ακριβώς με την αυξανομένη θέση ισχύος του Τούρκου Προέδρου. Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι όσο περισσότερο έλεγχο έχει ο κ. Ερντογάν, τόσο πιο απρόβλεπτη είναι η Τουρκική εξωτερική πολιτική. Με δεδομένο ότι ο Ερντογάν βρίσκεται μόλις ένα βήμα από την επισημοποίηση της απόλυτης εξουσίας δεν είναι παράλογο να θεωρούμε ότι το μέλλον διαγράφεται δυσοίωνο.