Την πρόταση της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, έκτασης 100 σελίδων, έδωσε στη δημοσιότητα ο πρόεδρός της καθηγητής Κώστας Γαβρόγλου. Η πρόταση είναι …
ένα τμήμα των πορισμάτων της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων (π.χ. δεν περιλαμβάνονται θέματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης), η οποία συνέταξε το παρόν κείμενο, στο πλαίσιο του λεγόμενου «εθνικού διαλόγου». Σημειώνουμε ότι στον εν λόγω «διάλογο» κλήθηκαν να καταθέσουν προτάσεις εκτός των ομοσπονδιών της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας των εκπαιδευτικών, των βουλευτών, των πρυτάνεων, κ.λπ. και οι πρώην υπουργοί Παιδείας Μαριέττα Γιαννάκου, Διαμαντοπούλου και  Αρβανιτόπουλος (οι δυο τελευταίοι έστειλαν υπομνήματα), αφού το αστικό κράτος «έχει συνέχεια», καθώς και οι Μορφωτικοί Ακόλουθοι των χωρών της Ευρωζώνης.

Πρόκειται για μια έκθεση ιδεών, όπου βρίθουν τα συνεχή «θα πρέπει» -ένα διαρκές, δηλαδή, ευχολόγιο- και περιγράφονται δράσεις που θα διαμορφώσουν, υποτίθεται, στο πλαίσιο του σημερινού εκμεταλλευτικού οικονομικοκοινωνικού συστήματος, που δημιουργεί πλήθος ανισοτήτων μεταξύ της νέας γενιάς και καθιστά ανέκδοτο τις «ίσες ευκαιρίες στη μόρφωση»,  έναν «μορφωμένο νέο με δημοκρατικό ήθος και κριτική σκέψη».

Αυτός ο θαυμαστός στόχος θα πραγματωθεί στο έδαφος του καπιταλισμού, όπου η γνώση ταυτίζεται με το συμφέρον της αστικής τάξης και την ικανοποίηση των τρεχουσών αναγκών της αγοράς, συνεπώς επιδιωκόμενος στόχος δεν είναι η καλλιέργεια κριτικής σκέψης, αλλά η άκριτη αποδοχή της «αλήθειας» της κυρίαρχης τάξης και της ιδεολογίας της. Πρόκειται επίσης για προτάσεις δομημένες με παλιά υλικά πρότερων εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων, καθώς και υλικά παρμένα από θεωρίες του αστικού εκσυγχρονισμού, που έχουν βρει απήχηση στα εκπαιδευτικά συστήματα των χωρών της ΕΕ, με γνώμονα την προώθηση της «ανταγωνιστικότητας», της «αποτελεσματικότητας», της «ευελιξίας», κατευθύνσεις που στη χώρα μας προωθήθηκαν ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια (την αρχή έκανε η Γιαννάκου και τους ρυθμούς επιτάχυναν έντονα οι Διαμαντοπούλου-Αρβανιτόπουλος).

Οι προτάσεις της Επιτροπής χωρίζονται σε τρεις ενότητες, ανάλογα με το χρονοδιάγραμμα υλοποίησής τους. Διακρίνονται σε Βραχυπρόθεσμες (Ιούνιος 2016 – Νοέμβριος 2016), Μεσοπρόθεσμες (Δεκέμβριος 2016 – Μάιος 2018) και Μακροπρόθεσμες (Ιούνιος 2018 – Μάιος 2022).

Στο άρθρο αυτό επισημαίνουμε χαρακτηριστικά σημεία της Εκθεσης Γαβρόγλου.

♦ Το Πόρισμα σημειώνει ότι «βασική αρχή» της μεταρρύθμισης και «κεντρική πολιτική επιλογή» είναι η «αυτονομία της σχολικής μονάδας», η οποία διακρίνεται σε παιδαγωγική, διοικητική και οικονομική. Η παιδαγωγική αυτονομία εντάσσεται στις βραχυπρόθεσμες προτεραιότητες, ενώ η διοικητική στις μακροπρόθεσμες. Για ευνόητους λόγους δεν αναφέρεται σε ποιο χρονοδιάγραμμα εντάσσεται η οικονομική αυτονομία, που είναι και η «ταμπακιέρα» της όλης υπόθεσης.

Σύμφωνα με την Εκθεση «η παιδαγωγική αυτονομία αφορά τη μεγαλύτερη συμμετοχή των εκπαιδευτικών στα προγράμματα σπουδών, στις διδακτικές μεθόδους, στην επιλογή του εκπαιδευτικού υλικού, την επιλογή του τρόπου αξιολόγησης των μαθητών, κ.λπ. Η διοικητική αυτονομία, σχετίζεται με την έννοια της αποκέντρωσης, όπου οι διαφορετικές εκπαιδευτικές περιφέρειες έχουν την υποχρέωση να προσαρμόσουν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ανάλογα με το επίπεδο αυτονομίας που τους προσφέρεται, τις βασικές εκπαιδευτικές πολιτικές οι οποίες εκπορεύονται από το Υπουργείο Παιδείας. Η οικονομική αυτονομία, αναφέρεται στη δυνατότητα που δίνεται στη σχολική μονάδα να διαχειριστεί τους πόρους της ή να αναζητήσει πρόσθετους».

Τα παραπάνω έχει διατυπώσει και ο Λιάκος της Επιτροπής Διαλόγου με άλλα λόγια. Αυτός μίλησε για την «ενηλικίωση του εκπαιδευτικού συστήματος», τον «απογαλακτισμό από το μεγάλο προστατευτικό και παρεμβατικό κράτος».

Τα παραπάνω, προείπαν οι πασόκοι από την εποχή που υπουργός Παιδείας ήταν ο Γιωργάκης Παπανδρέου (αυτός κατάφερε να ξεσηκώσει εναντίον του την εκπαιδευτική κοινότητα με την απόπειρα αποκέντρωσης), ενώ η Διαμαντοπούλου με το Νέο Σχολείο της αγοράς έδωσε μια θεωρητική νότα στο εν λόγω εγχείρημα (Πρόγραμμα σπουδών: «Ανοικτό και ευέλικτο ως προς τον εκπαιδευτικό ο οποίος θα έχει δυνατότητα παρέμβασης και αυτενέργειας στο περιεχόμενο και μέθοδο διδασκαλίας· ως προς τη διαδικασία σύνταξης όπου συμμετέχουν μάχιμοι εκπαιδευτικοί, εκπρόσωποι των επιστημονικών κλάδων και των ειδικών φορέων της πολιτείας· και επίσης ως προς τον μαθητή»).

Οι συριζαίοι είναι μανούλες στην παραπλάνηση, γι’ αυτό και προσδίδουν στην «αυτονομία» δημοκρατικό και παιδαγωγικό άρωμα, που αντανακλά δήθεν την ενεργητική συμμετοχή των εκπαιδευτικών στην κατάρτιση των προγραμμάτων σπουδών και τη διοίκηση της σχολικής μονάδας. Ξέρουν, όμως, καλά πως η αστική τάξη, τα συμφέροντα της οποίας ανέλαβαν να υπηρετήσουν, ουδέποτε επέτρεψε παρεκκλίσεις από το ρόλο που έχει αναλάβει να παίξει το σχολείο στον καπιταλισμό, ενώ η παρέμβαση των εκπαιδευτικών επιτρέπεται να έχει πάντα περιορισμένο και  διακοσμητικό ρόλο, που δεν αναιρεί το περιεχόμενο και τις κατευθύνσεις που ορίζονται άνωθεν σε κεντρικό επίπεδο.

Τα «διαφοροποιημένα» προγράμματα σπουδών, ακόμα κι αν δεν αναιρούν την ουσία, οδηγούν  με μαθηματική ακρίβεια στην κατηγοριοποίηση των σχολείων ανάλογα με την κοινωνική προέλευση του μαθητικού πληθυσμού και την περιοχή στην οποία αυτά ανήκουν, στον διαχωρισμό τους σε «καλά» και «κακά», ανάλογα με τις επιδόσεις των μαθητών, που έχουν πάντα κοινωνικοοικονομικά αίτια, στην αναζήτηση πόρων από «τρίτους», γιατί μόνον έτσι μπορεί να βελτιώσει ένα σχολείο την υλικοτεχνική του υποδομή και τις δραστηριότητες τις οποίες αυτό αναλαμβάνει, αφού η δημόσια χρηματοδότηση είναι οικτρή, στην εισδοχή, τέλος, των επιχειρήσεων και των κάθε λογής «χορηγών», συμπεριλαμβανομένης και της «τσέπης των γονιών»,  μέσα στο δημόσιο σχολείο. Εξ ου και η «οικονομική αυτονομία», που γίνεται πλέον και επίσημα στόχος.

Η διοικητική αυτονομία που «σχετίζεται με την έννοια της αποκέντρωσης» οδηγεί όχι μόνο στην παρέμβαση των τοπικών παραγόντων και των επιχειρηματιών της κάθε περιοχής στο εκπαιδευτικό γίγνεσθαι. Αυτή θα είναι μόνο η αρχή. Η συνέχεια θα αφορά και την επιλογή και τους διορισμούς των εκπαιδευτικών, με συνέπεια τη δημιουργία εκπαιδευτικών πολλών ταχυτήτων και σε επίπεδο περιφέρειας και δήμων.

♦ Επανέρχεται άμεσα η «αυτοαξιολόγηση» της σχολικής μονάδας. Βραχυπρόθεσμα ορίζεται ότι πρέπει να γίνει ο επαναπροσδιορισμός του νομοθετικού πλαισίου, μεσοπρόθεσμα η ψυχολογική προετοιμασία των εκπαιδευτικών (ενημέρωση-επιμόρφωση), για να μην τους πέσει βαριά αυτή η εξέλιξη, μιας και οι συριζαίοι προεκλογικά διατυμπάνιζαν ότι καταργούν την αξιολόγηση (η Διαμαντοπούλου είχε πει ότι η αυτοαξιολόγηση γίνεται στην αρχή, ώστε να μη δημιουργηθεί άγχος στους εκπαιδευτικούς), καθώς και η πρώτη υλοποίηση των διαδικασιών και μακροπρόθεσμα η αξιολόγηση της πρώτης υλοποίησης.

Κοντολογίς, από τον Δεκέμβρη του 2016 θα αρχίσουν τα όργανα. Η Εκθεση, βέβαια, ισχυρίζεται ότι αυτή η αυτοαξιολόγηση πρέπει να έχει στόχο «τη βελτίωση και όχι την επιβολή κυρώσεων». Τα ίδια, όμως, επικαλούνταν και όλοι οι υπουργοί Παιδείας που επιχείρησαν την επαναφορά της αξιολόγησης στο σχολείο («μη τιμωρητική», «ανατροφοδοτική» και τα ρέστα).

Σκοπίμως υποκρύπτεται το γεγονός ότι η αξιολόγηση συνδέεται άμεσα με το βαθμό και το μισθό στο μισθολόγιο των δημόσιων υπαλλήλων, καθώς και με τις απολύσεις, σύμφωνα ακόμα και με τον Ν.1566/85 και τον δημοσιοϋπαλληλικό κώδικα. Αποτελεί δε, βασικό μοχλό τρομοκράτησης, πειθάρχησης, αλλά και μηχανισμό ελέγχου και περιορισμού του αριθμού των εργαζόμενων στο δημόσιο.

Εκείνο που πρέπει να έχουμε κατά νου είναι ότι στον καπιταλισμό η αξιολόγηση θα έχει πάντα τιμωρητικό χαρακτήρα. Αυτός θα αφορά κυρίως τους εκπαιδευτικούς που συγκρούονται σθεναρά με την αστική ιδεολογία και αντιστέκονται στα νομοθετήματα και τις πράξεις που προωθούν τα συμφέροντα της αστικής τάξης στην εκπαίδευση. Οι άλλοι, που θα κρίνονται απλώς «επαρκείς» θα φυτοζωούν, θα επιβιώνουν με το διαρκές άγχος της διατήρησης της θέσης τους και του μισθού τους, θα γίνονται οσφυοκάμπτες και σημαιοφόροι του περιεχομένου και του ρόλου του αστικού σχολείου.

♦ Το πόρισμα Γαβρόγλου έχει οδηγό για τον πολυδιαφημισμένο «εξορθολογισμό της ύλης» τα Προγράμματα Σπουδών που είχαν εκπονηθεί στο πλαίσιο της Πράξης του Νέου Σχολείου της Διαμαντοπούλου για όλα τα γνωστικά αντικείμενα της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Επίσης, στο πλαίσιο της ως άνω Πράξης, τα υπάρχοντα σχολικά εγχειρίδια της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης έχουν αξιολογηθεί ως προς τη συμβατότητά τους με τα Νέα Προγράμματα Σπουδών και έχουν διατυπωθεί συγκεκριμένες προτάσεις αναμόρφωσής τους, οι οποίες θα αξιοποιηθούν. Θα συνεκτιμηθεί επίσης για τη μείωση της ύλης το νέο ωρολόγιο πρόγραμμα.

Οι στόχοι του Νέου Σχολείου ως προς τον μαθητή (αυτόνομη δράση, περιβαλλοντική συνείδηση, ο μαθητής «μικρός επιστήμονας», «μικρός ερευνητής», με γνώσεις «σούπα» σε μια ενότητα μαθημάτων και όχι με εμβάθυνση σε κάθε γνωστικό αντικείμενο χωριστά, «γλωσσομαθής» και  χρήστης των νέων τεχνολογιών από τις πρώτες κιόλας τάξεις του Δημοτικού) είναι και στόχοι του Πορίσματος της Επιτροπής, μόνο που τώρα διατυπώνονται διαφορετικά και με μπόλικο παιδαγωγικό περιτύλιγμα.

Οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι η αναγκαία μείωση της ύλης, λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω κατευθύνσεων, που εν ολίγοις αντιστοιχούν στις σημερινές ανάγκες της καπιταλιστικής αγοράς για τη διαμόρφωση του προφίλ του αυριανού εργαζόμενου, δεν υπηρετούν την ουσία.

Από την άλλη, τα μεγάλα λόγια για εισαγωγή και άλλων μαθημάτων Τέχνης στο σχολείο (θέατρο, χορός, κ.λπ.), η δημιουργία ειδικών αιθουσών στο σχολείο για κάθε μάθημα Τέχνης, η ίδρυση και άλλων Καλλιτεχνικών Σχολείων, όταν μετά βίας λειτουργούν τα σχολεία που ξέρουμε σήμερα, μόνο οργή προκαλούν γιατί λέγονται μόνο με στόχο την επικοινωνιακή προπαγάνδα.

♦ Η Επιτροπή έβαλε το ράσο και πήρε την αγιαστούρα για να μιλήσει για την αναγκαιότητα της αύξησης της κρατικής χρηματοδότησης για την Παιδεία και την αναγκαιότητα των μόνιμων διορισμών εκπαιδευτικών.

Στη συνέχεια, όμως, παρατάει τα ευχολόγια και προσγειώνεται στην τραγική πραγματικότητα. Στις βραχυπρόθεσμες, μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προτεραιότητες εντάσσεται αποκλειστικά η  διαχείριση της κατάστασης διά της πρακτικής «βγάζουμε και από τη μύγα ξύγκι»:

«Με δεδομένη τη δημοσιονομική δυσχέρεια, αυτό που απαιτείται ως ελάχιστο είναι αφενός η πλήρης αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων της εκπαίδευσης (ανθρώπινων, υλικοτεχνικών και χρηματικών) και αφετέρου η εξάλειψη κάθε πιθανού πεδίου σπατάλης. Ακόμη πιο απαραίτητη, σε συνθήκες δημοσιονομικής δυσχέρειας, καθίσταται η αξιολόγηση της σκοπιμότητας κάθε είδους δαπάνης. Συγχρόνως, είναι απαραίτητη η πλήρης αξιοποίηση κάθε πιθανής πρόσθετης, πέραν της κρατικής, χρηματοδότησης, η οποία δεν θίγει τον δημόσιο χαρακτήρα της εκπαίδευσης, όπως αυτός υπαγορεύεται από το άρθρο 16 του Συντάγματος».

Το Πόρισμα, όμως, αναφέρεται και στην «οικονομική αυτονομία» των σχολείων με «αναζήτηση πρόσθετων πόρων». Ετσι και το άρθρο 16 του Συντάγματος για αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν Παιδεία πετιέται στα σκουπίδια.

♦ Η γενίκευση του Ολοήμερου Σχολείου (του σχολείου δηλαδή που αντιστοιχεί στις ξεχαρβαλωμένες εργασιακές σχέσεις των γονιών και όχι στις πραγματικές ανάγκες των μικρών μαθητών και αποτελεί την πιο φθηνή λύση για το κεφάλαιο) αποτελεί στόχο του Πορίσματος. Προφανώς, πρόκειται για το Ολοήμερο του Φίλη με το ενιαίο ωράριο για όλα τα σχολεία, την προσθαφαίρεση διδακτικών ωρών, ώστε να δίνεται μια επίφαση ότι διδάσκονται όλα τα γνωστικά αντικείμενα σε όλα τα σχολεία, τα διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα (όσον αφορά τις ειδικότητες) ανά σχολείο ανάλογα με το πλεόνασμα των διδακτικών ωρών των εκπαιδευτικών ειδικοτήτων, την εξοικονόμηση προσωπικού με όλους τους τρόπους.

Εξ ου και οι ακόλουθες αναφορές:

«Στο πλαίσιο της γενίκευσης του Ολοήμερου Σχολείου, επιβάλλεται ο εξορθολογισμός ζητημάτων παιδαγωγικής φύσης, καθώς και ο περιορισμός του κόστους λειτουργίας του, παράμετρος που αναδεικνύεται ιδιαίτερα σημαντική στην παρούσα οικονομική συγκυρία. Προς την κατεύθυνση αυτή επισημαίνονται τα εξής:

Απαιτείται η προσεκτική χαρτογράφηση των σχολείων ως προς τη διαθέσιμη υλικοτεχνική υποδομή, προκειμένου αυτά να λειτουργήσουν ως Ολοήμερα. Επίσης, είναι αναγκαίο να πραγματοποιηθεί μελέτη σχετικά με τις παιδαγωγικές συνέπειες της εισόδου των ειδικοτήτων στο Ολοήμερο… Η δικτύωση των σχολικών μονάδων σε τοπικό επίπεδο μπορεί να συμβάλει στην αποδοτικότερη διαχείριση του εκπαιδευτικού δυναμικού, στην επίλυση προβλημάτων που συνδέονται με τις κτιριακές ελλείψεις ή τους περιορισμούς ως προς την εγγραφή των μαθητών σε συγκεκριμένα σχολεία και στην αξιοποίηση προσωπικού…».

♦ Επαναλαμβάνεται η χιλιοειπωμένη ευχή όλων των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων για «Αυτοτέλεια του Λυκείου και αποδέσμευσή του από το ρόλο “προθαλάμου” ή “εξεταστικού κέντρου” για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση».

Ωστόσο επισημαίνεται ότι αυτό θα γίνει μόνο σε συνάρτηση «με τη διαμόρφωση νέου τρόπου εισαγωγής στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση αλλά και με τον περιορισμό της παραπαιδείας».

Ολο το σχετικό κείμενο αναλώνεται σε γενικόλογες αναφορές για μείωση της ύλης, συγγραφή νέων σχολικών εγχειριδίων, ενίσχυση των διαδικασιών ερευνητικής και επιστημονικής προσέγγισης της γνώσης από τους μαθητές, επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, κ.λπ.

Την ουσία αυτών των ρυθμίσεων την αναδείξαμε παραπάνω μιλώντας για το περιεχόμενο και το ρόλο του αστικού σχολείου.

Σημειώνουμε ότι δεν πρόκειται να υπάρξει έστω και στοιχειωδώς ενίσχυση του «αυτόνομου» μορφωτικού ρόλου του Λυκείου όσο υπάρχουν εξετάσεις εισαγωγής με τη μια ή την άλλη μορφή, είτε μέσα στο Λύκειο είτε μετά από αυτό.

Το Πόρισμα πάντως τοποθετεί τη θεσμοθέτηση νέου συστήματος εισαγωγής στις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προτεραιότητες.

Ως προς τι μορφή θα έχει αυτό, το Πόρισμα προδιαθέτει για όσα όλο αυτό το διάστημα έχει μιλήσει ο Λιάκος («αναμορφωμένο» απολυτήριο Λυκείου, εισαγωγή χωρίς εξετάσεις στις σχολές χαμηλής ζήτησης και εξετάσεις στις επίλεκτες σχολές):

«Αποσυνδέονται οι ενδοσχολικές εξετάσεις από την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και δημιουργούνται προϋποθέσεις ώστε οι μαθητές να σπουδάζουν τα γνωστικά αντικείμενα που τους ενδιαφέρουν. Επίσης διαμορφώνονται προϋποθέσεις για τον σταδιακό περιορισμό του ρόλου της παραπαιδείας που λειτουργεί απαξιωτικά ως προς το σύνολο του εκπαιδευτικού μας συστήματος».

♦ Η «αναμόρφωση» της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης έχει να κάνει με τη διαχρονική προσπάθεια της αστικής τάξης αυτή να καταστεί ελκυστική για τα παιδιά της εργατικής τάξης, ώστε να την έχουν πρώτη επιλογή και όχι αναγκαστική διέξοδο.

Ο ένας τύπος ενιαίου σχολείου έχει πάει στα αζήτητα.

Οι τομείς και ειδικότητες σχεδιάζονται σύμφωνα με τις ανάγκες της αγοράς: Προτεραιότητα «Η σύνδεση της Τεχνικής-Επαγγελματικής Εκπαίδευσης με τις μακροπρόθεσμες προοπτικές και επιλογές στρατηγικού σχεδιασμού της εθνικής οικονομικής και αναπτυξιακής πολιτικής».

Γενικεύεται η μαθητεία, δηλαδή η απλήρωτη εργασία των νέων στα καπιταλιστικά κάτεργα. Αποτελεί προτεραιότητα: «Η στήριξη του θεσμού της Μαθητείας, μέσα από Προγραμματικές Συμφωνίες του ΥΠΠΕΘ και των συναρμόδιων υπηρεσιών με φορείς (επιστημονικές και επαγγελματικές ενώσεις και επιμελητήρια), που θα αναλάβουν με υπευθυνότητα να προσφέρουν θέσεις Μαθητείας σε αποφοίτους των ΕΠΑ.Λ».

Στην κατεύθυνση της δημιουργίας ελκυστικού περιβάλλοντος στην ΤΕΕ εντάσσεται και η πρόταση για δημιουργία Πειραματικών ΕΠΑ.Λ.

♦ Τα ωραιοποιημένα λόγια για την Ειδική Αγωγή κρύβουν την σκληρή πραγματικότητα, στην οποία αναγκαστικά οδηγούν η περικοπή των δαπανών και η απαξίωση όλων των μορφών κοινωνικού κράτους ειδικά στις περιόδους μεγάλης κρίσης του καπιταλισμού και υποχώρησης του ταξικού εργατικού κινήματος.

«Οι σύγχρονες εκπαιδευτικές προσεγγίσεις για την εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρία ή και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, διεθνώς, (που) βασίζονται στις αρχές της ενταξιακής εκπαίδευσης με σκοπό την άρση των διακρίσεων, τη διασφάλιση ίσων ευκαιριών στην εκπαίδευση των εν λόγω μαθητών και τη μετάβαση σε ένα ενιαίο εκπαιδευτικό σύστημα διαμορφώνοντας τα κατάλληλα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα» δεν είναι τυχαίο ότι επιστρατεύονται και πολυδιαφημίζονται την εποχή της κρίσης.

Επ’ αυτού μας προετοίμασαν οι ρυθμίσεις Φίλη: Η τροπολογία στο σχέδιο νόμου «Μέτρα για την επιτάχυνση του κυβερνητικού έργου και άλλες διατάξεις»  που ουσιαστικά κατήργησε τα Τμήματα Ενταξης (ΤΕ), με τη διάχυση των μαθητών τους στις συμβατικές τάξεις, η κατάργηση του ενός ΤΕ στις σχολικές μονάδες που συγχωνεύτηκαν και η κατάργηση του ενός ΤΕ στη σχολική μονάδα που μέχρι τώρα λειτουργούσαν δυο ΤΕ.

Πηγή