Γράφει ο Βασίλης Δημ. Χασιώτης
Διερωτώμαι, ρητορικά, πώς είναι δυνατόν άνθρωποι του μεροκάματου, συνταξιούχοι…
προερχόμενοι από την μικρομεσαία τάξη, κι ακόμα χειρότερο, άνεργοι, να υποστηρίζουν τα Μνημόνια.

Και μάλιστα να τα υποστηρίζουν, υποστηρίζοντας το νεοφιλελεύθερο αφήγημα της ουσιαστικής όσο και καθολικής κατάργησης του κοινωνικού κράτους. Του σπάταλου και υπερτροφικού κράτους.

Υιοθετώντας για την  πρόοδο της κουβέντας μας αυτές τις αιτιάσεις, που είναι αληθείς κατά δήλωση, όχι όμως και από τα πραγματικά στοιχεία, ιδίως όταν συγκρίνονται με αντίστοιχα στοιχεία άλλων χωρών, ιδίως ευρωπαϊκών, σκέφτομαι τι ακριβώς υποστηρίζουν τα ίδια τα θύματα των Μνημονίων, όταν συμμαχούν μαζί τους.

Δηλαδή πιστεύουν πως στέλνοντας στο σπίτι τους μαζικά, ας πούμε, 200.000 δημόσιους υπαλλήλους, του στενότερου και ευρύτερου ευρύτερου δημόσιου τομέα, μέσα σ’ αυτόν ας βάλουμε και την Τοπική Αυτοδιοίκηση, αυτό θα σήμαινε την «εκλογίκευση» του Δημοσίου;

Αυτό νομίζουν ότι εννοεί η πρώην Τρόικα και νυν Κουαρτέτο;

Μα αν αυτό εννοούσε και αν αυτό επεδίωκε και επιδιώκει, τότε, αυτό θα το είχε απαιτήσει και θα το είχε επιβάλλει, όπως έστειλε στην ανεργία εκατοντάδες χιλιάδες μισθωτούς και επιχειρηματίες του ιδιωτικού τομέα, μέσω των μνημονιακών πολιτικών, χωρίς η όποια ελληνική κυβέρνηση να είναι σε θέση να αρθρώσει λέξη.

Πέραν δε τούτου, αν αυτό ήταν το πρόβλημα, γι’ αυτό η Ελλάδα κατάντησε προτεκτοράτο, τι είναι αυτό που αποδεχόμαστε;

Ότι το δημόσιο χρέος εκτινάχτηκε από το 120% στο 180% με περαιτέρω ανοδικές τάσεις, διότι αυτό επέβαλε το κομματικό συμφέρον όλων των Μνημονιακών κυβερνήσεων, που για να γλυτώσουν 200.000 ψηφοφόρους τους, που στοιχίζουν το χρόνο πόσο, θυσίασαν η διακινδύνευσαν την ψήφο άλλων εκατομμύριων ψήφων που έστειλαν στη φτώχεια και στην ανεργία;

Αυτά σημαίνουν ότι το ελληνικό δημόσιο δεν ήταν και δεν είναι σπάταλο;

Απάντηση : Ήταν και είναι προκλητικά σπάταλο.

Αυτό σημαίνει ότι δεν υπήρχαν ρουσφετολογικές προσλήψεις κι ακόμα αχρείαστες;

Απάντηση : Υπήρχαν και υπάρχουν.

Ερώτηση : Μπορούν να θεωρηθούν ανεκτά και αποδεκτά τέτοια φαινόμενα;

Απάντηση : Όχι!

Ερώτηση : Πρέπει να μη συμβαίνουν;

Απάντηση : Πρέπει!

Ερώτηση : Αυτά αποτελούν την αιτία της Κρίσης;

Απάντηση : Αυτά τα προβλήματα, υπαρκτά ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ πάντα αποτελούσαν πηγή προβλημάτων, ενίοτε σοβαρών προβλημάτων, ποτέ όμως δεν οδήγησαν το κράτος, όχι μόνο εδώ αλλά και διεθνώς στην πτώχευση.

Ένα κράτος πτωχεύει, αν εξαιρέσουμε μια πολεμική περιπέτεια σημαντικής χρονικής διάρκειας, κατά κανόνα, όταν η Μεγάλη Διαπλοκή στη κυριολεξία ρούφηξε ακόμα και το μεδούλι από τον εθνικό πλούτο και το εθνικό εισόδημα.

Όσοι επιχειρούν να πείσουν πως το χρέος των εκατοντάδων δις ευρώ της χώρας μας, οφείλεται σε 100 ή 200 χιλιάδες υπαλλήλους του Δημοσίου, απλά, δογματίζουν. Εξάλλου η σθεναρή άρνηση του λογιστικού ελέγχου και της μονιμότητας του χρέους μιλά από μόνη της.

Ερώτηση : Αποτελούν αυτοί οι 200.000 υπάλληλοι την αιτία που η χώρα τέθηκε υπό την Κατοχή των Ξένων Δανειστών, αυτοί που κινητοποίησαν 28 ηγέτες των Ευρώπης και την Παγκόσμια Υπερδύναμη, τις ΗΠΑ, είναι αυτοί για τους οποίους η Γερμανίδα Καγκελάριος, ο Γάλλος Πρόεδρος, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, «τι θα γίνει με δαύτος, που η έλλειψη θάρρους της συνδυασμένης αυτής Πλανητικής Συμμαχίας, δεν επιτρέπει να δοθεί ένα τέλος στο ελληνικό δράμα»;

Απάντηση : Κατά πού πέφτει το Δαφνί; Διότι πλέον, η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα δεν μπορεί παρά να δοθεί σ’ αυτό το χώρο!

Επίσης έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να εστιάσει κανείς σε μια άλλη πτυχή της συμμαχίας που προσφέρουν τα θύματα στον θύτη τους.

Τα θύματα, ασφαλώς και έχουν διαπιστώσει ότι η Αθλιότητα στοχεύει όχι στον οικονομικό έστω εξορθολογισμό της λειτουργίας του κοινωνικού κράτους, μα στην ιδιωτικοποίησή του, τουλάχιστον των πιο ενδιαφερόντων δραστηριοτήτων του, από την κοινωνική ασφάλιση που πρέπει να ιδιωτικοποιηθεί, ίσαμε την παιδεία, την υγεία και την αποκομιδή των σκουπιδιών που κι αυτά πρέπει να περάσουν στον ιδιωτικό τομέα, για να μην αναφερθώ και σε υπηρεσίες ταμπού όπως π.χ. η αστυνόμευση και όχι μόνο, γιατί η κουβέντα θα πάει αλλού, ενώ, οποίοι απ’  αυτούς τους τομείς παραμείνουν και ως κρατική κοινωνική δραστηριότητα θα είναι τόσο πολύ υποχρηματοδοτούμενη, ώστε να διατίθεται απλά για να λέγεται ότι διατίθεται ως κρατική κοινωνική μέριμνα όταν δεν θα έχει όλα τα χαρακτηριστικά της ελεημοσύνης.

Τα θύματα της Αθλιότητας, επίσης δεν κατανοούν ότι οι ίδιες λέξεις, δεν έχουν το ίδιο περιεχόμενο με το περιεχόμενο που δίνει σ’ αυτές ο θύτης τους.

Έτσι, π.χ., το θύμα που υποστηρίζει ότι χρειάζεται «λιγότερο κράτος», του διαφεύγει πως για την Μνημονιακή Αθλιότητα, το ζήτημα δεν είναι απλώς το «λιγότερο κράτος», μα το «λιγότερο έως καθόλου ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ Κράτος». Εάν επρόκειτο απλά, το «κοινωνικό Κράτος» να γίνει ποιοτικά πιο καλό, να γίνει πιο βιώσιμο μέσω της ορθότερης οργάνωσής του αλλά και διαχείρισης των οικονομικών του, θα ήταν ένα εντελώς ένα άλλο πράγμα από αυτό που η Νεοφιλελεύθερη Αθλιότητα επιδιώκει, στον πυρήνα της φιλοσοφίας της οποίας βρίσκεται το αξίωμα του Τέλους του Κοινωνικού Κράτους, το οποίο καταγγέλλεται ως εξ ορισμού ανίκανο και αντιπαραγωγικό και σε κάθε περίπτωση, καταγγέλλεται η ίδια η κοινωνική πολιτική ως κάτι που θα πρέπει να πάψει να υπάρχει.

Όμως, η νεοφιλελεύθερη Μνημονιακή Αθλιότητα, δεν ενδιαφέρεται για τους 200.000 υπαλλήλους. Προτάσσει τους 200.000, προκειμένου ο πέλεκυς να πέσει στις κοινωνικές υπηρεσίες «φιλέτα» για το πέρασμα των οποίων στον ιδιωτικό τομέα ενδιαφέρεται. Αν αντί των 200.000, π.χ., υπήρχε η συμφωνία να απολυθούν όλο το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό των «πλεοναζόντων» κρατικών και δημοτικών νοσοκομείων, και το διδακτικό προσωπικό των «πλεοναζόντων σχολείων», (τώρα πώς «πλεονάζουν, αυτό δεν είναι δύσκολο να υποδεχτεί με βάση ένα δύο δείκτες «δημοσιονομικής προσαρμογής» που θα του επιβάλλουν ως «σωτήρια αναγκαιότητα»), δηλαδή, να «ανταλλαγούν» οι τυχαίως επιλεγόμενοι 200.000δημόσιοι υπάλληλοι με «μόνο» 50.000 προσωπικό από τις παραπάνω δύο ενδεικτικά αναφερόμενες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων, είμαι βέβαιος, πως αυτό θα ήταν κάτι που θα εχειροκροτείτο από πλευράς Αθλιότητας. Βέβαια μιας και δεν μπορεί να γίνει αυτό «στοχευμένα», επιχειρείται μέσω «γενικότερων παρεμβάσεων», όπως π.χ., του ασφαλιστικού, μέσω του οποίου ωθούν ουσιαστικά βίαια,  με τις άφθονες ασφαλιστικές «μεταρρυθμίσεις» των τελευταίων έξη ετών, σε πρόωρες συνταξιοδοτήσεις πλήθος δημοσίων υπαλλήλων αλλά και όχι μόνο, ανθρώπων που θα ήταν διατεθειμένοι να παραμείνουν κι άλλα χρόνια στην εργασία τους, αν δεν ελλόχευε ο κίνδυνος να εγκλωβιστούν για πολύ περισσότερο χρόνια στη δουλειά, σε σχέση με όσα αρχικώς προβλέπονταν να μείνουν, ενώ ταυτόχρονα να βγουν και με μικρότερη σύνταξη.

Το ότι τώρα, διεθνώς, κράτη αναπτυγμένα διαχρονικά, πιστοποιούν μέσω της ίδιας της Ιστορίας το ανιστόρητο της παραπάνω ιδεοληψίας, του παραπάνω νεοφιλελεύθερου αξιώματος, και ότι, αντίθετα, ο Νεοφιλελευθερισμός το μόνο που έχει να φέρει ως παραδείγματα είναι ο πέραν κάθε φαντασίας βαθμός εξαθλίωσης τεράστιων λαϊκών και κοινωνικών στρωμάτων, πάνω στην οποία χτίζονται τα «μακροοικονομικά θαύματα», που όμως, δεν αφορούν παρά ένα συντριπτικά μικρό ποσοστό αυτών των οικονομιών και κοινωνιών, αυτό είναι μια «λεπτομέρεια» που δεν συζητείται ποτέ.

Ίσως στο σημείο αυτό, να άξιζε ο κόπος να σχολιάσουμε δι’ ολίγων και την Παγκοσμιοποίηση του Νεοφιλελεύθερου Παραλόγου.

Αρκεί η περιπτωσιακή αναφορά στο νεοφιλελεύθερο επιχείρημα του εναντίον του κοινωνικού Κράτους που ήδη θίξαμε.

Το κύριο επιχείρημα του νεοφιλελευθερισμό εναντίον του κοινωνικού κράτους είναι πως το κάθε κράτος είναι εγγενώς ανίκανο και διεφθαρμένο, ώστε να είναι κοινωνικά επιζήμιο.

Αντίθετα, οι οικονομικά σημαντικές λειτουργίες του κράτους, από το ασφαλιστικό σύστημα έως την παιδεία, την υγεία και τις υποδομές, εκχωρούμενες στον «ορθολογικό», «συμμαζεμένο» και «σοβαρό» ιδιωτικό τομέα, θα μπορούσαν να προσφέρονται φθηνότερα και ποιοτικά καλύτερες στη κοινωνία.

Την ίδια όμως στιγμή, είναι ο ίδιος ο νεοφιλελευθερισμός που αρνείται την ίδια την ύπαρξη της κοινωνίας ως θεσμού, δηλαδή αυτό που υποτίθεται ότι αποτελεί το κύριο μέλημά του όταν επιχειρηματολογεί υπέρ της αποδόμησης του κοινωνικού κράτους.

Με ξεχνάτε πως το «η κοινωνία είναι κάτι που δεν υπάρχει», δεν είναι απλά ένα διάσημο λεκτικό σχήμα, μα αποτελεί την πλέον επιτυχή σύνοψη της ουσίας της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας.

Αν έτσι έχει το πράγμα, τότε ποια είναι η ιδεολογική πελατεία του νεοφιλελευθερισμού;

Είναι ό,τι απομένει από την «περιττή κοινωνία», δηλαδή η τάξη που κατέχει, θα πρέπει να κατέχει, με βάση τη φιλοσοφία του, τον πλούτο.

Και αυτή που πρέπει να τον κατέχει είναι αυτή που μπορεί να τον αρπάξει με κάθε τρόπο, να τον κρατήσει και εκ των υστέρων να τον νομιμοποιήσει.

Εν κατακλείδι :

Ό,τι θα έχει απομείνει συνεπώς  ως δυνατότητα στα θύματα της Αθλιότητας θα είναι η μέριμνα και ο φόβος να μη χάσουν το μόνο περιουσιακό στοιχείο που θα τους έχει απομείνει.

Όμως, αυτός το θύμα δεν θα είναι παρά ένα μεταλλαγμένο είδος ανθρώπου.

Είναι μια προοπτική όμως, που απλά δεν θα επικρατήσει.

Το Τέλος του Ανθρώπου δεν πρόκειται να υποκαταστήσει το Τέλος της Αθλιότητας όπως επιδιώκει η τελευταία.