Το Υπουργείο Παιδείας, για μια ακόμη φορά, ξεπέρασε και τον ίδιο του τον εαυτό. Παρά τις δεσμεύσεις του…

προς τη Σύνοδο των Πρυτάνεων αλλά και στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, νύκτα, λίγες ώρες πριν την ψήφιση του νομοσχεδίου στην Ολομέλεια, κατέβασε σειρά τροπολογιών, πολλές από τις οποίες ήταν ιδιαίτερα σοβαρές και άλλες, που ‘’αδυνατούμε’’ να καταλάβουμε γιατί δεν είχαν κατατεθεί εξαρχής. Το χειρότερο φυσικά
είναι ότι δεν τόλμησε ο νομοθετών αιώνιος φοιτητής – υπουργός να καταθέσει ο ίδιος την τροπολογία για τη ριζική αλλαγή του τρόπου εκλογής-εξέλιξης των καθηγητών αλλά έβαλε κάποιους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ να την προτείνουν. Παλιές «Νέο-Αριστερές» πρακτικές.

Ο ψηφισμένος πλέον νόμος περιλαμβάνει, εκτός των θεμάτων της έρευνας, πολλές κατηγορίες ρυθμίσεων που αφορούν τα ΑΕΙ:

1. Ρυθμίσεις που τροποποιούν την ουσία του θεσμικού πλαισίου
Στο νόμο περιλαμβάνονται διατάξεις που αφορούν την ουσία και τη φιλοσοφία του θεσμικού πλαισίου. Η κυβέρνηση θα έπρεπε πρώτα να προχωρήσει στην έγκυρη και αξιόπιστη αξιολόγηση του θεσμικού πλαισίου με διεθνή επιτροπή – όπως το ισχύον θεσμικό πλαίσιο προβλέπει- και μετά να προχωρήσει στις όποιες βελτιωτικές παρεμβάσεις κριθούν απαραίτητες, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τα όποια συμπεράσματα της αξιολόγησης. Παρά λοιπόν την εκτενή, σε απολογητικό ύφος, αιτιολόγηση της αναγκαιότητας ανάληψης νομοθετικής πρωτοβουλίας για την αντιμετώπιση επειγόντων θεμάτων, η κυβέρνηση μέσω της Βουλής ψήφισε εσπευσμένα ουσιαστικές αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο, ενώ υποκρίνεται πως παράλληλα διεξάγει Εθνικό Διάλογο για την Παιδεία σε διάφορα επίπεδα (Επιτροπή Λιάκου, ΕΣΥΠ, ΔΕΜΥ, κλπ).

Συμβούλιο Ιδρύματος (άρθρο 26, παρ. 4 και 6):
Μεταξύ άλλων, με τις διατάξεις που εισάγει στις παραγράφους 4 και 6 του άρθρου 26, υποβαθμίζει τον
ρόλο του Συμβουλίου Ιδρύματος, υποκαθιστώντας το από τη Σύγκλητο εάν «…αδυνατεί (το Συμβούλιο) να
λάβει απόφαση ή να ασκήσει το σύνολο ή μέρος των ως άνω αρμοδιοτήτων του ή να ενεργήσει σύμφωνα με
τις προβλεπόμενες αρμοδιότητές του…». Το ποιος και με τι κριτήρια αποφασίζει για το εάν συντρέχουν οι
προϋποθέσεις υποκατάστασης του Συμβουλίου από τη Σύγκλητο παραμένει «δημιουργικώς ασαφές». Είναι
δε αποκαλυπτικό του σκεπτικού της κυβέρνησης το γεγονός ότι η αιτιολογική έκθεση, προκειμένου να
τεκμηριώσει την αναγκαιότητα της συγκεκριμένης ρύθμισης, επικαλείται γνωμοδότηση ΝΣΚ, σύμφωνα με
την οποία οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου δεν μπορούν νομίμως να ασκηθούν από άλλο όργανο.
Αναρωτιόμαστε αν στους λόγους αδυναμίας σύγκλησης του ΣΙ περιλαμβάνονται και πράξεις βίαιης
διάλυσης των συνεδριάσεων από τις γνωστές πλέον ομάδες κρούσης των γνωστών παρακρατικών. Η
κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ δεν αφήνει ευκαιρία να πάει χαμένη προκειμένου να εξυπηρετήσει τα
συμφέροντα των ακραίων υπερσυντηρητικών κύκλων του παρά-πανεπιστημίου.
ΚΙΠΑΝ 19-4-2016 σελ.2/ 7
Οργανισμός και Εσωτερικός Κανονισμός:
Παράλληλα, με τη διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 26, η σύνταξη και εφαρμογή Οργανισμού και
Εσωτερικού Κανονισμού των Ιδρυμάτων παραπέμπεται στις ελληνικές καλένδες, καθώς η διάταξη αναθέτει
στη Σύγκλητο την αρμοδιότητα λήψης αποφάσεων για τα θέματα που αυτοί ρυθμίζουν, χωρίς όμως να
ορίζει αποκλειστική προθεσμία ολοκλήρωσης της διαδικασίας θέσης σε ισχύ του Οργανισμού και του
Εσωτερικού Κανονισμού, που από ετών έπρεπε να έχουν συνταχθεί και τεθεί σε ισχύ.
Πρυτανικά Συμβούλια (άρθρο 26, παρ. 8).
Περαιτέρω, η διάταξη της παραγράφου 8 του ίδιου άρθρου νομιμοποιεί αποφάσεις Συγκλήτων περί
σύστασης «Πρυτανικών Συμβουλίων», που ελήφθησαν καθ’ υπέρβαση της ισχύουσας νομοθεσίας, αφού
τέτοιο όργανο δεν προβλέπεται από το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.
Δυνατότητα συνεπίβλεψης διδακτορικών από ερευνητές και καθηγητές των ΤΕΙ (άρθρο 28, παρ. 7).
Ο νομοθέτης παραβιάζει την ουσία του αυτοδιοίκητου των Πανεπιστημίων, εξουσιοδοτώντας την
εκτελεστική εξουσία με Υπουργική Απόφαση να καθορίζει «…τα κριτήρια τα οποία πρέπει να πληρούν τα
Τμήματα των ΤΕΙ για να συνεργάζονται με τα Τμήματα των Πανεπιστημίων της ημεδαπής για την εκπόνηση
διδακτορικών διατριβών», καθώς και «…κάθε άλλο αναγκαίο για τη σύμπραξη θέμα…». Ο ίδιος ο νόμος
θεωρεί ότι κάποια Τμήματα ΤΕΙ θα μπορούν να συνεργάζονται με ΑΕΙ για να εκπονούνται διδακτορικά με
συνεπίβλεψη ενώ κάποια όχι. Για πρώτη, επομένως, φορά επίσημα αναγνωρίζεται ότι υπάρχουν Τμήματα
ΤΕΙ τουλάχιστον δύο ταχυτήτων. Πως είναι λοιπόν δυνατόν αυτά να είναι ισότιμα;
Περιορισμός του αυτοδιοίκητου των ΑΕΙ (άρθρο 28, παρ. 1, 9).
Με την παράγραφο 1 του άρθρου 28 απαλλάσσονται των διδακτικών και διοικητικών καθηκόντων τους οι
Πρόεδροι των Διοικητικών Συμβουλίων των εποπτευόμενων από το Υπουργείο Παιδείας Έρευνας και
Θρησκευμάτων φορέων κατά τη διάρκεια της θητείας τους. Αν και η αιτιολογική έκθεση αφίσταται της
ρύθμισης, αφού αναφέρεται σε «δυνατότητα απαλλαγής», η διάταξη αυτή αφενός αποστερεί τα Ιδρύματα
από διδακτικό έργο, χωρίς να δίνει τη δυνατότητα αναπλήρωσής του, αφού ο διδάσκων εξακολουθεί να
μισθοδοτείται από το Ίδρυμα, χωρίς όμως να παρέχει σ’ αυτό έργο και αφετέρου αφαιρεί από το Ίδρυμα τη
δυνατότητα να αποφασίσει το ίδιο, βάσει των εκπαιδευτικών του αναγκών, εάν η απαλλαγή αυτή είναι
εφικτή χωρίς να παρακωλύεται η εκπαιδευτική διαδικασία.
Παρομοίως, με τη διάταξη της παραγράφου 9 του ίδιου άρθρου απαλλάσσονται των διδακτικών και
διοικητικών τους καθηκόντων οι Πρόεδροι του ΕΣΥΠ, του ΣΑΠΕ, του ΣΑΤΕ και του ΣΠΔΕ. Προφανώς η
κυβέρνηση αναμένει τόσο έντονη δραστηριοποίηση των οργάνων αυτών στο παρόν και το μέλλον
(ἴ δωμεν!), ώστε να καθίσταται απαραίτητη η αποκλειστική ενασχόληση των στελεχών αυτών με τα
καθήκοντά τους στα αντίστοιχα όργανα, τα οποία σημειωτέον ότι έχουν να συνεδριάσουν από τον
Φεβρουάριο του 2015.
2. Ρυθμίσεις που ευνοούν συγκεκριμένες κατηγορίες προσωπικού
Εξομοίωση μελών Ε.Ε.Π. και Ε.ΔΙ.Π. με τους καθηγητές-λέκτορες (άρθρο 27, παρ. 11α).
Ο νόμος, με μια μικρή αλλαγή δύο λέξεων «….κάθε μορφής επιστημονικό-ερευνητικό έργο», εξομοιώνει
πλήρως τα καθήκοντα των δύο αυτών κατηγοριών προσωπικού με αυτά των καθηγητών. Αυτή η
τροποποίηση φυσικά δεν έγινε τυχαία. Είναι το πρώτο βήμα για να μπορέσει να επανέλθει, στο μέλλον, η
διάταξη που θεσμοθετούσε τη δυνατότητα αυτοδίκαιης προκήρυξης θέσης βαθμίδας μόνιμου Επίκουρου
ΚΙΠΑΝ 19-4-2016 σελ.3/ 7
Καθηγητή για υπηρετούντα μέλη Ε.ΔΙ.Π. Η διάταξη αυτή αποσύρθηκε την τελευταία στιγμή μετά από
παρέμβαση βουλευτών, ακόμα και κυβερνητικών.
Η μετατροπή των θέσεων Ε.ΔΙ.Π. σε θέσεις Επίκουρων Καθηγητών, ακόμη και αν γίνει με ανοικτή κρίση για
μη μόνιμη βαθμίδα, θα επιτείνει ακόμα παραπέρα τη στρεβλή ανάπτυξη των Ιδρυμάτων. Τούτο επειδή, σε
αρκετά Τμήματα, τα γνωστικά αντικείμενα που καλύπτουν τα μέλη Ε.ΔΙ.Π. δεν ταυτίζονται στο σύνολό τους
με τις προτεραιότητες των αναγκών του κάθε Τμήματος, αφού η ένταξη μελών Ε.ΔΙ.Π. σε αρκετά Τμήματα
είναι αποτέλεσμα προσωπικών επιλογών και στρεβλών αδιαφανών διαδικασιών μέσω των γνωστών
φαινομένων των μαζικών μετατροπών συμβάσεων σε καθεστώς Ι.Δ.Α.Χ. Αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα τα
Τμήματα αυτά να διευρυνθούν μεν αριθμητικά, αλλά τα περισσότερα από τα κενά σε διδασκαλία
μαθημάτων και γνωστικά αντικείμενα να μην καλυφθούν. Τα Τμήματα αυτά θα είναι καταδικασμένα να
συνεχίσουν μια στρεβλή ανάπτυξη για πάρα πολλά χρόνια.
Ωράριο εργασίας μελών ΕΤΕΠ (άρθρο 27, παρ. 11β).
Κάποιες τροπολογίες επιβεβαιώνουν τη ρουσφετολογική λογική, που κυριαρχεί σε όλο το νόμο. Πώς μπορεί
να αιτιολογηθεί ότι μια κατηγορία προσωπικού των ΑΕΙ (ΕΤΕΠ), πρέπει να έχει ωράριο εργασίας μικρότερο
από εκείνο άλλων εργαζομένων, με αντίστοιχα εργασιακά αντικείμενα; Είναι δε απορίας άξιον πώς αυτό
μπορεί να δικαιολογηθεί, όταν είναι γνωστό στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ –ακόμα και στους
αιώνιους φοιτητές- ότι πολλά μέλη ΕΤΕΠ σήμερα ασκούν αμιγώς διοικητικό έργο ή υποστηρίζουν τη
λειτουργία βιβλιοθηκών. Μετά λοιπόν την ψήφιση του νόμου, οι αντίστοιχοι διοικητικοί υπάλληλοι του
Ιδρύματος θα έχουν ωράριο 50% μεγαλύτερο από τα μέλη ΕΤΕΠ, ενώ οι διοικητικοί υπάλληλοι –
βιβλιοθηκονόμοι – εργάζονται και εκτός πρωινού ωραρίου.
Αυτοδύναμη διδασκαλία από μέλη Ε.ΔΙ.Π. μη κατόχους διδακτορικού (άρθρο 27, παρ. 12α).
Οι ελλείψεις που υπάρχουν σε εκπαιδευτικό προσωπικό δεν πρέπει να καλύπτονται ευκαιριακά, έξω από
μια συνολικά αποδεκτή πρακτική λειτουργίας. Εάν θέλουμε να εναρμονίσουμε το σύστημα λειτουργίας των
ΑΕΙ σύμφωνα με τα ισχύοντα στην Αμερική και την Ευρώπη (μικρός αριθμός Καθηγητών και πολλαπλάσιος
αριθμός επικουρικού προσωπικού, μόνιμου ή όχι) πρέπει να το πούμε καθαρά. Τότε αυτή τη δυνατότητα
πρέπει να τη διευρύνουμε υποχρεωτικά για όλους τους υποψήφιους διδάκτορες και μεταδιδάκτορες
(τουλάχιστον αυτούς που χρηματοδοτείται η εργασία τους από προγράμματα ΕΣΠΑ) και πιθανόν και για
τους μεταπτυχιακούς φοιτητές. Φυσικά, ο νόμος δεν διαπνέεται από τη λογική αυτή. Η ρουσφετολογική
τακτοποίηση είναι ο πυρήνας και αυτής της νομοθετικής αλλαγής.
3. Αλλαγές στον τρόπο εκλογής-εξέλιξης των Καθηγητών – Λεκτόρων
Η κυβέρνηση, με το νόμο που ψήφισε (άρθρο 70), θεσμοθετεί σημαντικές διαφοροποιήσεις της
διαδικασίας εκλογής και εξέλιξης καθηγητών. Οι νέες ρυθμίσεις, φυσικά, δεν αιτιολογούνται, πέρα από
γενικές παρατηρήσεις περί ανάγκης διαφάνειας των διαδικασιών.
Η βασική θεσμική αλλαγή είναι η ουσιαστική επαναφορά της κρίσης στον απόλυτο σχεδόν έλεγχο των
μελών του Τμήματος (7 στους 15 εκλέκτορες) που, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα οι άλλοι 8 εκλέκτορες
να είναι εσωτερικοί του Ιδρύματος, καθιστά την κρίση εσωτερικό θέμα του Τμήματος και του Ιδρύματος.
Έτσι, όλα τα οφέλη που είχαμε δει με όρους μεγαλύτερης διαφάνειας και αξιοκρατίας από την υποχρεωτική
συμμετοχή εκλεκτόρων από Ιδρύματα της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, θα εξανεμιστούν. Η ρύθμιση αυτή
μας πηγαίνει πολύ πίσω στο άνοιγμα των κρίσεων, ακόμα και πριν τον Ν.1268. Όταν σε όλα τα
Πανεπιστήμια του εξωτερικού, ακόμα και σε εξετάσεις διδακτορικών διατριβών, ενθαρρύνουν ή και
ΚΙΠΑΝ 19-4-2016 σελ.4/ 7
απαιτούν τη συμμετοχή Καθηγητών από το εξωτερικό, εμείς πρακτικά την εμποδίζουμε. Οι δικαιολογίες ότι
δεν βρίσκουμε πρόθυμους συναδέλφους από το εξωτερικό είναι προφάσεις εν αμαρτία. Απλά, αυτό το
άνοιγμα διατάρασσε ισορροπίες και ανέτρεπε από χρόνια παγιωμένες βαρονίες.
Το πρόβλημα με το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο δεν είναι ο αριθμός των μελών του εκλεκτορικού αλλά η
προβληματική εφαρμογή των διαδικασιών από τα Τμήματα και τα Ιδρύματα, που μερικές φορές γίνεται
σκόπιμα. Δεν είναι ασύνηθες, σε μερικά Ιδρύματα, οι διαδικασίες (συγκρότηση των Μητρώων, συγκρότηση
των Εκλεκτορικών Σωμάτων, παράλειψη αξιολογήσεων από εξωτερικούς αξιολογητές, συνοπτικές κρίσεις
και οριακή συμμετοχή στις συνεδριάσεις των Εκλεκτορικών) που αφορούν τις εκλογές ή εξελίξεις
καθηγητών ή λεκτόρων να εφαρμόζονται στρεβλά ώστε να διευκολύνουν την αδιαφάνεια και την
αναξιοκρατία. Όμως, όλα αυτά τα φαινόμενα δεν συνιστούν αδυναμίες του Νόμου, αλλά αστοχίες –
ενδεχομένως σκόπιμες- στην εφαρμογή του Νόμου.
Στο γενικότερο πλαίσιο επαναφοράς καθεστώτος αδιαφάνειας εντάσσεται και η κατάργηση του ΑΠΕΛΛΑ, η
οποία αιτιολογείται -από κάποιους- ότι έγινε λόγω του δύσχρηστου του συστήματος. Όμως, το σύστημα
ΑΠΕΛΛΑ έδωσε τη δυνατότητα της πλήρους και υποχρεωτικής διαφάνειας στις διαδικασίες. Μέσω του
συστήματος αυτού έχουμε μια διάφανη εικόνα για το πώς συγκροτήθηκαν οι λίστες εκλεκτόρων σε κάθε
Τμήμα, πόσο αντικειμενικά έγιναν οι επιλογές των Εκλεκτορικών Επιτροπών, πόσους εκλέκτορες από το
εξωτερικό χρησιμοποιούμε. Όλα αυτά δεν θα ήταν γνωστά σε όλους αν δεν υπήρχε το ΑΠΕΛΛΑ. Είναι
ευνόητο ότι όλα τα ηλεκτρονικά συστήματα δεν επιβάλλουν από μόνα τους τη διαφάνεια, αλλά μας δίνουν
τη δυνατότητα να γνωρίζουμε όλοι τις εστίες αδιαφάνειας. Οι όποιες αλλαγές σε αντικατάσταση του
ΑΠΕΛΛΑ αναμένονται με Προεδρικά Διατάγματα. Ας ελπίσουμε να μας εκπλήξουν θετικά.
Εν κατακλείδι, αποτελεί σαφέστατη και ξεκάθαρη εκτίμησή μας ότι το διαφανές, αξιόπιστο και αξιοκρατικό
στις διαδικασίες των εκλογών και εξελίξεων των πανεπιστημιακών καθηγητών δεν σχετίζεται αιτιωδώς με
τον αριθμό των μελών των εκλεκτορικών σωμάτων, αλλά με τον τρόπο καθορισμού αυτών των
σωμάτων. Οι εμπειρίες μας σχεδόν τεσσάρων δεκαετιών στο ελληνικό Πανεπιστήμιο διακριτικά μας
ψιθυρίζουν: όσο μεγαλύτερος ο αριθμός των μελών των εκλεκτορικών τόσο μεγαλύτερες βαρονίες
συγκροτούνται!
Παράπλευρο επακόλουθο αυτών των ρυθμίσεων είναι, φυσικά, η πλήρης απαξίωση των Κοσμητόρων και
των Κοσμητειών.
4. Ρυθμίσεις που νομιμοποιούν παρανόμως ληφθείσες αποφάσεις Πανεπιστημιακών οργάνων
Με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 26 νομιμοποιούνται αναδρομικώς αποφάσεις, που
έλαβαν Σύγκλητοι Ιδρυμάτων καθ΄ υπέρβαση των αρμοδιοτήτων τους, με την πρόφαση της αδυναμίας
λειτουργίας των Συμβουλίων Ιδρύματος.
Με τη διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου 28, νομιμοποιούνται αναδρομικώς αποφάσεις
Συγκλήτων που κατά παράβαση του ισχύοντος νόμου καθόριζαν αυθαίρετα τις διαδικασίες εκλογών και
εξελίξεων με βάση προγενέστερες, καταργηθείσες διατάξεις, όπως οι εκλογές στο ΕΚΠΑ. Με τη διάταξη
αυτή επιχειρείται απαλλαγή των μονοπρόσωπων οργάνων διοίκησης των εμπλεκομένων Πανεπιστημίων
από τις ευθύνες τους για τις παράνομες αυτές αποφάσεις. Το γεγονός ότι ο νυν Υφυπουργός Παιδείας
συμπεριλαμβάνεται στους απαλλασσόμενους σοβαροτάτων ευθυνών από τη διάταξη αυτή θα πρέπει
ασφαλώς να θεωρηθεί συμπτωματικό.
ΚΙΠΑΝ 19-4-2016 σελ.5/ 7
Όσο για το άρθρο 68, αυτό αφορά -και σωστά- μόνο τους γνωστούς καταλογισμούς στο Πανεπιστήμιο
Κρήτης, θέμα για το οποίο σημειωτέον την προηγούμενη βδομάδα το Εφετείο Κρήτης έβγαλε αθωωτική
απόφαση. Δικαιούμαστε να επαναλαμβάνουμε ότι καλώς ψηφίστηκε αυτό το άρθρο, όπως κατ’ επανάληψη
έχουμε τοποθετηθεί (βλέπε [2], [3]), και αποκατέστησε τους συναδέλφους όπως ζητούσαμε. Όπως και
σωστά το υπουργείο απέσυρε την διάταξη που προωθούσε, με την οποία, όπως καταγγείλαμε,
προχωρούσε σε γενική αμνήστευση φιλικών προς την εξουσία προσώπων για μια ποικιλία θεμάτων.
5. Προσωποπαγείς Ρυθμίσεις
Μετεγγραφές (άρθρο 30, παρ. 6).
Αν μη τι άλλο, στον ψηφισθέντα νόμο απαλείφθηκαν οι προσωποπαγείς μετεγγραφές, και μεταφέρθηκαν
για κρίση σε μια «διαφανή» επιτροπή ώστε να μη μαθαίνουμε όλοι ποιοι και γιατί μετεγγράφονται.
Αναγνώριση χρόνου παραμονής σε βαθμίδα
Η διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 28 παρέχει τη δυνατότητα αναγνώρισης ως πραγματικού χρόνου
παραμονής στη βαθμίδα τον χρόνο κατά τον οποίο Καθηγητές βρίσκονταν σε καθεστώς αναστολής
καθηκόντων. Το γεγονός ότι ο Επίκουρος Καθηγητής του ΑΠΘ Χριστόφορος Βερναρδάκης διατελεί σε
καθεστώς αναστολής καθηκόντων, ως Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης πρέπει ασφαλώς να
θεωρηθεί συμπτωματικό!
Μετάταξη προσωπικού
Η διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 33 επιτρέπει τη μετάταξη μελών προσωπικού της Πρωτοβάθμιας
και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης που κατέχουν διδακτορικό και ικανοποιούν επιπλέον προϋποθέσεις
ερευνητικού έργου και διδακτικής εμπειρίας σε θέση Ε.ΔΙ.Π. στα ΑΕΙ. Με τον τρόπο αυτό αφενός
αποστερούνται οι κατώτερες βαθμίδες της εκπαίδευσης από προσωπικό που δεν περισσεύει και αφετέρου
μεταφέρεται προσωπικό στην Ανώτατη Εκπαίδευση κατά παρέκκλιση των συνήθων διαδικασιών της
ανοικτής προκήρυξης και της συγκριτικής αξιοκρατικής επιλογής. Το γεγονός ότι η σύντροφος του
Πρωθυπουργού εμπίπτει ακριβώς σε αυτήν την κατηγορία πρέπει εξίσου ασφαλώς να θεωρηθεί
συμπτωματικό!
6. Ειδικά θέματα
Διδακτικά βιβλία σε φοιτητές (δεύτερο πτυχίο) (άρθρο 65).
Ο παραλογισμός στο μεγαλείο του. Το υπουργείο Παιδείας οφείλει μεγάλα ποσά σε εκδότες που χορηγούν
συγγράμματα μέσω του Εύδοξου, δεν έχει πληρώσει τις συνδρομές στο Heal – Link, έχει περικόψει
δραστικά τους προϋπολογισμούς των Ιδρυμάτων, όπου εργαστήρια και κτίρια καταρρέουν και παρόλα
αυτά είναι γενναιόδωρο στους φοιτητές που σπουδάζουν για δεύτερο πτυχίο. Αλήθεια, ποια μπορεί να
είναι η δικαιολογία για κάτι τέτοιο; Γιατί τότε δεν επεκτείνει και την χορήγηση των πάσο σε όλους τους
φοιτητές, ανεξαρτήτως έτους φοίτησης;
Ομότιμοι (άρθρο 69).
Μήπως πρέπει να γίνονται όλοι ομότιμοι και να διδάσκουν υποχρεωτικά, με απλή αίτησή τους, ώστε να
λύσουμε το πρόβλημα των ελλείψεων σε διδάσκοντες; Σήμερα το αίτημα της αύξησης του ορίου
συνταξιοδότησης φαίνεται να γίνεται πιο έντονο, όχι φυσικά λόγω της υπέρμετρης αγάπης για διδασκαλία,
αλλά λόγω της δραστικής περικοπής των συντάξεών μας. Θα ήταν πολύ ορθότερο πολιτικά να ζητηθεί η
ΚΙΠΑΝ 19-4-2016 σελ.6/ 7
γνώμη της πανεπιστημιακής κοινότητας για την αύξηση του ορίου ηλικίας αντί να νομοθετούμε στρεβλά
(βλέπε [4]).
Συμπερασματικά, με τις αλλαγές που προωθεί η κυβέρνηση αναιρούνται οι σημαντικότερες προϋποθέσεις
για την ενίσχυση της αυτοδιοίκησης των Ιδρυμάτων, ενώ ενισχύεται σημαντικά η αδιαφάνεια και η
έλλειψη λογοδοσίας στις αποφάσεις των οργάνων διοίκησης των Πανεπιστημίων. Ουσιαστικά, με την
πλήρη αποδυνάμωση των Συμβουλίων ιδρύματος, οι διοικούντες τα Πανεπιστήμια είναι πρακτικά
πλήρως ανεξέλεγκτοι!
Η αυτοτέλεια των Πανεπιστημίων, σε συνδυασμό με τη διαφάνεια στη λειτουργία τους, τον έλεγχο και
την κοινωνική λογοδοσία, που είναι απαραίτητα για την εξάλειψη των φαινομένων συναλλαγής,
νεποτισμού και αναξιοκρατίας στο εσωτερικό των Ιδρυμάτων και για τη βελτίωση της ποιότητας του
εκπαιδευτικού και ερευνητικού έργου που τα Ιδρύματα παράγουν, δεν προωθούνται με τις ρυθμίσεις
του νόμου, που αντίθετα διαπνέονται από ευνοιοκρατική λογική και στοχεύουν στην ακαδημαϊκή
ισοπέδωση.