Γράφει ο Γ. Αχιλλέως
Ο Τάλως έγειρε στο πλάι και παρέμενε ακίνητος. Ένοιωθε τόσο κουρασμένος, εξαντλημένος θα το έλεγε. Το καρφί στο πόδι δεν υπήρχε πλέον και το ζεστό υγρό, το «αίμα του Τάλου» όπως το…
έλεγαν, έτρεχε ασταμάτητο στο κρητικό χώμα. Σε λίγο θα άδειαζε εντελώς η μία και μοναδική του αρτηρία και ο γίγαντας θα παρέμενε για πάντα ακίνητος. «Σήκω Τάλω!!!» του φώναζε το Σηφαλιό, «σήκω σε παρακαλώ!!! Ποιος θα μας προστατεύει τώρα; Ποιος θα γυρνάει το νησί για να αισθάνομαι ασφάλεια; Ποιος θα μας φυλάει από την σκλαβιά; Ποιος θα κρατάει το δίκιο μας;». Ο Τάλως χαμογέλασε. «Μην ανησυχείς Σηφάκη, μην ανησυχείς καθόλου!», προσπάθησε να του πει αλλά δυσκολευόταν. «Μην ανησυχείς, και’ γω θ’αναστηθώ και θα σ’ αρπάξω πάλε! Θα’ σπω τις αλυσίδες της σκλαβιάς, θα καταργώ τα κάστρα!!!». Δεν ξέρει αν τα’ πε στον Σήφη ή αν απλώς τα’ βλεπε στην οθόνη του μυαλού του η οποία έσβηνε σιγά-σιγά. «Θ’ αναστηθώ Σήφη, μ’ ακούς;» Ο Σηφαλιός πλέον δεν άκουγε. Είχε μαγευτεί από τα άξαφνα δρώμενα που συνέβαιναν εκείνη την στιγμή μπροστά.

Βρακοφόροι άντρες, ζωσμένοι με φυσεκλίκια και μαχαίρια στα ζωνάρια, αρχίνησαν τον χορό από το πουθενά! Και δεν μπορούσε να πει. Ήταν χορός αυτός ή ήταν πήδος, ή ήταν πέταγμα; «Θα βράζει το αίμα τους!», σκέφτηκε το Σηφάλιο, το «αίμα του Τάλου». Σαρακηνοί και Βενετσάνοι προσπάθησαν να τους σταματήσουν, μα μάταια. Φέραν μαχαίρια, φέραν σπαθιά, φέραν κι’ άγρια πουλιά, όμως οι βρακοφόροι συνέχιζαν τον χορό τους αγέρωχοι! «Τα’ άγρια πουλιά τα ημερεύω …..» έλεγε το τραγούδι τους που δεν είχε σταματημό. Δυνάμωνε ο χορός, δυνάμωνε κι ένταση που επικρατούσε. Τούρκοι ξαναπροσπάθησαν αλλά μάταια, δεν ήταν άνθρωποι αυτοί που χόρευαν, ήταν παιδιά του Δία, ήταν ο Δίας. Δεν ήταν νησί αυτό που πατούσαν, δεν ήταν νησί, ήταν θεριό που κείτονταν στην θάλασσα, ήταν η γοργόνα, η αδελφή του Μεγαλέξανδρου, που θρηνούσε και φουρτούνιαζε το πέλαγος ….

Ο Σήφης κοίταζε μαγεμένος. «Γέλα, Σήφη», του’ λεγε ο Τάλως, «γέλα!!! Μη κατσουφιάζεις τώρα με τους Τούρκους». «Άμα λευτερωθεί η Κρήτη, θα γελάσω», σκέφτηκε ο Σήφης αλλά δεν το’ πε στον γίγαντα, δεν ήθελε να τον στεναχωρέσει. Οι αλλόθρησκοι κτυπούσαν τους βρακοφόρους, αυτοί όμως ακούραστοι, αλύγιστοι συνέχιζαν να χορεύουν, και όλο δυνάμωνε το πάθος τους, και όλο δυνάμωνε η μέθη τους. «Δεν θα τους νικήσουν», σκέφτηκε ο Σήφακας! Ο καπετάν Σήφακας. «Κρατάτε αδέλφια, κρατάτε το χορό!» «Για σου καπετάνιε!» αντιλαλούσε η Κρήτη, αντιλαλούσε η πλάσης όλη! «Για σου Σήφακα!» του φώναζαν όλοι μαζί την ώρα που ορμούσε στους οχτρούς του και το βόλι τους του διαπερνούσε το κρανίο. Ο Σήφακας πέφτει, σωριάζεται δίπλα στον γίγαντα της Κρήτης του, τον Τάλω. «Στρατοί οι γιοί μου και τα εγγόνια μου και θα σ’ ελευθερώσουν» βαριανάσαινε ο Τάλως, «Έβαλε ο Θεός σημάδι, παλληκάρι στα Σφακιά….», τραγουδούσαν οι βρακοφόροι, κι ο Σήφακας αναλογιζότανε πως θα τον εσκεπάσει η πέτρα, πως θα τον εσκεπάσει που τον ανατριχιά!!! «Παππού», φώναζε το μικρό Σηφάκη, «κράτα γερά και σου’ ρχομαι!!!».

Ο καπετάνιος χαμογέλασε. «Έχει δίκιο ο γίγαντας», σκέφτηκε, «στρατοί οι γιοί μου και τα εγγόνια μου και θα σ’ ελευθερώσουν πατρίδα!!!». Και τ’ άγρια πουλιά ξανάρθανε, σιδερένια, με σιδερένια ράμφη, όπως τις όρνιθες της Στυμφαλίας. Αγκυλωτοί σταυροί τα στόλιζαν. Και σιδερένια θαλάσσια κήτη τα συνόδευαν. Και ‘θέλαν να πατήσουν πάλι το νησί, την Κρήτη του Τάλου, του καπετάν Σήφακα, του Σηφαλιού. Κι’ ο χορός συνέχιζε, πιο άγριος, πιο δυνατός, πιο σίγουρος. Τα παλληκάρια με τις βράκες χόρευαν και πηδούσαν αγέρωχα, πηδούσαν ανάμεσα στις σφαίρες και στις οβίδες του εχθρού. Και γελούσαν, τινάζονταν ψηλά στον αγέρα και τραγουδούσαν. Και το τραγούδι τους έσκιαζε τον οχτρό. Πώς να τους υποτάξει; Πώς να τους κάνει να τον προσκυνήσουν; Δεν είχε καταλάβει ότι οι βρακοφόροι αυτοί προσκυνούν μόνο τον ένα και μοναδικό Θεό της Κρήτης, τον ένα και μοναδικό Θεό του κόσμου όλου! Δεν λυγάνε τα παλληκάρια αυτά, το κορμί τους είναι χάλκινο όπως του γίγαντα τους, μ’ αυτό χορεύουν, μ’ αυτό αγαπάνε, μ’ αυτό πολεμάνε, το κάνουν δύναμη και χτυπάνε, το κάνουν θάρρος και ορμάνε, ότι θέλουν το κάνουν, ακόμα και ιστό για να αναρτήσουν την σημαία τους, γιατί δεν πρέπει να πέσει ποτέ στο χώμα. Δεν ήταν νησί αυτό, ήταν θεριό, ήταν ο Διγενής που τα βάζει με τον Χάροντα, κι’ όταν ακόμα πέσει μπαμπέσικα, η γη τον τρέμει, δεν μπορεί να τον δεχτεί, δεν είναι για το χώμα, δεν ημπόρει να τον εσκεπάσει, πώς να τον εσκεπάσει τον αντρειωμένο; Τ’ άγρια πουλιά τα ημερεύει κι’ αυτός. Δεν ήταν νησί, ήταν ο Τάλως, ήταν ο Διγενής, ήταν ο Δίας, ήταν η πλάση όλη! Αυτός ο τόπος υπήρχε πάντοτε, κι ο Σηφαλιός το ήξερε. Και το’ ξεραν και οι Ενετοί κι οι Φράγκοι, κι οι Σαρακηνοί κι οι Τούρκοι και οι Γερμανοί και όλοι! Το ‘ξερε κι Τάλως, τώρα που έσβηνε, μα το Σηφάκη δεν ανησυχούσε πλέον. Τούτος ο χορός των βρακοφόρων, νέων, παιδιών και γέρων δεν είχε τελειωμό! Δεν ήταν χορός, ήτανε γιορτή, ήταν ιεροτελεστία, ήταν μια μάχη, μια μάχη με τον οχτρό και φίλο, μια μάχη με τόπο τους και τον κόσμο όλο, μια μάχη με τον εαυτό τους, να μπορέσουν να κρατήσουν την γοργόνα, την αδελφή του Μεγαλέξανδρου στη ζωή, να μην θρηνεί και να μην φουρτουνιάζει το πέλαγος των καιρών! Να πλέουν τα καράβια του Μίνωα σε ελεύθερα και ήρεμα νερά. «Καλό σου ύπνο Τάλω!!!», είπε ο Σήφης, «εγώ είμαι εδώ τώρα!!!»

Δημοσιεύτηκε στη τοπική εφημερίδα «ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΑΚΡΩΤΗΡΙΟΥ», έτος 7, Μάιος 2010, Φύλλο 77