Γράφει ο Βασίλης Δημ. Χασιώτης 
Παρακολούθησα χθες το βράδυ (17/5) την συνέντευξη του πρώην υπουργού οικονομικών Γιώργου Παπακωνσταντίνου…
στον δημοσιογράφο Αντώνη Σρόιτερ, στον ΑΛΦΑ.

Δεν ανέμενα να φωτιστώ, και ως προς αυτό δεν διαψεύστηκα.

Άκουσα περίπου ό,τι ανέμενα να ακούσω.

Έναν πρώην πολιτικό, (το πρώην το χρησιμοποιώ διότι κατά δήλωσή του στην παραπάνω συνέντευξη ο ίδιος δήλωσε ότι ο κύκλος της πολιτικής (υπό την έννοια της ενασχόλησής του ως «πολιτικού», τέλειωσε γι’ αυτόν), ο οποίος υπερασπίστηκε το έργο του όπως και της κυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου στην οποία μετείχε, (με τις αναγκαίες αποστάσεις ως προς κάποιους πρώην συντρόφους του, π.χ., τον Ευάγγελο Βενιζέλο), αναγνώρισε «λάθη» του , όχι πάντως τέτοια που να τον κάνουν να ομολογήσει ότι διέπραξε λάθη τέτοιας σημασίας ώστε να έβλαψαν ανεπανόρθωτα την χώρα του με το Μνημόνιο και τα μέτρα που είχαν εφαρμοστεί κατά τη διάρκεια της θητείας του στο υπουργείο οικονομικών.

Φυσικά, δεν θα μπω στον κόπο να δεχτώ ή να αμφισβητήσω όσα είπε.

Ούτως ή άλλως η αμφισβήτησή μου στο Παλαιοκομματικό σύστημα, και ιδίως στο Παλαιοκομματικό Σύστημα εξουσίας, που είναι αυτό που μέχρι και σήμερα βρίσκεται στα πολιτικά πράγματα και στην εξουσία, είναι δεδομένη.

Η αμφισβήτησή μου αυτή, συνεχώς ενδυναμούται, από το γεγονός και μόνο, ότι δεν υπήρξε ούτε μια σοβαρή διερεύνηση στα ερωτήματα : ποιοι υπερχρέωσαν τη χώρα, πως οδηγηθήκαμε στα μνημόνια, ποιοι τα επέβαλαν και τα υπαγόρεψαν, πόσο σωτήρια ήταν και ποιους τελικά εξυπηρέτησαν τα μνημόνια, γιατί το ελληνικό πολιτικό εξουσίας δέχτηκε να συζητήσει με δανειστές που αξίωναν και εν τέλει επέβαλαν όρους καταλυτικούς θεμελιωδών κοινωνικών και οικονομικών προνοιών του Συντάγματος αλλά καταλυτικών της ίδιας της εθνικής κυριαρχίας, ποιες εναλλακτικές υπήρχαν και γιατί δεν ακολουθήθηκαν, ποιο το ύψος και εν τέλει η νομιμότητα του χρέους, και αν είναι εν όλω ή μερικά παράνομο, επαχθές ή επονείδιστο, γιατί δεν καταγγέλλεται ολικά ή μερικά;

Αυτά τα ερωτήματα, όμως, αν και τέθηκαν από κόμματα που άσκησαν κυβερνητική εξουσία στη διάρκεια των τελευταίων έξη ετών, εν τούτοις, είναι τα ίδια, που μόλις έρχονταν στη κυβέρνηση, έσπευδαν να θέσουν το ζήτημα «κάτω από το χαλί», με εξαίρεση τη διερεύνηση του ελέγχου της νομιμότητας του χρεόυς, απλά, για να μη ληφθεί υπόψη από τη κυβέρνηση σε κανένα στάδιο των διαπραγματεύσεών της που οδήγησαν στο τρίτο Μνημόνιο και να διακοπεί η σχετική έρευνα μόλις απηλλάγη και από την παρουσία της πολύ επιμένουσαν επί του θέματος τότε Προέδρου της Βουλής Ζωής Κωνσταντοπούλου.

Έναντι όμως αυτής της αναγκαίας έρευνας, αναγκαίας όχι μόνο πολιτικά, μα και από πλευράς ουσίας, διότι θα οδηγούσε σε αποδόσεις ευθυνών εκεί που υπήρχαν και στο βαθμό που υπήρχαν, ενώ, ακόμα πιο ουσιαστικό, θα μπορούσε να οδηγούσε σε ουσιαστική ελάφρυνση των βαρών του λαού, αν αποδεικνυόταν τέτοιες ευθύνες, όπως έλλειψης νομιμότητας του χρέους, ολικής ή μερικής, αποζημιώσεων, επιστροφής ποσών που βαρύνουν το χρέος αλλά που ουσιαστικά όδευσαν παράνομα σε ιδιωτικές τσέπες ενώ ο λογαριασμός εστάλη στον απλό πολίτη, τι έγινε τελικά;

Ο Νόμος της Σιωπής και της Συγκάλυψης της Αλήθειας, για μια ακόμα φορά, αναδεικνύεται ο νικητής, γι’ ακόμα μια φορά, ο λαός μένει στο Σκοτάδι του Ψεύδους, στο ίδιο Σκοτάδι, που με μικρές εξαιρέσεις, με λίγα διαλείμματα, είναι βουτηγμένη η πολιτική του τόπου, και μαζί μ’ αυτή η εξουσία και τα πρόσωπα που την ασκούν.

Τι έχει υιοθετηθεί;

Ο καθείς πρωταγωνιστής ή και απλός κομπάρσος του «έργου» που παίζεται στη χώρα μεταπολιτευτικά, και κυρίως στη περίοδο των Μνημονίων κατά την οποία κορυφώθηκε το μεταπολιτευτικό «δράμα», βγαίνει, δίνει μια συνέντευξη, γράφει ένα ή περισσότερα άρθρα, ή και βγάζει και κανένα βιβλίο, κι αυτό περίπου θεωρείται και ως «λογοδοσία», και ότι περίπου, το αίτημα της «λογοδοσίας» επληρώθη με αυτόν τον τρόπο, και άρα, ο λαός, είναι αρκετά «φωτισμένος», αρκεί να παρακολουθεί αυτές τις συνεντεύξεις και να διαβάζει αυτά τα άρθρα ή βιβλία.

Και τι λέγονται σ’ αυτές τις συνεντεύξεις, άρθρα οι βιβλία; Οι θέσεις του κάθε ενδιαφερόμενου! Ο ορισμός της «λογοδοσίας», έτσι, περιορίζεται στο «αυτός έφα»!, Κι αφού, έκανε τον κόπο να μας πει τι ο ίδιος ισχυρίζεται ότι έπραξε ή δεν έπραξε ή όφειλε να πράξει ή να μην πράξει, το ζήτημα θεωρείται λήξαν! Οι όποιες συνέπειες των πράξεων, κι αυτές, εξαρτώνται από την ευθύνη που ο καθένας από τους πρωταγωνιστές ή και κομπάρσους του Ελληνικού Δράματος, αποδίδει μέσω αυτών των συνεντεύξεων, άρθρων και βιβλίων στον εαυτό του!

Π.χ., έστω ότι έχω απέναντί μου έναν εκ των πρωταγωνιστών του «Ελληνικού Δράματος», για τον οποίο πιστεύεται ότι, ας πάρουμε μια light εκδοχή, λόγω σοβαράς αμέλειάς του, ζημίωσε σοβαρά το δημόσιο συμφέρον.

Τον ερωτώ : «Θεωρείτε ότι επιδείξατε αμέλεια εγκληματική, που εζημίωσε τον ελληνικό λαό, και άρα υπέχετε ποινική ευθύνη, πέραν της ευθύνης αποζημιώσεως»;

Μου απαντά : «Ασφαλώς και όχι»!

Ποια είναι η συνέχεια;

Τίποτα!

Με την απάντησή του, κλείνει και το θέμα!

Ως προς την διερεύνηση των πολιτικών και άλλων ευθυνών του «Ελληνικού Δράματος», βρισκόμαστε επί της ουσίας, ακριβώς σ’ αυτό το σημείο, με κυρίαρχο το Νόμο της Σιωπής.

Φυσικά, κάποιοι μπορεί να μου υποδείξουν πρόσωπα της πολιτικής και της οικονομίας που βρέθηκαν πίσω από τις φυλακές, στα πλαίσια διερευνήσεως των πολιτικών ή οικονομικών τους εγκλημάτων.

Γι’ αυτούς που θα σπεύσουν να μου «υπενθυμίσουν» τις πέντε με δέκα «Ιφιγένειες», σχεδόν όλες τους περιοριζόμενες σε «τελειωμένα» πολιτικά ή οικονομικά πρόσωπα, «τελειωμένα» όταν διώχθηκαν και φυλακίστηκαν, κι όχι ότι τους «τέλειωσαν» πολιτικά ή οικονομικά, αυτό είχε ήδη γίνει πολύ πριν την δίωξή τους, θα τους πω τούτο :

«Μην το κάνετε! Δεν υπάρχει λόγος να σπεύσετε να δηλώσετε την υποστήριξή σας προς την Αθλιότητα, εκτός βέβαια και αν έχετε λόγους να επισημαίνετε τις εξαιρέσεις για να συσκοτίσετε τον κανόνα. Μπορείτε να με αντικρούσετε και με άλλα επιχειρήματα, χωρίς να εξυπηρετούν καμία Αθλιότητα»!

Η Αθλιότητα, ανάμεσα στο λαό και στην έρευνα της Αλήθειας, διαχρονικά έχει υψώσει ένα τοίχο, ώστε κάθε οπτική ή και ακουστική επαφή των δύο πλευρών να είναι σχεδόν αδύνατη. Πάνω σ’ αυτό το τοίχο, αυτή η ίδια η Αθλιότητα έχει εγκαταστήσει μεγάφωνα που εκπέμποντας στη διαπασών, αποκλείει και το πιο μικρό ενδεχόμενο, να μπορούν οι δύο πλευρές να επικοινωνούν μιλώντας η μέσω κωδικών κτυπημάτων στο τοίχο, όπως συνεννοούνταν οι πολιτικοί κρατούμενοι μεταξύ τους, όταν, κάποια παλαιότερα χρόνια, ήταν φυλακισμένοι, ενώ την ίδια στιγμή, κάθε λεπτό, κάθε ώρα, κάθε μέρα, από τα ίδια αυτά μεγάφωνα, ακούγονται τα προπαγανδιστικά της μηνύματα.

Αυτό είναι το δικό μας Σιδηρούν Παραπέτασμα.