Τα περισσότερα είδη φώκιας της Γης ζουν στα ψυχρά κλίματα, γύρω από το Βόρειο και Νότιο Πόλο….
Υπάρχουν, όμως και μερικές φώκιες που έχουν προσαρμοστεί σε πιο ζεστές θάλασσες, όπως είναι η δική μας Μεσογειακή φώκια.

Η Μονάχους μονάχους είναι από τις μεγαλύτερες φώκιες της Γης. Και η πιο σπάνια! Συγκαταλέγεται μέσα στα δέκα πιο απειλούμενα είδη του πλανήτη μας. Στη Μεσόγειο έχουν απομείνει γύρω στις 500 τέτοιες φώκιες και οι 300-350 ζουν στην Ελλάδα. Οι μισές και παραπάνω! Η προστασία τους όπως καταλαβαίνετε είναι δική μας υπόθεση.

Κρυψώνα «Η Ελλάς»
Αγαπημένα ζώα του Ποσειδώνα και του Απόλλωνα οι φώκιες Μονάχους ζουν στη χώρα μας από τα αρχαία χρόνια. Εκείνη την εποχή ήταν πολύ περισσότερες και ζούσαν σε κοπάδια σε όλες τις ελληνικές ακτές. Τους άρεσε να λιάζονται και να μεγαλώνουν τα μικρά τους στις μεγάλες ακρογιαλιές μας.
Τους τελευταίους αιώνες, όμως, η συχνή παρουσία του ανθρώπου στις παραλίες, έκανε τη φώκια να αποτραβιέται όλο και περισσότερο στις σπηλιές. Και η Ελλάδα, αν και μικρή χώρα, έχει χιλιάδες χιλιόμετρα ακτής και πολλά μικρά και μεγάλα νησιά, με σπηλιές. Αυτός είναι και ο λόγος που φιλοξενούμε τον μεγαλύτερο πληθυσμό Μεσογειακής φώκιας στον κόσμο. Έχουμε τις περισσότερες «κρυψώνες» της Μεσογείου!

Για τα μάτια της μόνο
Σήμερα, οι πιο πολλές φώκιες βρίσκονται στις νοτιοδυτικές Κυκλάδες, στις Βόρειες Σποράδες, στα Δωδεκάνησα και στα Ιόνια νησιά. Στις Σποράδες, μάλιστα, ένας από τους σημαντικότερους τόπους αναπαραγωγής της Μεσογειακής φώκιας, δημιουργήθηκε το Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Αλοννήσου-Βορείων Σποράδων, όπως ονομάζεται.
 Το Πάρκο αυτό είναι μια μεγάλη θαλάσσια περιοχή που περιλαμβάνει την Αλόννησο και μερικά ακόμη ακατοίκητα νησιά και βραχονησίδες. Εμείς όλοι μπορούμε να το επισκεφθούμε αρκεί να ακολουθούμε τους κανονισμούς που υπάρχουν για την προστασία του πολύτιμου αυτού οικοσυστήματος. Κι αν είμαστε τυχεροί μπορεί να δούμε από κοντά ένα από τα πιο σπάνια ζώα του πλανήτη μας!

ΑΛΟΝΝΗΣΟΣ

Η Αλόννησος είναι το τρίτο σε μέγεθος νησί των Β. Σποράδων. Έχει σχήμα επίμηκες με κατεύθυνση από Ν.Δ. προς Β.Α. Το νησί έχει μήκος 10,5 ναυτικά μίλια περίπου και καταλαμβάνει επιφάνεια 62 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Το ανάγλυφό του είναι γενικά ομαλό με μικρές κοιλάδες προς τα ανατολικά που καταλήγουν σε ομαλές ακτές. Οι δυτικές ακτές σε όλο σχεδόν το μήκος τους είναι βραχώδεις και απότομες. Η υψηλότερη κορυφή της Αλοννήσου είναι 476μ. στο βουνό Κουβούλι.

Ο πληθυσμός του νησιού ανέρχεται σε 2.800 κατοίκους περίπου. Οι σημαντικότεροι οικισμοί του νησιού είναι η όμορφη γραφική Παλιά Αλόννησος χτισμένη σε ύψωμα, το Πατητήρι χτισμένο στον εξαιρετικής φυσικής ομορφιάς ομώνυμο όρμο, το Βότση και ο Ρουσούμ γιαλός, η γραφική Στενή Βάλα και λίγο βορειότερα τα Καλαμάκια. Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική της Αλοννήσου διασώζεται στο Παλιό Χωριό που είναι και ο παλιότερος οικισμός του νησιού. Το χωριό κατοικείται συνέχεια από τους κλασσικούς χρόνους και παρά τις καταστροφές από τους σεισμούς του 1965 διαφυλάσσει θαυμάσια την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του μορφολογία.

Το νησί, εκτός από τις καλλιέργειες και τις κατοικημένες περιοχές, καλύπτεται από ψηλούς θάμνους και δέντρα της μεσογειακής βλάστησης όπως κουμαριές, πουρνάρια και αριές, κυρίως στο βόρειο τμήμα, πεύκα στο κεντρικό και νότιο, και χαμηλούς θάμνους με φρύγανα σκόρπια σε όλο το νησί. Σημαντικός βιότοπος είναι και ο μοναδικός υγρότοπος στον Άγιο Δημήτριο. Σε όλο το νησί μπορεί να συναντήσει κανείς σκαντζόχοιρους και νυχτερίδες ενώ αφθονούν και τα νυκτόβια τρωκτικά. Στις βορειοδυτικές βραχώδεις ακτές χαρακτηριστική είναι η παρουσία αρπακτικών, ιδιαίτερα του μαυροπετρίτη. Από τα 8 είδη ερπετών που ζουν στο νησί, τα πιο κοινά είναι τα σαμιαμίδια, η μεγάλη πρασινόσαυρα, το αστραπόφιδο και η οχιά. Την άνοιξη, το νησί γεμίζει από τους μικρότερους κατοίκους του: έντομα, μυριάποδα, αράχνες, σαλιγκάρια και όλες τις άλλες αμάδες των μιροσκοπικών αλλά άφθονων ασπόνδυλων. Έχουν καταγραφεί τουλάχιστον 20 είδη πεταλούδων, και πολλά είδη ακρίδων, σκαθαριών, μυρμηγκιών, αραχνών και άλλων ομάδων πολύ σημαντικών για τη διατήρηση των οικοσυστημάτων της περιοχής.

Το 1990 εγκαθίσταται στην περιοχή των Β. Σποράδων, από τη MOm, μια μόνιμη ερευνητική ομάδα με στόχο τη μελέτη και παρακολούθηση του είδους, αφού διαπιστώθηκε ότι εκεί βρίσκονται οι μεγαλύτεροι πληθυσμοί Μεσογειακής φώκιας.

ΕΘΠΑΒΣ –> Η περιοχή ανακηρύσσεται Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο τον Μάιο του 1992, πιστοποιώντας την σπουδαιότητα της για τη διατήρηση του είδους σε παγκόσμιο επίπεδο.

Σήμερα το ΕΘΠΑΒΣ αποτελεί αποδεκτό θεσμό από την τοπική κοινωνία και λειτουργεί ως παράδειγμα για την οργάνωση άλλων θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών στην Ελλάδα, αφού ανταποκρίνεται στα διεθνή πρότυπα και είναι η πιο εκτεταμένη προστατευόμενη θαλάσσια περιοχή στη Μεσόγειο.

ΚΙΜΩΛΟΣ-ΠΟΛΥΑΙΓΟΣ

Νησιά κυρίως ορεινά, η Κίμωλος και η Πολύαιγος βρίσκονται στις ΝΔ Κυκλάδες, σε απόσταση μικρότερη του ενός μιλίου μεταξύ τους. Εξαιτίας της ηφαιστειακής τους προέλευσης, διαθέτουν αφάνταστη ποικιλία πετρωμάτων, που δημιουργούν εντυπωσιακούς σχηματισμούς, τόσο κατά μήκος των ακτών, όσο και στο εσωτερικό των νησιών.

Το υπέδαφος της Κιμώλου αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από ηφαιστειακά πετρώματα, όπως ο μπεντονίτης, ο καολίνης και ο περλίτης, τα οποία έχουν εμπορικό ενδιαφέρον και στηρίζουν την οικονομία του νησιού από την αρχαιότητα.

Η παρουσία του ανθρώπου διαμόρφωσε τη σημερινή βλάστηση, που αποτελείται κυρίως από φρύγανα και αραιούς θαμνώνες, που εναλλάσσονται με παραδοσιακές καλλιέργειες. Συνολικά, έχουν καταγραφεί 185 φυτικά είδη στο νησί, από τα οποία 32 θεωρούνται ενδημικά, σπάνια ή ακόμη και απειλούμενα.

Η περιοχή διαθέτει μια μοναδική πανίδα με ενδημικά και σπάνια είδη. Δύο είδη ερπετών, η οχιά Macrovipera sveitzerii και η σαύρα Podarcis milensis ζουν εδώ. Οι βραχώδεις ακτές αποτελούν τόπο αναπαραγωγής για τον σπάνιο Θαλασσοκόρακα (Phalacrocorax aristotelis) και τον απειλούμενο Μαυροπετρίτη (Falco eleonorae), ενώ στο εσωτερικό φωλιάζουν ο Σπιζαετός (Hieraaetus fasciatus), ο Πετρίτης (Falco peregrinus) και η Αετογερακίνα (Buteo rufinus). Στις εκβολές των ρεμάτων σχηματίζονται εποχιακοί υγρότοποι, που αποτελούν σταθμούς για τα μεταναστευτικά είδη.
 
Στη θάλασσα, ξεχωριστή σημασία έχει η παρουσία υποθαλάσσιων λιβαδιών Ποσειδωνίας, Posidonia oceanica, που την εμπλουτίζουν με οξυγόνο και αποτελούν ιδανικό βιότοπο για μεγάλο αριθμό ψαριών και ασπόνδυλων.

Η περιοχή Κιμώλου-Πολυαίγου, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους βιότοπους της Μεσογειακής φώκιας σε παγκόσμιο επίπεδο!

Στις πολυάριθμες θαλασσινές σπηλιές που σχηματίζονται κατά μήκος των ακτών, οι φώκιες βρίσκουν καταφύγιο για να ξεκουραστούν και να γεννήσουν. Ο συνολικός πληθυσμός του είδους που χρησιμοποιεί την περιοχή εκτιμάται ότι είναι της τάξης των 43 ατόμων, διαφόρων ηλικιών εκτός των νεογέννητων.

Τα δεδομένα αυτά, είναι εφάμιλλα με τα αντίστοιχα του πληθυσμού φωκών, από την περιοχή του Εθνικού Θαλάσσιου Πάρκου Αλοννήσου-Β. Σποράδων.

Η ΒΔ Κίμωλος και η Πολύαιγος, καθώς και θαλάσσια περιοχή που περικλείει τα δύο νησιά, έχουν ενταχθεί στο Δίκτυο NATURA 2000, των οικολογικά σημαντικότερων περιοχών της Ευρώπης.

Το 1999, η MOm πρότεινε την δημιουργία Προστατευόμενης Περιοχής με την ονομασία «Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Κιμώλου».

ΒΟΡΕΙΣ ΚΑΡΠΑΘΟΣ – ΣΑΡΙΑ

Η Βόρεια Κάρπαθος και η Σαρία είναι περιοχές με εκτεταμένους ορεινούς όγκους, απότομα φαράγγια και απόκρημνες βραχώδεις ακτές.

Η ιστορία της Καρπάθου, όπως είναι το όνομα του νησιού κατά τον Όμηρο, χάνεται στα βάθη του χρόνου. Η Όλυμπος, δυσπρόσιτη και απομονωμένη από το υπόλοιπο νησί, διατήρησε τη μοναδική αρχιτεκτονική της και σήμερα αποτελεί παραδοσιακό οικισμό. Η παράδοση, αποτελεί μια ζωντανή πραγματικότητα που φαίνεται στην εσωτερική διακόσμηση των σπιτιών, στις φορεσιές των γυναικών, στη χειροτεχνία, και στο τραγούδι με τα παραδοσιακά όργανα, τη λύρα, την τσαμπούνα, και το λαγούτο.

Ανατολικά, η Βόρεια Κάρπαθος, καλύπτεται από δάσος τραχείας πεύκης Pinus brutia. Στο νησί έχουν καταγραφεί 923 είδη φυτών από τα οποία 66 είναι ενδημικά της Ελλάδας, 28 είναι ενδημικά της Κρήτης, 11 είναι ενδημικά του συμπλέγματος Κάσου-Καρπάθου και 9 είναι ενδημικά της Καρπάθου-Σαρίας.

Η Σαρία, έχει χαρακτηριστεί “Σημαντική Περιοχή για τα Πουλιά της Ευρώπης”, καθώς φιλοξενεί αξιόλογο αριθμό σπάνιων αρπακτικών πουλιών, όπως ο Σπιζαετός Hieraaetus fasciatus, η Αετογερακίνα Buteo rufinus, και ο Μαυροπετρίτης Falco eleonorae.

Στα ρέματα της Βόρειας Καρπάθου συναντάμε ένα ενδημικό είδος βάτραχου (Rana cerigensis). Η σαλαμάνδρα Mertensiela luschani helverseni γνωστή και ως κοχυλίνα, αποτελεί ξεχωριστό υποείδος και συναντάται μόνο στο σύμπλεγμα Καρπάθου-Κάσου, στο Καστελλόριζο και στη ΝΔ Μ.Ασία.

Στη θαλάσσια περιοχή, γύρω από τη Βόρεια Κάρπαθο και τη Σαρία, ξεχωριστή σημασία έχει η παρουσία των υποθαλάσσιων λιβαδιών της Ποσειδωνίας, Posidonia oceanica, που εμπλουτίζουν τη θάλασσα με οξυγόνο και αποτελούν ιδανικό βιότοπο για τη διαβίωση και αναπαραγωγή των ψαριών.

Το νησιωτικό σύμπλεγμα της Καρπάθου και ιδιαίτερα η Β. Κάρπαθος και η Σαρία, θεωρείται περιοχή εξαιρετικής σημασίας για την προστασία της Μεσογειακής φώκιας σε εθνικό επίπεδο. Ο συνολικός πληθυσμός του είδους που χρησιμοποιεί την περιοχή εκτιμάται ότι είναι 23 άτομα διαφόρων ηλικιών, εκτός των νεογέννητων.

Η Κάρπαθος, η Σαρία καθώς και η γύρω θαλάσσια περιοχή, ανήκουν στο Δίκτυο NATURA 2000, αφού διαθέτουν ποικιλία οικοτόπων και φιλοξενούν σπάνια είδη σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η MOm, αναγνωρίζοντας όλα τα παραπάνω, εκπόνησε το 1999 Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη για την περιοχή, προτείνοντας την δημιουργία μιας Προστατευόμενης Περιοχής με την ονομασία «Περιοχή Οικοανάπτυξης Ολύμπου».
Πηγή