Τον Μάιο του 1966 ξεκίνησε ένα πολιτικοκοινωνικό φαινόμενο που άφησε το σημάδι του στη διεθνή ιστορία: η κινέζικη…
«πολιτιστική επανάσταση». Δεδηλωμένος στόχος της επανάστασης ήταν να παταχθούν τα «τέσσερα παλαιά»: οι παλαιές ιδέες, ο παλαιός πολιτισμός, οι παλαιές συνήθειες και οι παλαιές παραδόσεις.

Όλα ξεκίνησαν όταν στις 16 Μαΐου 1966, το Πολιτικό Γραφείο του Κομουνιστικού Κόμματος εξέδωσε μανιφέστο που κατήγγειλε ως «αντεπαναστάτες» και «ρεβιζιονιστές» μια σειρά κυβερνητικών αξιωματούχων, στρατιωτικών, διανοουμένων και καλλιτεχνών. Η πολιτιστική επανάσταση βρισκόταν ήδη στα σκαριά, καθώς ήδη από τις 7 Μαΐου είχαν εκχωρηθεί στο στρατό ευρύτατες αρμοδιότητες σε θέματα κουλτούρας και εκπαίδευσης, καθώς αυτός αναγορεύθηκε στο «μεγάλο σχολείο του λαού».
Ωστόσο, τα πράγματα έλαβαν σοβαρότερη τροπή όταν στις 3 Ιουνίου, ο δήμαρχος του Πεκίνου – και υψηλόβαθμο στέλεχος του κόμματος – Πενγκ Τσεν, καθαιρέθηκε, ενώ ταυτόχρονα «ομάδες εργασίας» του κόμματος στάλθηκαν στις επαρχίες, με εντολή να εκκαθαρίσουν τις κομματικές ηγεσίες, τον Τύπο και τα πανεπιστήμια από τους «ρεβιζιονιστές», τους δεδηλωμένους εχθρούς της επανάστασης.
Από το χρονικό σημείο αυτό, η κατάσταση άρχισε να τίθεται εκτός ελέγχου. Τεράστιες διαδηλώσεις άρχισαν να οργανώνονται στο Πεκίνο, ενώ τα μαθήματα στο πανεπιστήμιο διακόπηκαν και οι καθηγητές διαπομπεύθηκαν στους δρόμους, φορώντας τεράστιες πινακίδες που ανέγραφαν «Είμαι διανοούμενος, εχθρός του κόμματος». Ο Μάο ίδρυσε τους «ερυθροφρουρούς» – ένα σώμα που είχε πρωτοεμφανισθεί στην Οκτωβριανή Επανάσταση της Ρωσίας – και ήδη μέχρι τα μέσα Ιουνίου, τα σχολεία είχαν κλείσει επ’ αόριστον, με σκοπό να πραγματοποιηθεί μαζική προσχώρηση των μαθητών στο σώμα. Οι νεαροί εθνοφρουροί, που προέρχονταν μόνο από τις πέντε «αγνές τάξεις» – εργάτες, αγρότες, στρατιώτες, κομματικά στελέχη και «μάρτυρες της επανάστασης» – ξεχύνονταν στους δρόμους του Πεκίνου, με οδηγό το «Κόκκινο Βιβλιαράκι» με τις σκέψεις του Μάο και με στόχο να «ξεριζώσουν όλα τα έθιμα που είναι αστικά».
Βία και παραλογισμός
Σύντομα, ωστόσο, οι εθνοφρουροί άρχισαν να παρεκτρέπονται σε πράξεις βίας, οι οποίες – ιδίως στην επαρχία – σχετίζονταν ελάχιστα με την «πάταξη του ρεβιζιονισμού» και είχαν περισσότερο να κάνουν με παλιές αντιδικίες και διαφορές μεταξύ συμπολιτών, για θέματα όπως τα όρια της ιδιοκτησίας τους, τα δικαιώματα στη χρήση του νερού, τους οικογενειακούς τάφους και άλλα παρόμοια ζητήματα που είχαν προκαλέσει μακρόχρονες τοπικές «βεντέτες».
Ομάδες εφήβων εισέβαλλαν σε ιδιωτικές κατοικίες και πετούσαν στο δρόμο «αστικά» αντικείμενα, όπως βιβλία, αντίκες, κοσμήματα και δυτικού τύπου ρούχα, ενώ χιλιάδες πολίτες υπέστησαν δημόσιους ξυλοδαρμούς με σχοινιά και διαπομπεύθηκαν δημοσίως. Άλλοι υπεβλήθησαν σε ξύρισμα του κρανίου ή εξευτελίσθηκαν περιφερόμενοι με επιγραφές όπως «σκυλάκι της μπουρζουαζίας», ενώ χιλιάδες άνθρωποι ξυλοκοπήθηκαν και θανατώθηκαν. Στα δέκα χρόνια που διήρκεσε η πολιτιστική επανάσταση έχασαν τη ζωή τους, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, 34.776 άνθρωποι.
Η αχαλίνωτη πορεία της εν λόγω καταστάσεως συνεχίσθηκε για μια ολόκληρη δεκαετία, με τις κινέζικες παραδόσεις, τη λογοτεχνία, την τέχνη και όλες τις παλαιές συνήθειες να τελούν υπό διωγμό. Μόνο με το θάνατο του «Μεγάλου Τιμονιέρη», στις 9 Σεπτεμβρίου 1976, κατέστη δυνατή η λήξη της «πολιτιστικής επανάστασης». Η χήρα του Μάο συνελήφθη και φυλακίσθηκε, και την εξουσία ανέλαβε ο Ντενγκ Σιαο Πινγκ.