Μια φορά κι έναν καιρό ήσαν τρία αδέλφια και αποφάσισαν να πάνε να βρουν την τύχη τους. Επήραν λοιπόν τις σφεντόνες τους και βγήκαν έξω στον κάμπο…

Εκεί είπαν!

“θα ρίξουμε με τις σφεντόνες μας από ένα λιθάρι και ό,τι βρει το λιθάρι θα είναι η τύχη του”.
Τεντώνει λοιπόν ο πρώτος την σφεντόνα του και ρίχνει ένα λιθάρι που επήγε στην πολιτεία και έπεσε στα πόδια μιας πλούσιας και πεντάμορφης κοπέλας. Την παντρεύτηκε την κοπέλα αυτή ο πρώτος αδελφός και έζησε ευτυχισμένος.

Την ίδια τύχη είχε και ο δεύτερος.

Ήρθε η σειρά του τρίτου.

Τεντώνει και αυτός με δύναμη τη σφεντόνα του και ρίχνει μια πέτρα που πήγε κι έπεσε σε μια βατουκλιά. Στενοχωρημένος ο μικρός αδελφός βάζει κάτω το κεφάλι και προχωρεί για τη βατουκλιά. Στο δρόμο ακούει μια φωνή.

“Αυτή είναι η τύχη σου, ό,τι είναι μέσα στη βατουκλιά είναι δικό σου, να το πάρεις στο σπίτι σου”.
Όταν έφτασε το παλικάρι στη βατουκλιά, βλέπει μέσα μια χελώνα και ένα σκαντζόχοιρο. Τα πήρε και τα πήγε στο σπίτι του στενοχωρημένος. Την άλλη μέρα, έφυγε για τη δουλειά του βασανισμένος, αλλά το βράδυ που γύρισε στο σπίτι του, βλέπει με μεγάλη απορία το φαγητό έτοιμο, το τραπέζι στρωμένο και όλες τις δουλειές γινόμενες. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι συμβαίνει. Την άλλη μέρα έγινε το ίδιο.

Τότε το παλικάρι εσκέφτηκε.’ “Αύριο θα κάνω ότι φεύγω και θα κρυφτώ σε ένα μέρος να ιδώ πριν φύγω ποιος ετοιμάζει τις δουλειές”. Έτσι έκαμε και, ενώ ήταν κρυμμένος, βλέπει να βγαίνει από το καβούκι της χελώνας μια λυγερόκορμη και πεντάμορφη κοπέλα και να αρχίζει τις δουλειές. Έκαμε αρκετές δουλειές και ύστερα εζύμωσε και άναψε το φούρνο για να ρίξει το ψωμί.

Βλέπει και το σκαντζόχοιρο να μεταμορφώνεται σε παιδάκι και να υπερετεύει την κοπέλα.

Το παλικάρι εθάμπωσε από την ομορφιά της κοπέλας και άρπαξε το καβούκι της χελώνας και το πέταξε στο φούρνο να καεί. Έτσι η κοπέλα έμεινε για πάντα μια πεντάμορφη γυναίκα που το παλικάρι την στεφάνωσε και την έκαμε δική του.

Η πεντάμορφη τώρα άρχισε να βγαίνει από το σπίτι και να πηγαίνει στη βρύση για νερό. Ο κόσμος την έβλεπε και εθαύμαζε την ομορφιά της.

 Κάποια ημέρα τη βλέπει και ο βασιλιάς, εθάμπωσε από την ομορφιά της κοπέλας και εκήρυξε τον πόλεμο στο παλικάρι.

“Που την βρήκες εσύ αυτή”, έλεγε, “αυτή δεν είναι για σένα, μόνο για βασίλισσα της αξίζει. Αν δεν μου φέρεις ένα σταφύλι που να τρώει όλο το βασίλειο και να μη σώνεται, θα σου την πάρω εγώ”. “Μάλιστα, μεγαλειότατε”, είπε τότε το παιδί και έφυγε βασανισμένο.

Όταν επήγε στο σπίτι του άρχισε τα κλάματα και είπε στη γυναίκα του όλη την ιστορία. Τότε η Πεντάμορφη του λέει! “Μη στενοχωριέσαι, αντρούλη μου, και κάνε αυτό που θα σου πω. Πάρε αυτές τις πετρούλες και να πας εκεί που βρήκες εμένα να τις κτυπήσεις και, όταν βγει η αδελφή μου, να της πεις να σου κόψει ένα σταφύλι και να το πας στο βασιλιά.
Έτσι έκαμε το παλικάρι. Επήγε, επήρε το σταφύλι και το επήγε στο βασιλιά. Έτρωγε όλος ο κόσμος και το σταφύλι δεν ετέλειωνε. Ο βασιλιάς όμως που ήθελε σώνει και καλά να πάρει την Πεντάμορφη, του έδωσε άλλη εντολή. “Να μου φέρεις τώρα”, είπε στο παλικάρι, “ένα γεννητούρι που να στει όρθιο και να μιλήσει, ειδεμή θα σου πάρω τη γυναίκα σου”.

Εκείνο πολύ στενοχωρημένο, πάει και το λέει στη γυναίκα του. Η Πεντάμορφη τότε του λέει: ” Πήγαινε στην αδελφή μου πάλι, που είναι στην ώρα της να γεννήσει’ να πάρεις το μωρό και να το πας στο βασιλιά και όλα θα πάνε καλά”. Πάει το παλικάρι, παίρνει το παιδί και ξεκίνησε για το παλάτι του βασιλιά.

Στο δρόμο που πήγαινε ήταν στενοχωρημένο και έλεγε μέσα του. “Τούτο το άταρο να σταθεί στα πόδια του και να μιλήσει; Είναι αδύνατο, πάει, την έχασα τη γυναίκα μου”. Ξαφνικά όμως, ακούει το γεννητούρι να φωνάζει. “Τσιτσί, θέλω τσιτσί”. Τότε ήρθε η καρδιά του στη θέση της και τρέχοντας πήγε στο βασιλιά.

Εκεί είχε μαζευτεί κόσμος για να ιδεί τι θα γίνει. Όταν έφτασε ο νέος με το μωρό, το εφήνει κάτω και κείνο τσίτσιρη! Στάθηκε όρθιο και κοίταγε τον κόσμο. Όλοι κοίταζαν με μεγάλη απορία χωρίς να μιλάνε.

Τότε το γεννητούρι τους λέει: “Τι με κοιτάτε, βρε, που να κάνω και να ράνω τα γένια και τα μουστάκια του βασιλιά”, θάμαξε ο κόσμος και ο βασιλιάς θυμωμένος λέει στο παλικάρι: “Παρ’ το και ώστε στο διάβολο ευτούνο, εσύ και η γυναίκα σου”. Έτσι το παλικάρι εκέρδισε την Πεντάμορφη και έζησαν αυτοί καλά και μεις καλύτερα.

Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου “Ο φθόνος για την όμορφη γυναίκα”

(Την άκουσε ο Παναγιώτης Τσάμης από συγγενή του από την Καππαδοκία)

Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.
Άννα Αγγελοπούλου – Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.